ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ

 Αθήνα, 2 Απριλίου 2004

 ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ

κ. ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ

ΣΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ – ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

ΓΙΑ ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ

ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 142 α

ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ

 Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Ζήτησα τη σημερινή συζήτηση, με τη διαδικασία του άρθρου 142 α κατά τον Κανονισμό της Βουλής, για να σας ενημερώσω πάνω στις τελευταίες εξελίξεις του Κυπριακού.

Θεωρώ υποχρέωσή μου αυτήν την ενημέρωση, ώστε η Εθνική Αντιπροσωπεία να γνωρίζει τα βασικά σημεία των πρόσφατων διαβουλεύσεων στη Λουκέρνη της Ελβετίας.

Ήδη οι πολιτικοί αρχηγοί γνωρίζουν, από τις τηλεφωνικές επικοινωνίες που έγιναν μέσω του Υπουργού Εξωτερικών, πώς έχουν τα πράγματα. Κάθε κόμμα, με πρωτοβουλία της Κυβέρνησης, έχει από νωρίς χθες στη διάθεση του το τελικό κείμενο του σχεδίου Ανάν. Ένα κείμενο που χρήζει ενδελεχούς μελέτης, ώστε εν τέλει και ο ελληνικός λαός να πληροφορηθεί επακριβώς τις προβλέψεις  αυτού του σχεδίου.

Θεωρώ ιδιαιτέρα σημαντική αυτήν τη διαδικασία, αφού σε ένα τόσο κρίσιμο θέμα πρέπει κανείς να τοποθετείται μόνο εάν έχει πλήρη γνώση όλων των δεδομένων. Η Κυβέρνηση και εγώ προσωπικά είμαι στη διάθεση των αρχηγών των κομμάτων, όχι μόνο σήμερα, αλλά και στο εγγύς μέλλον, έως ότου γίνουν τα δημοψηφίσματα στην Κύπρο για οποιαδήποτε περαιτέρω ανάλυση και πληροφορία.

Κυρίες και κύριοι,

Είναι αταλάντευτη θέση και δέσμευσή μου η διαμόρφωση και εφαρμογή εθνικής στρατηγικής στις μεγάλες εθνικές υποθέσεις μας. Αυτήν την πολιτική ακολουθήσαμε σταθερά από τη θέση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Και αυτήν την πολιτική θέλουμε να υπηρετήσουμε έμπρακτα, με συνέπεια και αποτελεσματικότητα στη Νέα Διακυβέρνηση. Προϋπόθεση και βάση για μια εθνική στρατηγική είναι η ενημέρωση, ο διάλογος, η συνεννόηση, η σύνθεση απόψεων και ιδεών. Στόχος μας είναι – και κατά την άποψή μου πρέπει μόνιμα να είναι – η συνένωση των δυνάμεών μας, η συνένωση των προσπαθειών όλων των πολιτικών δυνάμεων σε κοινούς σκοπούς.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Το Κυπριακό πρόβλημα είναι μείζονος σημασίας εθνική υπόθεση. Είναι υπόθεση που αγκαλιάζουμε όλοι οι Έλληνες, όλες οι πολιτικές δυνάμεις του Τόπου. Όλοι γνωρίζετε σε ποια κρίσιμη φάση βρισκόταν η πορεία του προβλήματος τη στιγμή που αναλαμβάναμε την ευθύνη για τη διακυβέρνηση του Τόπου. Περίπου ένα μήνα πρωτύτερα, από τις 13 Φεβρουαρίου, η ελληνική και η τουρκική πλευρά – η ελληνοκυπριακή και η τουρκοκυπριακή ηγεσία, η ελληνική και η τουρκική κυβέρνηση – ύστερα από πρόταση του Γ. Γ. του ΟΗΕ, είχαν καταλήξει σε μια δεσμευτική συμφωνία για τη διαδικασία που θα ακολουθείτο. Η συμφωνία αυτή, η ονομαζόμενη της Νέας Υόρκης, της 13ης Φεβρουαρίου, προέβλεπε συγκεκριμένα:

Πρώτον: Να επαναρχίσουν στη Λευκωσία και να συνεχιστούν, ως τις 22 Μαρτίου, οι συνομιλίες μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.

Δεύτερον: Εφόσον οι συνομιλίες αυτές δεν κατέληγαν σε συμφωνία, να πραγματοποιηθεί νέος κύκλος διαβουλεύσεων στη Λουκέρνη, ως τις 31 Μαρτίου. Στη φάση αυτή, όπως προβλέπει πάντα η συμφωνία της Νέας Υόρκης, να είναι παρούσες οι κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Τουρκίας, για να προσφέρουν τη συνεργασία τους στην προσπάθεια επίτευξης συμφωνίας. Εάν και σε αυτές τις συνομιλίες δεν επιτυγχανόταν συμφωνία, ο Γ.Γ. του ΟΗΕ εξουσιοδοτείτο από τα μέρη (από την ίδια συμφωνία της Νέας Υόρκης) να συμπληρώσει τα κενά και να διατυπώσει ο ίδιος οριστικά τα σημεία διαφωνιών, προκειμένου να διαμορφωθεί ένα τελικό κείμενο.

Τρίτον: Το κείμενο της Λουκέρνης – είτε όπως θα διαμορφωνόταν με συμφωνία των μερών, είτε όπως θα συμπληρωνόταν και θα οριστικοποιείτο από το Γ.Γ. του ΟΗΕ – να τεθεί σε ταυτόχρονα χωριστά δημοψηφίσματα, έτσι ώστε να δοθεί ο τελικός λόγος στους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους. Αυτή ήταν η δεσμευτική για όλους συμφωνία της Νέας Υόρκης. Και σ’ αυτή τη συμφωνία έπρεπε να ανταποκριθούμε.

Αμέσως μετά το σχηματισμό της Κυβέρνησης είχα αναλυτική και ουσιαστική συζήτηση για την πορεία των διαπραγματεύσεων και τις διαγραφόμενες προοπτικές με τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Τάσσο Παπαδόπουλο. Στις προγραμματικές δηλώσεις της Κυβέρνησης υπογράμμισα, ρητά και κατηγορηματικά, ότι στηρίζουμε με όλες τις δυνάμεις μας τις προσπάθειες του Προέδρου, της πολιτικής ηγεσίας και του Κυπριακού Ελληνισμού

για μια λύση λειτουργική και βιώσιμη. Είπα ξεκάθαρα το στόχο μας: Την επιδίωξη ένταξης μιας επανενωμένης Κύπρου στην Ε.Ε., ώστε όλοι οι κάτοικοι του νησιού, (Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι), να απολαμβάνουν, σε συνθήκες σταθερότητας και ασφάλειας, τα αγαθά της νέας ευρωπαϊκής πραγματικότητας. Οι Έλληνες θέλαμε και θέλουμε, περισσότερο από κάθε άλλον, την ταχύτερη δυνατή επίλυση του Κυπριακού προβλήματος.

Αυτή ήταν και αυτή παραμένει η σταθερή και αταλάντευτη θέση της Κυβέρνησης.

Κύριες και κύριοι συνάδελφοι,

Μετά την ολοκλήρωση του πρώτου κύκλου των συνομιλιών των συνομιλιών της Λευκωσίας, ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ κ. Κόφι Ανάν μου απηύθυνε προσωπική πρόσκληση να παρευρεθώ στην τελική φάση των διαβουλεύσεων στη Λουκέρνη. Στην πρόσκληση αυτή ανταποκρίθηκα άμεσα γιατί βασικός στόχος ήταν να συμβάλουμε στην επίτευξη λύσης. Αλλά και διότι θεωρώ χρέος μου, αμετακίνητο χρέος μου, να τηρώ με ευλάβεια τις δεσμεύσεις που αναλαμβάνει η Χώρα, όπως προέκυπταν από τη Συμφωνία της Νέας Υόρκης.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της παρουσίας μας στο Μπούργκενστοκ είχαμε διαρκή και στενή συνεργασία με τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας και τα μέλη του Εθνικού Συμβουλίου, τους αρχηγούς των κυπριακών πολιτικών κομμάτων, που τον συνόδευαν. Αναπτύξαμε μακρά σειρά πρωτοβουλιών, κινήσεων και δραστηριοτήτων. Είχα σειρά χωριστών συναντήσεων με το Γ.Γ. του ΟΗΕ κ. Κόφι Ανάν και τον Πρωθυπουργό της Τουρκίας κ. Ερντογάν. Παράλληλα, ο Υπουργός Εξωτερικών κ. Μολυβιάτης είχε διαδοχικές συναντήσεις με τον κοινοτικό Επίτροπο, τον αρμόδιο για θέματα διεύρυνσης, κ. Φερχόϊγκεν και τον Τούρκο ομόλογό του κ. Γκιούλ. Είχε επίσης επανειλημμένες τηλεφωνικές επικοινωνίες με τους υπουργούς Εξωτερικών των ΗΠΑ και της Βρετανίας.

Σε όλες αυτές τις συναντήσεις, υπογραμμίσαμε με σαφήνεια και καθαρότητα την ανάγκη να υπάρξουν βελτιώσεις στο τελικό σχέδιο, ώστε να αυξηθούν οι πιθανότητες εξεύρεσης συμφωνημένης λύσης. Η προσπάθειά μας επικεντρώθηκε –και το είπαμε δημόσια-  κυρίως στα θέματα της ασφάλειας και του κοινοτικού κεκτημένου, στην ανάγκη σεβασμού των θεμελιωδών αρχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Όλες οι κινήσεις, όλες οι προσπάθειές μας είχαν στόχο την επίτευξη συμφωνίας για τη λύση του προβλήματος. Λύση, όμως, η οποία να είναι λειτουργική και βιώσιμη. Λύση η οποία να είναι συμβατή με το ευρωπαϊκό κεκτημένο και τις αρχές της Ε.Ε. Λύση με το βλέμμα στο κοινό αύριο όλων των κατοίκων του νησιού, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.

Στη διάρκεια της προσπάθειας αυτής θέλαμε να υπάρχει η πληρέστερη δυνατή ενημέρωση

του Προέδρου της Δημοκρατίας και των αρχηγών των πολιτικών κομμάτων. Αποστείλαμε, χωρίς καμία καθυστέρηση, το σχέδιο που μας υποβλήθηκε σε όλους τους πολιτικούς αρχηγούς και το αρχικό, αλλά και το τελικό.

Παράλληλα, λίγο πριν από το μεσημέρι της 31ης Μαρτίου, ο υπουργός Εξωτερικών κ. Μολυβιάτης επικοινώνησε με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κ. Κων/νο Στεφανόπουλο και τους αρχηγούς των κομμάτων, τον κ. Παπανδρέου, την κ. Παπαρήγα και τον κ. Κωνσταντόπουλο, όπως επίσης και με τους πρώην Πρωθυπουργούς κ. Σημίτη και κ. Μητσοτάκη και τους ενημέρωσε για τις εξελίξεις που σημειώνονταν, έως την ώρα εκείνη.

Στο τέταρτο σχέδιο, που παρουσίασε ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, ζητήθηκε από όλες τις πλευρές να καταθέσουν τους σχολιασμούς τους. Εμείς το κάναμε αυτό, αφού προηγήθηκε συνάντηση, συνεννόηση με την ελληνοκυπριακή πλευρά.

Θέλω να καταθέσω στα πρακτικά της Βουλής δύο κείμενα που περιέχουν τις προτάσεις μας πάνω στα θέματα της ασφάλειας και της συμβατότητας του σχεδίου με το ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Σε κάθε περίπτωση φάνηκε ότι δεν διανοιγόταν προοπτική σύγκλισης απόψεων μεταξύ των μερών για συμφωνημένη λύση.

Τελικώς, τη νύχτα της 31ης Μαρτίου παρεδόθη το τελικό κείμενο του σχεδίου Ανάν, το οποίο και θα τεθεί προς κρίση στα δημοψηφίσματα. Το κείμενο αυτό είναι τώρα αντικείμενο λεπτομερούς μελέτης και αξιολόγησης από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Πάντως, κατά βάση, είναι το αρχικό σχέδιο στο οποίο έχουν επέλθει τροποποιήσεις. Είναι προφανές ότι το κείμενο αυτό είναι προϊόν συμβιβασμού. Και ως τέτοιο περιέχει θετικά και δύσκολα σημεία για όλες τις πλευρές.

Η τελική απόφαση βρίσκεται τώρα στην κρίση του Κυπριακού λαού. Οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι, με χωριστά δημοψηφίσματα, που θα γίνουν στις 24 Απριλίου, θα κάνουν την επιλογή τους. Πιστεύω απόλυτα ότι αυτό θα γίνει με ώριμη στάθμιση όλων των δεδομένων, με σύνεση και διορατικότητα για το μέλλον.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Είναι ώρα περίσκεψης και ευθύνης για όλους. Η Κυβέρνηση, συνεκτιμώντας όλους τους παράγοντες θα πάρει και θα ανακοινώσει τις αποφάσεις της στον κατάλληλο χρόνο.

Θεωρώ ότι το ζήτημα αυτό είναι κεφαλαιώδους σημασίας. Ένα ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπισθεί με το μέγιστο βαθμό εθνικής συνεννόησης και ομοψυχίας. Γι΄ αυτό προτίθεμαι να προτείνω στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τη σύγκληση του Συμβουλίου των Πολιτικών Αρχηγών υπό την προεδρία του.

Θέλω ακόμα να υπογραμμίσω ότι, κατά την παραμονή μας στο Μπούργκενστοκ, συναντήθηκα επανειλημμένα με τον Τούρκο ομόλογό μου, τον κ. Ερντογάν. Στη διάρκεια αυτών των συνομιλιών επιβεβαιώσαμε την ειλικρινή διάθεσή μας να εργαζόμαστε την βελτίωση και να ενίσχυση των διμερών μας σχέσεων.

Όλες οι Ελληνίδες και όλοι οι Έλληνες πιστεύουμε στις ίδιες αρχές και αξίες. Έχουμε κοινούς στόχους σε ό,τι αφορά τα μεγάλα εθνικά ζητήματά μας. Μόλις πρόσφατα, στις προγραμματικές δηλώσεις της Κυβέρνησης, υπογράμμιζα ότι επιδιώκουμε τη συνεργασία με όλους τους γειτονικούς λαούς. Ότι εργαζόμαστε για την εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, με την πεποίθηση ότι θα αποβεί προς όφελος και των δύο λαών. Ότι υποστηρίζουμε την ευρωπαϊκή προοπτική της γείτονος. Ότι θέλουμε μια πραγματικά ευρωπαϊκή Τουρκία, με σεβασμό στη διεθνή νομιμότητα και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Τις θέσεις αυτές επανέλαβα και προς τον Τούρκο Πρωθυπουργό κ. Ερντογάν κατά τις πρόσφατες συναντήσεις μου. Τις θέσεις αυτές επαναλαμβάνω και σήμερα. Είναι βασικοί πυλώνες και πλοηγοί της πολιτικής μας σ’ ό,τι αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Είναι ουσιώδες κεφάλαιο της εθνικής στρατηγικής μας.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Θέλω ακόμη να υπογραμμίσω ότι, σε καμία περίπτωση, δεν υπάρχει χώρος κινδυνολογίας και δεν ωφελούν οι εξάρσεις και οι συναισθηματισμοί. Τόσο η πορεία του Κυπριακού, όσο και η πορεία των Ελληνοτουρκικών σχέσεων, απαιτούν διαρκή προσπάθεια. Απαιτούν ωριμότητα και σύνεση. Απαιτούν να είναι τα βλέμματά μας στραμμένα στο αύριο. Απαιτούν, πάνω απ’ όλα, εθνική ομοψυχία. Να συνθέσουμε τις απόψεις μας, να συντονίσουμε τις προσπάθειές μας, να ενώσουμε τις δυνάμεις μας. Το είπα πολλές φορές έως τώρα και είναι η πιο κατάλληλη ώρα να το επαναλάβω: Όλοι μαζί οι Έλληνες μπορούμε καλύτερα. Όλοι μαζί μπορούμε να εργαστούμε πιο αποτελεσματικά για τη βελτίωση των Ελληνοτουρκικών σχέσεων, για την αποκατάσταση της διμερούς εμπιστοσύνης, για την ανάπτυξη ειλικρινούς συνεργασίας, για την επίλυση του Κυπριακού προβλήματος. Οι εθνικές υποθέσεις απαιτούν εθνική στρατηγική. Η πρόκληση είναι διαρκής. Και στην πρόκληση αυτή έχουμε και πρέπει όλοι να αναλάβουμε τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις μας.