ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ
Αθήνα, 18 Φεβρουαρίου 2005
ΔΕΥΤΕΡΟΛΟΓΙΑ
ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ κ. ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ
ΣΤΗΝ ΠΡΟ ΗΜΕΡΗΣΙΑΣ ΔΙΑΤΑΞΕΩΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ
ΜΕ ΘΕΜΑ ‘’ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ’’
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Άκουσα με ιδιαίτερη προσοχή τον κ. Αλαβάνο και θέλω να πω ότι, τουλάχιστον σε πολλά σημεία, ήταν σωστή η περιγραφή των προβλημάτων. Αλλωστε και σήμερα και σε άλλες ανάλογες περιπτώσεις, πολλά εξ αυτών τα έχω θίξει και εγώ. Είναι αλήθεια αυτά που είπατε εν πολλοίς ως διαπιστώσεις. Από τη δική μας πλευρά, εμείς παρουσιάσαμε τους τρόπους αντιμετώπισης. Βεβαίως, τα προβλήματα δεν λύνονται ούτε από τη μια μέρα στην άλλη, ούτε με ‘’μαγικό ραβδί’’. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες που ήδη ανέφερα στην αρχική μου εισήγηση. Θέλω όμως ως κωδικοποίηση, να πω ότι, κατά βάση, η λύση έχει δύο άξονες. Από τη μια, είναι η μέγιστη δυνατή αξιοποίηση των υπαρχουσών δυνατοτήτων. Η άρνηση να αποδεχθούμε παθητικά τις επερχόμενες συνέπειες που όλοι ξέρουμε των μεγάλων καθυστερήσεων στην προσπάθεια προσαρμογής της αγροτικής οικονομίας, καθυστερήσεων που έχουμε παρουσιάσει, εδώ και πολλά χρόνια. Κατά τα ψέματα, όμως – και θέλω να είμαι απόλυτα ειλικρινής μαζί σας – πρέπει να γίνει με τη μέγιστη δυνατή αποτελεσματικότητα, αλλά είναι κατά βάση αμυντική τακτική. Είναι προσπάθεια αντιμετώπισης των όσων έχουν δρομολογηθεί από δικές μας ολιγωρίες ως χώρα, από τις επερχόμενες μεταβολές.
Το δεύτερο σκέλος της λύσης, είναι μια επιθετική πολιτική, η οποία κατά βάση μπορεί να συμπυκνωθεί στους κύκλους: ποιότητα – ανταγωνιστικότητα- πιστοποίηση – προϊόντα με επωνυμία προέλευσης. Κανείς δεν λέει ότι αυτό είναι εύκολο. Χρειάζονται σοβαρές, διαρθρωτικές παρεμβάσεις στις καλλιέργειες, με αναδιάρθρωση των καλλιεργειών, με έργα υποδομής, με πληροφόρηση του αγρότη και κίνητρα για συσκευασία, επεξεργασία, πιστοποίηση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτός είναι ο στόχος. Και η επίτευξη αυτού απαιτεί διαρκή και μεγάλη προσπάθεια.
Αναφέρατε εύστοχα το παράδειγμα με το λάδι. Είναι ακριβώς όπως το είπατε. Εάν όμως αναλύσουμε τις παραμέτρους αυτού του παραδείγματος, νομίζω ότι δείχνει ξεκάθαρα το κλειδί για το μέλλον μας. Ενώ έχουμε ένα από τα καλύτερα ποιοτικά λάδια, αδυνατούμε να το συσκευάσουμε, να το πιστοποιήσουμε, να το τυποποιήσουμε και να το πουλήσουμε ως επώνυμο προϊόν. Αυτό δείχνει χρεοκοπία μιας πολιτικής που εφαρμοζόταν για δεκαετίες.
Εμείς δεν λέμε μεγάλες κουβέντες, αλλά είμαστε διατεθειμένοι να δώσουμε αυτή τη μάχη. Και θέλω να πιστεύω ότι, όλες και όλοι μαζί, θα συμμετάσχουμε σ΄ αυτή την προσπάθεια, για το καλό του Έλληνα αγρότη, το καλό της ελληνικής περιφέρειας και, σε τελική ανάλυση, το εθνικό συμφέρον.
Άκουσα με προσοχή και τον κ. Παπανδρέου. Δεν με εντυπωσίασε η οξύτητά του. Αντιλαμβάνομαι, και μάλιστα πολύ καλά, τους λόγους που τον οδηγούν σε τόσο υψηλούς τόνους. Δικαίωμά του είναι, σε ένα βαθμό και υποχρέωση, να ασκεί σκληρή κριτική στην Κυβέρνηση. Αυτό που όμως με εντυπωσιάζει είναι η προσποίηση και η έλλειψη μνήμης. Είναι επιλογή πολιτικής αμνησίας.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Επιτέλους, όλοι θυμόμαστε πολύ καλά. Κανείς δεν μπορεί να καταγγέλλει και ταυτόχρονα να υπερασπίζεται τα ίδια πράγματα. Κανείς δεν μπορεί να παριστάνει τον τιμητή για όσα ευθύνεται το κόμμα του. Υποχρεούται να παίρνει θέση. Πότε αναπτύχθηκαν δηλαδή στη χώρα τα νοσηρά φαινόμενα που τώρα αποκαλύπτονται; Πότε αναπτύχθηκαν οι διαπλοκές που αποκαλύπτονται σήμερα; Πότε και σε ποιες περιπτώσεις αντιμετωπίστηκαν με συναίσθηση ευθύνης, με αποτελεσματικές δράσεις και συνεχείς αποκαλύψεις οι καταγγελίες για παρανομίες;
Και κάτι ακόμα. Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι. Η προσφυγή, η καταφυγή στα άκρα και τις ακρότητες, όποια κομματική σκοπιμότητα, όποια μικροπολιτική και αν την υπαγορεύουν, δεν είναι δύναμη. Στην πραγματικότητα είναι αδυναμία και οπισθοδρόμηση.
Ακούστηκαν αναφορές για τα πάντα. Προτάσεις δεν υπήρξαν για κανένα ζήτημα. Ακούστηκαν επικρίσεις για το σήμερα, αλλά δεν ακούστηκε καμιά παραδοχή για τα πραγματικά αίτια και τον πραγματικό χρόνο δημιουργίας των προβλημάτων.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Ποιός ευθύνεται για τις στρεβλώσεις και τις διαρθρωτικές αδυναμίες; Ποιός ευθύνεται για την εγκατάλειψη; Η Κυβέρνηση των 11 μηνών ή το καθεστώς της εικοσαετίας; Ποιός ευθύνεται για την περίπτωση εκβιασμού, για τα συσσωρευμένα αδιέξοδα, για την ανεπάρκεια του κράτους; Η Κυβέρνηση των 11 μηνών ή το καθεστώς της εικοσαετίας; Δυστυχώς η γεωργική οικονομία είναι ένα πολύ συγκεκριμένο παράδειγμα, είναι ένας αντικατοπτρισμός της οικονομίας μας. Ένας αντικατοπτρισμός σε μια έρημο προβλημάτων που συσσωρεύονταν για ένα τέταρτο του αιώνα και αναζητούν λύσεις στη Νέα Διακυβέρνηση. Σωστά αναζητούν λύσεις. Με τη δική μας πρόταση και τη δική μας φροντίδα. Μιλάτε για τη διαπραγμάτευση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι απλά τα πράγματα. Εσείς αφήσατε στη συζήτηση, στη διαπραγμάτευση για την αναθεώρηση της ΚΑΠ εκτός τα μεσογειακά προϊόντα. Αυτή είναι η αλήθεια. Ήταν αποτέλεσμα της δικής μας προσπάθειας, του δικού μας αγώνα, της δικής μας διαπραγμάτευσης ότι καλύφθηκαν τα μεσογειακά προϊόντα που αποτελούν περισσότερο από 75% της ελληνικής παραγωγής.
Δεν είναι ζήτημα το ότι έχουμε διαφορετικές γνώμες. Αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Το γεγονός και μόνο είναι η απόδειξη του αποτελέσματος. Μιλάτε για τα πανωτόκια. Τα πανωτόκια ξέρουμε ή θα έπρεπε να ξέρουμε όλοι ότι ήταν ένα τεράστιο πρόβλημα. Εμείς το λύσαμε. Τολμήσαμε να το θίξουμε, να το ανοίξουμε. Δώσαμε λύση. Αν χρειάζεται επί μέρους διορθώσεις να τις δούμε και να τις κάνουμε. Με ποιό πολιτικό ανάστημα όμως και με ποιό ηθικό έρεισμα μιλάτε για πανωτόκια εσείς που δημιουργήσατε το πρόβλημα και οδηγήσατε στην υπερχρέωση τόσους Έλληνες και προπάντων τους Έλληνες αγρότες.
Μας μέμφεστε για τις αποζημιώσεις. Οι αποζημιώσεις, όπως ρητά και επακριβώς είχαμε δεσμευτεί, πρέπει να καταβάλλονται μέσα στο τρίμηνο από τη συγκομιδή. Και αυτό από μόνο του συνιστά τεράστια πρόοδο σε σχέση με τις καθυστερήσεις της δικής σας περιόδου που συχνότατα ξεπερνούσαν και τον έναν χρόνο. Αυτή είναι η αλήθεια. Εν πάση περιπτώσει, για να καταλάβω, η δική σας πρόταση ποιά είναι; Να καταβάλλονται οι αποζημιώσεις πριν ακόμη γίνουν οι ζημιές;
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Οι χώρες που θέλουν να κερδίσουν το μέλλον οφείλουν να παλέψουν για να προωθήσουν τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα. Να διεκδικούν αποφασιστικά καλύτερη θέση στις παγκόσμιες αγορές, να επενδύσουν σε σύγχρονα εκπαιδευτικά συστήματα, στη γνώση, στην τεχνολογία. Να προωθήσουν αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που διασφαλίζουν δυναμική ανάπτυξη και κατοχυρώνουν το κοινωνικό κράτος, και μάλιστα, απέναντι στις προκλήσεις του μέλλοντος. Στην Ελλάδα για πάρα πολλά χρόνια επικράτησε η λογική του ‘’δεν δικαιούστε δια να ομιλείτε’’, επικράτησε η λογική του ‘’δεν ακούω και δεν βλέπω’’, επικράτησε η λογική του ‘’δεν συζητάω, δεν εμπιστεύομαι τον πολίτη, ξέρω καλύτερα από τον καθένα’’. Επικράτησε η μοιρολατρική άποψη για δύο διαφορετικές Ελλάδες. Φτάσαμε στο σημείο να θεωρείται από εκείνους που έπαιρναν τις αποφάσεις αυτονόητη η διαφθορά και αναπόφευκτη η διαπλοκή. Να θεωρείται δεδομένη η στασιμότητα και η συντήρηση. Να θεωρείται ουτοπία η πρόοδος και η εξέλιξη. Αυτή ήταν δυστυχώς η πραγματικότητα ως τις 7 του Μάρτη. Ο κύκλος όμως αυτός έκλεισε. Οι πολίτες επέλεξαν πολιτική αλλαγών και μεταρρυθμίσεων, πολιτική γενναίων αποφάσεων. Αυτό κάνουμε. Δεν ισχυρίζεται κανένας ότι είναι εύκολο, αλλά αυτό πρέπει να γίνει και αυτό θα γίνει.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Έρχομαι σε ένα άλλο θέμα πολυσυζητημένο μεν αλλά που δυστυχώς επανέρχεται. Μόλις αναλάβαμε την ευθύνη για τη διακυβέρνηση του τόπου ανταποκριθήκαμε στη δέσμευσή μας για την αποτίμηση της ελληνικής πραγματικότητας για να ξέρουμε, για να ξέρουν όλοι οι πολίτες, πού ακριβώς βρισκόμαστε. Κυρίως όμως για να αποτρέψουμε τα χειρότερα και να διασφαλίσουμε ένα νέο ξεκίνημα ευθύνης, φερεγγυότητας και σιγουριάς. Συνέχεια στις μεθοδεύσεις του παρελθόντος δεν μπορούσε να υπάρξει. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη προειδοποιήσει την τότε Κυβέρνηση, είχε ήδη ζητήσει πρόσθετα στοιχεία και οι υπεύθυνοι έκρυβαν συστηματικά την αλήθεια. Το βέβαιο είναι ότι η ενδεχόμενη αδράνειά μας θα οδηγούσε σε μια νέα αναγκαστική κοινοτική παρέμβαση. Θα οδηγούσε προπαντός σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις με εξαιρετικά δυσμενείς συνέπειες για τη χώρα, την κοινωνία, τον Έλληνα πολίτη. Η εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών πρόβαλε όχι μόνο ως επιτακτική αναγκαιότητα, αλλά και ως η μοναδική επιλογή για να μπει τέλος στο δημοσιονομικό εκτροχιασμό. Η αποκαλούμενη ‘’δημιουργική λογιστική’’, – με άλλα λόγια η πλασματική ωραιοποίηση και ο εφησυχασμός – αποδεικνυόταν επιλογή μετάθεσης των βαρών και υποθήκευσης του μέλλοντος.
Δεν ήταν μόνο απλώς δημιουργική λογιστική. Ήταν επιλογή εξαπάτησης των πολιτών. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Πιστεύει όμως κανείς ότι εξαπατώντας τους πολίτες μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη και ευημερία; Πιστεύει κανείς ότι μπορεί να επιλύσει οποιαδήποτε προβλήματα, αν δεν γνωρίζει και δεν αναγνωρίζει τις πραγματικές τους διαστάσεις;
Είναι ή δεν είναι αλήθεια ότι οι πολιτικές του χθες οδήγησαν το δημόσιο χρέος σε δυσβάσταχτα ύψη; Είναι ή δεν είναι αλήθεια ότι οδήγησαν τους Προϋπολογισμούς σε αδιέξοδα; Και, επιτέλους, φταίνε εκείνοι που λένε την αλήθεια ή εκείνοι που δημιούργησαν και έκρυβαν το πρόβλημα;
Δηλαδή – για να καταλάβω τί ακριβώς λέτε – στείλατε τη χώρα σε μια απίστευτη δημοσιονομική εκτροπή και ζητάτε και τα ρέστα; Επί χρόνια λέγατε συνειδητά, συστηματικά ψέματα και παριστάνετε τώρα τους τιμητές; Δεν έχετε καταλάβει καλά τα πράγματα. Δεν είστε ούτε τιμητές, ούτε κατήγοροι. Κατηγορούμενοι είστε για εξαπάτηση των πολιτών και για τα συσσωρευμένα αδιέξοδα της οικονομίας.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Σε ό,τι αφορά τώρα την εισοδηματική πολιτική. Πολύ καλά καταλαβαίνουμε – πρώτος εγώ– τους πολίτες που δεν είναι ικανοποιημένοι. Ούτε κι εμείς είμαστε ευτυχείς για την κατάσταση της οικονομίας γενικότερα, των δημόσιων οικονομικών ειδικότερα. Και το λέω ευθέως αυτό. Όμως, υπερβήκαμε και τα τελευταία περιθώρια που υπήρχαν. Διανύουμε μια δύσκολη, μια κρίσιμη χρονιά για τη δημοσιονομική προσαρμογή της χώρας, στα όρια που επιβάλλει η Ευρωπαϊκή Ένωση και δεν έχουμε δικαίωμα αποτυχίας. Γιατί, σε μια τέτοια περίπτωση, οι συνέπειες θα είναι βαρειές για όλους. Και θα είναι ακόμα πιο βαρειές για τους οικονομικά ασθενέστερους. Και αυτό δεν μπορούμε να το αφήσουμε να συμβεί. Γιατί είναι ζήτημα εθνικού χρέους και εθνικής ευθύνης να μη συμβεί. Όμως, παρά τα τεράστια βάρη του χθες, παρά τις δυσκολίες του εγχειρήματος, επιμένουμε στις δεσμεύσεις μας. Επιμένουμε σταθερά στην εφαρμογή ήπιας δημοσιονομικής προσαρμογής. Οι αυξήσεις, όπως ακριβώς είχαμε δεσμευτεί, κινούνται πάνω από τα όρια του πληθωρισμού και, επιπλέον, υπάρχει ουσιαστική μείωση στα φορολογικά βάρη, κυρίως για τους οικονομικά ασθενέστερους. Οι Έλληνες μπορούν να αισθάνονται σίγουροι ότι οι δεσμεύσεις που αναλάβαμε στο πλαίσιο της τετραετίας ισχύουν και μάλιστα στο ακέραιο.
Η πολιτική μας έχει ως στόχο την αντιμετώπιση των προβλημάτων της καθημερινότητας. Έχει ως σκοπό τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής. Για μας το πιο σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα είναι η ανεργία. Και η ανεργία, δεν αντιμετωπίζεται παρά μόνο με νέες επενδύσεις, νέες επιχειρήσεις, νέες θέσεις δουλειάς. Ο καθένας ας αναλάβει επιτέλους τις ευθύνες του. Και για τα έργα του και για τις κρίσεις του. Έχετε παρελθόν κύριοι συνάδελφοι του ΠΑΣΟΚ και όσο ταυτίζεστε με το παρελθόν, δεν μπορεί να διεκδικείτε το μέλλον. Η χώρα χρειάζεται πολιτικές ευθύνης, πολιτικές που να μην υπονομεύουν, αλλά να εγγυούνται μια καλύτερη προοπτική.
Μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση αυτή η διαρκής αναφορά ακόμα και σε θέματα άσχετα με το σήμερα συζητούμενο, όπως το νόμο για το βασικό μέτοχο. Αυτή η επιλεκτική ευαισθησία, ειδικά για αυτό τον νόμο είναι περίεργη. Θέλω να σας ρωτήσω κάτι. Μήπως κατά τις δικές σας μέρες, με τη διαπλοκή και τα οργανωμένα συμφέροντα να αλωνίζουν ανενόχλητα. Είχατε άραγε σπουδαίες επιδόσεις στις επενδύσεις; Έγιναν μήπως σπουδαίες επενδύσεις και δεν τις είδαμε εμείς; Το πρόβλημα δεν είναι οι επενδύσεις. Το πρόβλημα είναι οι επιλεκτικές ευαισθησίες για ρυθμίσεις που αποτρέπουν τα φαινόμενα, τα αχαλίνωτα φαινόμενα της ανεξέλεγκτης δράσης των οργανωμένων συμφερόντων.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Μπροστά στα μεγάλα, τα επί δεκαετίες συσσωρευμένα προβλήματα, υπάρχουν δύο δρόμοι. Ο ένας δρόμος είναι αυτός της οξύτητας, της υποκρισίας, της ανευθυνότητας, και μάλιστα ακολουθείται από εκείνους που φέρουν- δεν λέω το αποκλειστικό – αλλά το κύριο βάρος για τη διόγκωση των προβλημάτων. Ο άλλος δρόμος είναι ο δρόμος της υπευθυνότητας, της ειλικρίνειας. Είναι κοπιαστικός ο ανηφορικός δρόμος της δημιουργίας. Εμείς αυτόν τον δρόμο έχουμε επιλέξει και σ΄ αυτόν θα πορευτούμε με συνέπεια. Ο καθένας είναι ελεύθερος να κάνει την επιλογή του, ελπίζω αναλογιζόμενος τί ωφελεί και τι ζημιώνει τον τόπο. Κριτής όλων μας είναι ο πολίτης. Ο πολίτης που ξέρει, που έχει πια μακρά εμπειρία, που είναι ωριμότερος από ποτέ για να σταθμίζει και να επιλέγει το εθνικό συμφέρον.