ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2005

ΟΜΙΛΙΑ

ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ κ. ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ

ΣΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΤΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΚΑΙ ΣΟΦΟΚΛΗ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

Κυρίες και κύριοι,

Φίλες και φίλοι,

Είναι πάντα ξεχωριστή η χαρά μου, όταν βρίσκομαι στον Τόπο που δίδαξε λεβεντιά και περηφάνια. Στον Τόπο του Ελευθέριου Βενιζέλου, που με τη δράση του στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα σφράγισε την μοίρα της Ελλάδας. Του Σοφοκλή Βενιζέλου που επί δεκαετίες έπαιξε σημαντικό ρόλο στην πολιτική ζωή της χώρας και πιο πρόσφατα του πρώην Πρωθυπουργού και επιτίμου Προέδρου της Νέας Δημοκρατίας κ. Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Σήμερα, όμως, είναι για μένα μια ξεχωριστή ημέρα. Νοιώθω ιδιαίτερη συγκίνηση που είμαι μαζί σας στην εκδήλωση μνήμης και τιμής για τους Μεγάλους της Κρήτης και ολόκληρου του Ελληνισμού. Ευχαριστώ για την πρόσκληση και συγχαίρω θερμά το Δήμο Χανίων και το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Βενιζέλος».

Τιμούμε σήμερα εκείνους που τίμησαν την Ελλάδα: Τον Ελευθέριο και το Σοφοκλή Βενιζέλο. Τιμούμε τον Ηγέτη που άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα του στη νεότερη ελληνική ιστορία. Εκείνον που ξεκίνησε από τη μαχόμενη Κρήτη, αποφασισμένος να αφιερώσει τη ζωή του στον αγώνα για την ενσωμάτωση του Τόπου του στον εθνικό κορμό, για την υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας, για την πραγματοποίηση των οραμάτων που παρέμεναν άσβεστα στο νου και τις καρδιές των Ελλήνων. Παιδί της αλύτρωτης ακόμη Ελλάδας, ο Ελευθέριος Βενιζέλος  ήταν, πάν’ απ’ όλα, επαναστάτης. Επαναστάτης στη νοοτροπία, στον τρόπο σκέψης, στην πολιτική δράση. Ήταν πάντα έτοιμος να συγκρουστεί με όποιες αντιξοότητες και αν βρίσκονταν μπροστά του. Φτάνει να πίστευε ότι αυτό που του ζητούσε η Πατρίδα και ότι αυτό που έκανε υπηρετούσε το συλλογικό συμφέρον.

Το επαναστατικό του πνεύμα στόχευε στη ριζική μεταβολή του χάρτη ολόκληρης της περιοχής, στην οποία εδέσποζε, μέχρι τότε, η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Έπαιρνε, συχνά, παράτολμες πρωτοβουλίες και οδηγείτο σε ρηξικέλευθες πολιτικές επιλογές. Όποτε πίστευε πως χρειαζόταν, ακολουθούσε πολιτικές ‘’σταθμισμένου ρίσκου’’. Είχε, όμως, και τεράστια αυτοπειθαρχία, που τον βοηθούσε, όχι μόνο να βρίσκει αλλά και να ακολουθεί καινούριους δρόμους, για νέες προοπτικές. Ήταν επαναστάτης, αλλά και ρεαλιστής. Ήταν επαναστάτης, αλλά και διπλωμάτης. Και ο συνδυασμός αυτός, ήταν ένα από τα ιδιαίτερα στοιχεία της ταυτότητας και της παρουσίας του στον εθνικό στίβο. Δημιουργούσε ένα ξεχωριστό ‘’κράμα προσωπικότητας’’. Κράμα δυναμισμού, ευφυίας, αλλά και ευελιξίας. Είναι γεγονός – κοινά αποδεκτό πλέον – ότι, ειδικά στην πρώτη περίοδο της Διακυβέρνησής του, ο Βενιζέλος, προσέγγισε τα όρια του ακατόρθωτου. Κατάφερε, μέσα σε λίγα χρόνια, να ανασυντάξει την αδύναμη Ελλάδα και να την υπερδιπλασιάσει. Κατάφερε να την επιβάλει ως ισχυρό παράγοντα και υπολογίσιμη δύναμη στο διεθνή περίγυρο. Κατάφερε ταυτόχρονα, να προωθήσει ένα τεράστιο μεταρρυθμιστικό  (οικονομικό, εκπαιδευτικό και διοικητικό) έργο.

Κατέφερε: Να βγάλει την Χώρα από τη μιζέρια και την καχεξία. Να τη σπρώξει σε μια πορεία ρωμαλέας ανάπτυξης. Να τη μετατρέψει σε ισχυρή Ναυτική Δύναμη. Να εμπνεύσει εθνική αυτοπεποίθηση. Η προσπάθειά του, ωστόσο, είχε υπερβεί τις αντοχές του λαού. Έχασε τις εκλογές, την ώρα που βρισκόταν στο αποκορύφωμα των επιτυχιών του και στην τελική φάση του δρόμου για τους εθνικούς στόχους που είχε τάξει. Δύο χρόνια αργότερα, η Μικρασιατική καταστροφή διαμόρφωνε μια νέα και πολύ δεινή πραγματικότητα. Τα τραύματα στον εθνικό κορμό ήταν βαρειά και οι συνέπειες δραματικές. Η εδαφική επέκταση του Ελληνικού κράτους στις αλύτρωτες Πατρίδες σταματούσε με τον πιο οδυνηρό τρόπο. Είχαν ήδη διαμορφωθεί νέες ισορροπίες στην Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, (ο, μέχρι τότε, ‘’μεγάλος ασθενής’’) είχε μεταβληθεί σε μια Τουρκία με αξιόλογη εθνική δύναμη. Η ‘’Μεγάλη Ιδέα’’ εγκαταλειπόταν. Η  Χώρα έπρεπε να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα και στα νέα σύνορα.  Και όλα αυτά ο Βενιζέλος, όχι μόνο τα κατάλαβε έγκαιρα, αλλά άρχισε να τα εντάσσει, από την πρώτη στιγμή, στους προβληματισμούς και τους νέους σχεδιασμούς του για το μέλλον. Οι προκλήσεις που πρόβαλαν στον κοντινό χρονικό ορίζοντα έγιναν πλήρως και αμέσως, κατανοητές από το Βενιζέλο. Αυτός που υπήρξε πρωτεργάτης της μεγέθυνσης του Ελληνικού Κράτους, ήταν, πια, αναγκασμένος να αναζητήσει καινούριους δρόμους.  Υπολόγιζε υπεύθυνα τη δυναμική των επερχόμενων εξελίξεων, και αποφάσιζε να ακολουθήσει μια νέα πολιτική ‘’ρεαλισμού’’.

Η απελευθέρωση των υπόδουλων Ελλήνων, ως προτεραιότητα της εθνικής πολιτικής, παραχώρησε τη θέση της στις άμεσες ανάγκες του Τόπου:

– Στην επιβίωση,

– την αντιμετώπιση του προσφυγικού,

– την εσωτερική ανόρθωση.

Η ειρήνη και η ασφάλεια, αποτελούσαν πια το νέο ζητούμενο,  για τον, μέχρι τότε, επαναστάτη και απελευθερωτή των αλύτρωτων. Η οικονομική ανάπτυξη της Χώρας και η πρόοδος της ελληνικής κοινωνίας γινόταν πρωταρχικός σκοπός της νέας πολιτικής. Η προσήλωση στο πνεύμα της Κοινωνίας των εθνών και ο σεβασμός στη διεθνή έννομη τάξη ήταν οι ασφαλιστικές δικλείδες για τη νέα πορεία της Χώρας και τη διεκδίκηση μιας αξιοσέβαστης θέσης στη Διεθνή Κοινότητα. Ο Βενιζέλος είχε συλλάβει έγκαιρα τις ανάγκες των καιρών και βάλθηκε να τις καλύψει, παίρνοντας στην πλάτη του

αυτό που σήμερα αποκαλούμε ‘’πολιτικό κόστος’’. Και αυτό ήταν στοιχείο ευδιάκριτο στο χαρακτήρα του. Στοιχείο που χαρακτηρίζει μόνο τις κορυφαίες ηγετικές προσωπικότητες. Στοιχείο που διακρίνει εκείνους που πρωταγωνιστούν στα κοινά, φιλοδοξώντας να δώσουν στον Τόπο και όχι να πάρουν από αυτόν.

Κυρίες και κύριοι,

Η πραγματικότητα που διαμορφώθηκε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή δεν απαιτούσε μόνο την προσαρμογή της πολιτικής ηγεσίας, αλλά και των απλών ανθρώπων. Η καινούρια αλήθεια πρόβαλε πολύ ξαφνικά και πολύ σκληρά, για όλους τους Έλληνες. Ο Βενιζέλος αισθανόταν πως όφειλε να τους βγάλει από τα όνειρα του παρελθόντος και να τους εμπνεύσει ένα νέο σκοπό. Ήταν, βέβαια, δύσκολο και εξαιρετικά σκληρό για τον ίδιο. Χρειαζόταν να σφίξει την καρδιά του και να επιστρατεύσει όλη τη δύναμη της ψυχής του, για την Ελλάδα που τάχθηκε να υπηρετεί.

Οι συνθήκες που διαμορφώνονταν στην περίοδο του μεσοπολέμου δεν ήταν δυνατόν να τον αφήσουν αδιάφορο. Αποφάσιζε έτσι, μετά από μία απουσία τεσσάρων ετών, να επανέλθει (τον Ιούλιο του 1928) στην πολιτική σκηνή, και να εκθέσει ένα νέο πρόγραμμα εξωτερικής πολιτικής, με καινούριους στόχους και ασφαλείς κινήσεις για το μέλλον. Η Μεγάλη Ιδέα εγκαταλειπόταν οριστικά. Οι εθνικές διεκδικήσεις, δεν αναφέρονταν πουθενά. Οι πρόσφυγες έπρεπε να πάψουν να ελπίζουν πως θα επιστρέψουν στα σπίτια τους. Ο ελληνικός λαός καλείτο να ξεπεράσει την παραδοσιακή αντιπαλότητα με την Τουρκία.

Έπρεπε…

– να λυθούν οι διαφορές με τη Γιουγκοσλαβία,

– να βρεθεί τρόπος συνεννόησης με τη Βουλγαρία,

– να εγκαινιαστεί μια νέα πολιτική φιλίας με την Ιταλία.

Ο σεβασμός στη διεθνή νομιμότητα, η διαβαλκανική συνεργασία, η συνεννόηση με την Τουρκία και η ανάδειξη της Χώρας σε ισχυρό περιφερειακό παράγοντα ήταν οι νέες πτυχές της διπλωματικής στρατηγικής του. Στις εκλογές που ακολούθησαν, ούτε ο Βενιζέλος περίμενε τη σαρωτική νίκη που πέτυχε: Το εκλογικό Σώμα, με όσα είχε περάσει, και όσα φοβόταν για το επόμενο διάστημα, στρεφόταν σε έναν Ηγέτη που ενέπνεε εμπιστοσύνη για να οδηγήσει τον Τόπο, με σιγουριά και ασφάλεια, στην πορεία του προς το μέλλον. Επιστρέφοντας στην εξουσία ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε τρεις στόχους:

Πρώτον, να γίνει Ηγέτης για όλους τους Έλληνες. Δεύτερον, να διασφαλίσει την ακεραιότητα της Χώρας, μακριά από συγκρούσεις. Και, Τρίτον, να οδηγήσει την Ελλάδα στο δρόμο της δυναμικής οικονομικής ανάπτυξης. Αντί για νέα δάφη διεκδικούσε πια τη σταθερότητα και την ασφάλεια. Αντί των διεκδικήσεων απέναντι στους κατέχοντες ελληνικά εδάφη, αντιμετώπιζε τους γείτονες της χώρας και ιδίως την Τουρκία, ως πιθανούς φίλους. Αντί για ρίσκο  ζητούσε την σιγουριά για τον Τόπο. Ήθελε και πάλι να διεκδικήσει για την Ελλάδα και τους Έλληνες κάτι μεγάλο και σπουδαίο. Σε άλλη κατεύθυνση, βέβαια. Αλλά οπωσδήποτε μεγάλο και τολμηρό.  Εγκαινίασε, έτσι, μια νέα πολιτική απέναντι στην Τουρκία και δεν δίστασε να αναλάβει όποιο πολιτικό κόστος χρειαζόταν για να φτάσει στη συμφωνία του ΄30. Συνομιλούσε, όμως, με την Άγκυρα ισότιμα. Αναδιάτασσε, με τόλμη και ρεαλισμό, τις προτεραιότητες της ελληνικής πολιτικής. Μείωνε τους πόρους που κατευθύνονταν στους εξοπλισμούς και άνοιγε το δρόμο για  σημαντικές επενδύσεις σε παραγωγικούς τομείς. Ζητούσε να υπογραφούν διμερή σύμφωνα φιλίας και διαιτησίας μεταξύ των Βαλκανικών κρατών. Να αναγνωριστούν τα σύνορα ως οριστικά και να δοθούν αμοιβαίες εγγυήσεις. Να υπάρξει πολιτική μη επέμβασης σε περίπτωση σύγκρουσης ενός βαλκανικού κράτους

με οποιοδήποτε άλλο.

Στόχος της προσπάθειάς του ήταν, τελικά, να πλησιάσουν, η μια την άλλη, οι βαλκανικές χώρες και μάλιστα τόσο πολύ, ώστε να προχωρήσει η Βαλκανική Ένωση. Τα Βαλκάνια, η πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης, μετατρέπονταν σταδιακά σε μια γειτονιά στην οποία η Ελλάδα μπορούσε να διεκδικήσει ένα νέο πολιτικό, πολιτισμικό και οικονομικό ρόλο. Όπως στην έως τότε πορεία του, έτσι ακριβώς και στη νέα περίοδο, η πολιτική του Βενιζέλου ήταν μεγαλεπήβολη. Έβαζε ψηλά τον πήχη των προσπαθειών του, τόσο στα διεθνή, όσο και στα εσωτερικά ζητήματα. Τα αποτελέσματα δεν ήταν βέβαια τα αναμενόμενα. Η παγκόσμια οικονομική κρίση που ακολούθησε δεν άφησε να φανεί το τεράστιο έργο που έγινε, σ’ ό,τι αφορά την Οικονομία και την Ανάπτυξη. Τα κατάλοιπα του εθνικού διχασμού δεν του επέτρεψαν να αναδειχθεί, όπως ήθελε, σε ηγέτη, αποδεκτό απ΄ όλους τους Έλληνες. Οι προσπάθειές του, και προπάντων τα αποτελέσματα των προσπαθειών του, επρόκειτο να προσκρούσουν στις δυσμενείς διεθνείς εξελίξεις και τις παρενέργειες που επιφύλασσαν στα ελληνικά δεδομένα. Ο Βενιζέλος πρόβλεπε το κόστος και, όπως αποδείχτηκε, το πλήρωσε ακριβά.

Η διεθνής αναταραχή, στις αρχές της δεκαετίας του ΄30, έφερναν και πάλι (και μάλιστα εξαιρετικά βαρειά) τα σύννεφα των συγκρουσιακών καταστάσεων του παρελθόντος. Οι Δημοκρατίες στην Ευρώπη, η μια μετά την άλλη, υποχωρούσαν και στη θέση τους ‘’ξεφύτρωναν’’ αυταρχικά καθεστώτα. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος,  θα έστελνε και πάλι την Ελλάδα (όπως και ολόκληρη την Ευρώπη) σε νέες περιπέτειες. Αλλά και σε νέες καταστροφικές περιόδους, όπως η δραματική δεκαετία του ΄40 -΄49.Βέβαιο, ωστόσο, είναι ότι οι θέσεις του Βενιζέλου, σε ένα μεγάλο βαθμό, παραμένουν, ακόμα και τώρα, επίκαιρες. Και αυτό οδηγεί σε κρίσιμα συμπεράσματα, όχι μόνο για την αξιολόγηση του παρελθόντος, αλλά και (κυρίως, μάλιστα) για τις πολιτικές του μέλλοντος. Αυτή, άλλωστε, είναι και η βασική αποστολή της Ιστορίας.

Κυρίες και κύριοι,

Αγαπητοί φίλοι,

Η πορεία του Ελευθέριου Βενιζέλου,  συνθέτει μια μεγαλειώδη σελίδα στην Ελληνική Ιστορία, η μελέτη της οποίας οδηγεί σε διαχρονικής αξίας συμπεράσματα. Και οι λόγοι είναι πολλοί: Πρώτ’ απ’ όλα, γιατί ο Βενιζέλος έγραψε, πράγματι, Ιστορία. Είχε σχέδιο και όραμα για την Ελλάδα. Είχε την έμπνευση και την τόλμη να ανοίγει καινούριους δρόμους. Είχε τη δύναμη, όταν άλλαζαν τα πράγματα, να αλλάζει θέση απέναντι στα πράγματα. Στις ημέρες του, η Ελλάδα μεγάλωσε, αλλά και διχάστηκε. Στις ημέρες του, οι Έλληνες δοξάστηκαν, αλλά ένοιωσαν και μεγάλες απογοητεύσεις. Στις ημέρες του, έγιναν μεγάλα και σπουδαία, αλλά δεν έλειψαν πάθη και τα λάθη.

Η πολιτική του δεν περιοριζόταν ποτέ σε πράξεις διεκπεραίωσης και διαχείρισης της όποιας πραγματικότητας. Η πολιτική δεν μπορεί να καθυποτάσσεται σε κατεστημένες καταστάσεις. Ο συντηρητισμός αυτός (όποιον αυτοχαρακτηρισμό κι αν επιστρατεύει) δεν οδηγεί μπροστά. Δεν υπηρετεί, παρά μόνον συμφέροντα, που βρίσκονται μακριά από τα αιτήματα της κοινωνίας. Η πολιτική χρειάζεται δύναμη προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Χρειάζεται να βγαίνει μπροστά από τα γεγονότα, να οδηγεί κι όχι να οδηγείται από τις εξελίξεις. Χρειάζεται συγκεκριμένη στόχευση, πίστη στο σκοπό, γενναιότητα στις κρίσιμες επιλογές. Χρειάζεται, παν’ απ’ όλα, όραμα, αλλά και ρεαλιστικό σχέδιο που να οδηγεί στην πραγματοποίησή του. Όλα αυτά τα βρήκαμε, τόσο στο πνευματικό έργο, όσο και στην πολιτική δράση του Ελευθέριου Βενιζέλου.

Γιατί ο Βενιζέλος υπήρξε, πρώτ’ απ΄ όλα, πολίτης με ευρύτατη μόρφωση και πνευματικά ενδιαφέροντα. Συνδεόταν άμεσα με τη λαϊκή ψυχή, στις καθημερινές πλούσιες πολιτισμικές εκφράσεις της. Κατάφερνε, έτσι, να συγκινεί, να συναγείρει και να συναρπάζει. Υπήρξε δυναμικός επαναστάτης. Υπήρξε οραματιστής, αλλά και ρεαλιστής. Υπήρξε πολιτικός των μεγάλων στόχων και των δύσκολων αγώνων. Διεκδικούσε μαχητικά και δεν δίσταζε να προχωρά επαναστατικά. Είχε και τη βούληση και τη δύναμη να αλλάζει ρότα, όταν έκρινε πως ήταν αναγκαίο και σωστό, για την Ελλάδα και τους Έλληνες. Πίστευε στους στόχους που έβαζε. Είχε πάθος γι’ αυτό που έκανε. Είχε (και αυτό ήταν ένα από τα θεμελιακά στοιχεία του χαρακτήρα του) απόλυτη εμπιστοσύνη στις ικανότητές του. Ήταν βέβαιος πως μπορούσε να αντιμετωπίσει κάθε πρόβλημα, όσο περίπλοκο κι αν έμοιαζε. Ήταν Ηγέτης που έσκυβε στα προβλήματα. Ήταν πολιτικός με αντίληψη για την πολιτική πραγματικότητα και τις ανάγκες των καιρών. Πάν’ απ’ όλα, όμως, ήταν Ηγέτης της δράσης, με ισχυρή την πεποίθηση ότι η συντηρητική διαχείριση ισοδυναμούσε με καθήλωση και απώλεια ευκαιριών. Έβαζε ψηλούς στόχους και επεδίωκε αποτελεσματικές λύσεις. Πίστευε στο όραμα ολόκληρου του Ελληνισμού και αγωνιζόταν να το κάνει πραγματικότητα. Συνέλαβε έγκαιρα το αίτημα της εθνικής αναγέννησης και της εξόδου από το τέλμα του παρακμιακού εφησυχασμού. Έγινε εκφραστής του έθνους – κράτους και της εθνικής ολοκλήρωσης.

Παρόλο ότι ήταν Πρωθυπουργός μιας χώρας μικρής στο χάρτη, κατάφερνε με την εύστοχη ανάγνωση των μηνυμάτων που έφερναν οι νέοι καιροί, να στέκεται ως ίσος προς ίσον απέναντι στους ηγέτες των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής του. Διεκδικούσε (και τα κατάφερνε) ακόμη και κάτω από αντίξοες περιστάσεις, να συνομιλεί ισότιμα μαζί τους. Ήθελε (και επεδίωκε συστηματικά) να μετέχει στη διαμόρφωση όσων συντελούνταν και όσων προδιαγράφονταν στο διεθνή περίγυρο. Πίστευε βαθειά ότι η ασφάλεια της Ελλάδας, τα εθνικά όνειρα και η ευημερία του ελληνικού λαού  ήταν στόχοι που επηρεάζονταν άμεσα από τις διεθνείς εξελίξεις. Ένοιωθε την ανάγκη να λαμβάνει υπόψη τις πιθανές εξωτερικές αντιδράσεις σε κάθε κίνηση που σχεδίαζε. Αλλά και αντίστροφα: Μετρούσε σοβαρά τις επιπτώσεις των διεθνών εξελίξεων στην πορεία της Χώρας. Είχε πλήρη συνείδηση της αλληλεξάρτησης μεταξύ της εξωτερικής πολιτικής και των πολιτικών επιλογών εσωτερικής διάστασης.

Κυρίες και κύριοι,

Μελετώντας τη θυελλώδη πορεία του Ελευθέριου Βενιζέλου, κάθε Έλληνας μπορεί να αποκομίζει πολλά και να συμπεραίνει ακόμη περισσότερα.  Ξέρετε ότι κι εγώ, αυτήν ακριβώς την προσωπικότητα, αυτή τη σελίδα της Ιστορίας μας, επέλεξα να μελετήσω για τη διδακτορική διατριβή μου. Οφείλω, λοιπόν, να πω με ειλικρίνεια ότι έμαθα πολλά και χρήσιμα. Όχι βέβαια για τον καταλογισμό ευθυνών και την ταξινόμηση των πρωταγωνιστών της Ιστορίας σε κάποιο ‘’Πάνθεο Ηρώων’’. Δεν είμαι ανάμεσα σε εκείνους

που προσεγγίζουν την Ιστορία σαν κριτή ή αδέκαστο δικαστή. Ιστορία είναι το σύνολο των μαθημάτων που θα έπρεπε να είχαμε διδαχθεί, προ πολλού. Ιστορία είναι γνώση είναι η εμπειρία του παρελθόντος, που συμβάλλει στην κατανόηση του παρόντος και την επιλογή των δρόμων του μέλλοντος. Δεν αρκεί, λοιπόν, να βγάζουμε συμπεράσματα από την ιστορική διαδρομή μας και να τα επαναλαμβάνουμε μεταξύ μας, σε επετείους και εκδηλώσεις μνήμης και τιμής.

Είναι ανάγκη να τα αξιοποιούμε στην πράξη,  στις επιλογές, στις αποφάσεις και τις συμπεριφορές μας. Είναι ανάγκη να βλέπουμε κατάματα τις αλήθειες που συνθέτουν την οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα, να μετρούμε τις δυνάμεις μας και να παίρνουμε τις αποφάσεις που απαιτεί το συλλογικό συμφέρον. Είναι ανάγκη να ενώνουμε τις δυνάμεις και να συντονίζουμε τις προσπάθειές μας σε κοινούς στόχους. Να παίρνουμε αποφάσεις για την Ελλάδα και τους Έλληνες. Με σύνεση, αλλά και τόλμη. Με εθνική συνεννόηση, αλλά και αποφασιστικότητα.  Με ευθύνη απέναντι στο μέλλον, αλλά και κοινωνική ευαισθησία.

Φίλες και φίλοι,

Η Χώρα μας αντιμετωπίζει πολλά και σοβαρά προβλήματα εξαιτίας του συντηρητισμού, των αγκυλώσεων και της ατολμίας του παρελθόντος. Αντιμετωπίζει δυσκολίες, εξαιτίας της διόγκωσης του δημόσιου χρέους και των ελλειμμάτων του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα. Εξαιτίας της απουσίας απόλυτα αναγκαίων διαρθρωτικών αλλαγών. Αλλά και εξαιτίας της διαμόρφωσης ενός κατεστημένου συμφερόντων, ενός συστήματος διαπλοκής και διαφθοράς,  ενός καθεστώτος αδιαφάνειας και ασυδοσίας. Έχουμε υποχρέωση (και αυτό κάνουμε) να δώσουμε στην Οικονομία τη δυνατότητα να σταθεί στα πόδια της. Να προχωρήσουμε στην εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών και τη θεμελίωση μιας νέας αναπτυξιακής διαδικασίας. Να γίνει η Ελλάδα ανταγωνιστική στην Ευρώπη και τον Κόσμο. Έχουμε υποχρέωση (και αυτό κάνουμε) να προχωρήσουμε στην επανίδρυση του κράτους.

Να δημιουργήσουμε κράτος σύγχρονο και αποτελεσματικό, δίπλα στον πολίτη. Να αντιμετωπίσουμε τα μεγάλα προβλήματα της καθημερινότητας. Ιδίως σ’ ό,τι αφορά την Παιδεία, την Υγεία, την ασφάλεια της ζωής και της περιουσίας του πολίτη.

Έχουμε υποχρέωση (και αυτό κάνουμε) να συγκρουστούμε με τη διαπλοκή και τη διαφθορά που γιγαντώθηκαν επικίνδυνα στα  χρόνια που πέρασαν. Στη σύγχρονη Ελλάδα οι κανόνες πρέπει να είναι κοινοί για όλους. Να διασφαλίζουν διαφάνεια παντού. Να καθιστούν ισχυρό τον πολίτη και να υπηρετούν το συλλογικό συμφέρον. Αυτή είναι η απαίτηση της κοινωνίας. Αυτή είναι και η αξίωση της Νέας Εποχής. Το παρελθόν μας διδάσκει. Το μέλλον είναι ήδη παρόν. Οι υποχρεώσεις όλων μας είναι βαρειές. Οδηγός μας είναι το συμφέρον των Ελληνίδων και των Ελλήνων. Οδηγός μας είναι η Ελλάδα του κοινού μέλλοντος.

Σας ευχαριστώ πολύ.