ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ

Αθήνα, 18 Μαΐου 2005

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ κ. ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ

ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΣΥΜΠΟΣΙΟΥ

ΠΟΥ ΔΙΟΡΓΑΝΩΝΕΙ ΤΟ ΙΔΡΥΜΑ «ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ»

ΜΕ ΘΕΜΑ «ΙΣΠΑΝΙΑ, ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ, ΕΛΛΑΔΑ:

30 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ»

Η εκδήλωση που διοργανώνεται σήμερα έχει ένα διπλό μήνυμα: Μήνυμα Δημοκρατίας και μήνυμα συνεχούς προσέγγισης των λαών, μέσα από τη νεότερη πολιτική ιστορία τους, αλλά και μέσα από τη συμπόρευσή τους στο κοινό ευρωπαϊκό μέλλον. Καλωσορίζω τους διακεκριμένους επισκέπτες μας, και συγχαίρω θερμά τους διοργανωτές και όλους όσοι συμμετέχουν στην εκδήλωση.

Οι αρχές της δεκαετίας του 1970 άφησαν στη σύγχρονη πολιτική ιστορία της Ελλάδας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, ένα κοινό, κομβικό, στοιχείο. Ήταν στις αρχές της δεκαετίας εκείνης, όταν, για διαφορετικές αιτίες και αφορμές, κατέρρευσαν τα αυταρχικά καθεστώτα στις τρεις χώρες. Ήταν στις αρχές της δεκαετίας εκείνης  που οι τρεις χώρες της Νότιας Ευρώπης, ξεκινώντας από διαφορετικές αφετηρίες, πήραν το δρόμο που σήμανε, για την κάθε μια, το τέλος μιας ανελεύθερης περιόδου και την αρχή μίας νέας εποχής για τις κοινωνίες τους. Ήταν στις αρχές της δεκαετίας του ’70 που συντελέστηκε η μετάβασή τους στη Δημοκρατία και άρχισε η παγίωση των δημοκρατικών θεσμών. Αυτό που αποκλήθηκε διεθνώς ‘’τρίτο κύμα εκδημοκρατισμού’’.

Το υπόβαθρο, τα γεγονότα, τα αίτια των εξελίξεων  διέφεραν, όπως είναι φυσικό, από χώρα σε χώρα. Στην Πορτογαλία, το τέλος του απολυταρχικού καθεστώτος ήλθε την άνοιξη του 1974,  ύστερα από ένα κίνημα χαμηλόβαθμων αξιωματικών, που αντιδρούσαν στον πόλεμο για τη διατήρηση των αποικιών στην Αφρική. Ο κόσμος βγήκε στους δρόμους και ενώθηκε με τους στρατιώτες, βάζοντας γαρύφαλλα στις κάνες των όπλων. Το στρατιωτικό κίνημα επέδρασε καταλυτικά στην απελευθέρωση των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που ήθελαν το τέλος της αυταρχικής εξουσίας και εξελίχθηκε σε κοινωνική επανάσταση. Εξελίχθηκε σ’ αυτό που ονομάστηκε “Επανάσταση των Γαριφάλων” και οδήγησε στον τερματισμό της δικτατορίας.

Στην Ισπανία, η διαδικασία των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων, πραγματοποιήθηκε μέσα από μια σταδιακή ανατροπή των θεσμών και των μηχανισμών του δικτατορικού καθεστώτος, που ξεκίνησε το 1975, αμέσως μετά το θάνατο του στρατηγού Φράνκο. Αξίζει, πάντως, να υπογραμμιστεί η θετική επίδραση που είχε στις εξελίξεις η συμφωνία των πολιτικών δυνάμεων, για τον τρόπο αποκατάστασης της Δημοκρατίας.

Στην Ελλάδα, η δημοκρατική αλλαγή άρχισε να φαίνεται στον ορίζοντα από το Νοέμβριο του 1973, όταν εκδηλώθηκε η εξέγερση στο Πολυτεχνείο.  Σχεδόν ένα χρόνο αργότερα, τον Ιούλιο του 1974, τα δραματικά γεγονότα στην Κύπρο, το πραξικόπημα και η τουρκική εισβολή, οδηγούσαν στην κατάρρευση της χούντας. Στην κρίσιμη εκείνη καμπή, κρίσιμη, τόσο για τις εθνικές υποθέσεις μας, όσο και για τις εσωτερικές εξελίξεις, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής αναλάμβανε το βάρος και την ιστορική ευθύνη να σφραγίσει το τέλος της δικτατορίας και να προχωρήσει στη συγκρότηση μιας συντεταγμένης και ευνομούμενης Δημοκρατικής Πολιτείας. Κινήθηκε ανάμεσα σε αντιξοότητες και οδυνηρές αδυναμίες της Χώρας. Αντιμετώπισε χαοτικές συνθήκες και τεράστιους κινδύνους. Προχώρησε, όμως, με τόλμη και σύνεση, με διορατικότητα και δύναμη φυγής προς τα εμπρός. Κατάφερε, τελικά, να βγάλει την Ελλάδα από το ‘’γύψο’’ και να την οδηγήσει στη Δημοκρατία, μ’ ένα τρόπο τόσο υποδειγματικό που, λίγο αργότερα, θα χαρακτηριζόταν διεθνώς ως “πολιτικό θαύμα’’.

  • Συγκροτήθηκε Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας,
  • νομιμοποιήθηκαν όλες οι πολιτικές δυνάμεις,
  • ψηφίστηκε το πιο δημοκρατικό και προοδευτικό Σύνταγμα της εποχής του,
  • λύθηκε οριστικά το Πολιτειακό ζήτημα,
  • μπήκαν στέρεες θεσμικές βάσεις, ικανές να διασφαλίζουν για πάντα τη Δημοκρατία και την πολιτική ομαλότητα.

Τα γεγονότα, οι συνθήκες, τα αίτια, που συλλειτούργησαν στην κατάρρευση των δικτατορικών καθεστώτων διέφεραν σημαντικά στις τρεις χώρες. Πίσω όμως, από τις επιμέρους διαφορές, κοινή αιτία, κοινή δύναμη αλλαγής, κοινός καταλυτικός παράγοντας,  για την κίνηση των εξελίξεων, ήταν η αντίθεση των κοινωνιών τους στον αυταρχισμό και την απομόνωση. Ήταν το αίτημα για ελευθερία, ασφάλεια, ανάπτυξη, ευημερία. Ήταν η θέληση των κοινωνιών, να είναι ανοικτές στον κόσμο. Διαφορές υπήρχαν, πάντως, και στις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν. Όπως, επίσης, και στους θεσμούς, που δημιουργήθηκαν, αμέσως μετά.

Επηρεάστηκαν

  • από τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούσαν σε κάθε μια από τις τρεις χώρες,
  • από την ιστορική εμπειρία τους,
  • από τις ανησυχίες και τις προσδοκίες των κοινωνιών τους.

Όμως! Ο κατευθυντήριος άξονας της νέας πορείας τους είχε τον ίδιο ακριβώς προσανατολισμό. Ήταν η προσαρμογή στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι και η ένταξη στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Βέβαια, και σε αυτή τη διαδικασία, υπήρξαν σημαντικές διαφορές. Στην Ισπανία, το αίτημα για την ένταξη στην ΕΟΚ απολάμβανε ευρύτερης υποστήριξης, σε σύγκριση κυρίως με την Ελλάδα, αλλά και σε σύγκριση με την Πορτογαλία. Στην Ελλάδα οι αντιθέσεις ήταν εξαιρετικά έντονες, αλλά οι διαδικασίες κινήθηκαν πολύ πιο γρήγορα. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, από την πρώτη στιγμή της Μεταπολίτευσης, ανέλαβε συστηματική και επίμονη προσπάθεια, για να οδηγήσει τη Χώρα, το ταχύτερο δυνατό, στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Απέκρουε τις στείρες εσωτερικές αντιθέσεις και ξεπερνούσε τις διεθνείς αντιξοότητες για να κάνει πραγματικότητα το μεγάλο πολιτικό του στόχο και να ανοίξει το δρόμο για το ευρωπαϊκό όραμα. Η Ελλάδα, έγινε το δέκατο μέλος της ΕΟΚ το 1981 και ακολούθησαν η Ισπανία και Πορτογαλία το 1986.

Βασικό ζητούμενο και στις τρεις χώρες, ήταν η στήριξη για…

  • την επίτευξη δυναμικής ανάπτυξης,
  • τη δημιουργία σύγχρονων υποδομών,
  • την οικονομική και κοινωνική σύγκλιση, με τις υπόλοιπες χώρες της Δυτικής Ευρώπης.

Οι χώρες του Νότου εξασφάλισαν, πράγματι, σημαντική οικονομική αρωγή μέσα από τους κοινοτικούς πόρους. Η αξιοποίησή της, όμως,  δεν είχε τα ίδια αποτελέσματα και στις τρεις χώρες. Η Ελλάδα, παρόλον ότι εντάχθηκε στην ευρωπαϊκή οικογένεια μια πενταετία πρωτύτερα, σε σχέση με την Πορτογαλία και την Ισπανία, δεν μπόρεσε να προωθήσει στον ίδιο βαθμό, ούτε την επιζητούμενη σύγκλισή της, ούτε τις αναγκαίες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις. Και αυτό είναι σήμερα το μεγάλο στοίχημα που καλούμαστε, και είμαστε έτοιμοι να κερδίσουμε.

Κοινή, στις τρεις χώρες, ήταν και η επιδίωξη των μεταδικτατορικών ηγεσιών τους, να ‘’σπάσουν’’ την απομόνωση και να διασφαλίσουν ισχυρές εγγυήσεις για την εμπέδωση της Δημοκρατίας. Η προσαρμογή στο ευρωπαϊκό κεκτημένο, ήταν συνώνυμη με την παγίωση της Δημοκρατίας, του κράτους δικαίου, της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας των κοινωνιών τους.  Βέβαια, η αποκατάσταση και η λειτουργία δημοκρατικών θεσμών ήταν, όπως είναι και σήμερα, βασική και απαραίτητη προϋπόθεση για την ένταξη στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Αλλά και αντίστροφα: Η προσχώρηση στις ευρωπαϊκές δομές, ήταν και για τις τρεις Χώρες, ένας από τους πιο βασικούς παράγοντες που συνέβαλαν στην εδραίωση της Δημοκρατίας, της πολιτικής σταθερότητας, του ομαλού πολιτικού βίου. Η ένταξη στην τότε ΕΟΚ θεμελίωνε σε ισχυρές βάσεις τη λειτουργία του Δημοκρατικού Κοινοβουλευτικού Πολιτεύματος και έβαζε οριστικό τέλος στις αμφιβολίες για τη βιωσιμότητα των δημοκρατικών θεσμών. Καθιστούσε αδιανόητη, όχι μόνο κάθε πιθανότητα, αλλά και κάθε σκέψη για ανατροπή της Δημοκρατίας. Μπορεί βέβαια η άποψη αυτή να ακούγεται υπερβολική, σήμερα. Στα πρώτα -όμως- χρόνια της Μεταπολίτευσης, η εδραίωση της Δημοκρατίας δεν ήταν καθόλου αυτονόητη. Και αυτό το απέδειξαν, τόσο οι κινήσεις των νοσταλγών της Χούντας στην Αθήνα, όσο και η αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος, το 1981,  στην Ισπανία.

Πέρα από την οικονομική και κοινωνική σύγκλιση, πέρα από την εδραίωση των δημοκρατικών θεσμών, η Ελλάδα -σε σύγκριση με τις άλλες χώρες- είχε έναν επιπλέον βασικό στόχο:  Ήταν η ενίσχυση της ασφάλειάς της και του αισθήματος ασφάλειας των Ελλήνων απέναντι σε εξωτερικούς κινδύνους. Ήταν ένας στόχος που ξεπερνούσε τα δεδομένα της ΕΟΚ και αφορούσε το όραμα για την Ευρώπη του μέλλοντος.

Αναμφίβολα, στα τριάντα αυτά χρόνια, η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία έχουν διανύσει πολύ δρόμο στο νέο ευρωπαϊκό πεδίο. Πέτυχαν πολλά στην πορεία τους για το μέλλον και μπορούν να πετύχουν ακόμα περισσότερα. Βρίσκονται, ήδη, μπροστά σε νέες προκλήσεις και νέες ευκαιρίες, που απέχουν πολύ από τα αιτήματα και τους στόχους της δεκαετίας του 1970.

  • Οι κοινές ευρωπαϊκές πολιτικές εξασφαλίζουν καλύτερες προϋποθέσεις για την αντιμετώπιση του διεθνούς ανταγωνισμού, την περαιτέρω οικονομική ανάπτυξη, την περιφερειακή σύγκλιση, την πρόοδο, την ευημερία.
  • Το ευρωπαϊκό κεκτημένο γίνεται πρότυπο προσαρμογής για τις χώρες και τις κοινωνίες της ευρύτερης περιοχής μας.
  • Η Δημοκρατία στα κράτη-μέλη της Ένωσης είναι ισχυρή όσο ποτέ στο παρελθόν.

Υπάρχει, όμως,  και θα ήθελα στο σημείο αυτό να το υπογραμμίσω, ένα εξαιρετικά σημαντικό ζήτημα. Ένα ζήτημα που αφορά, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, τόσο την Ελλάδα, όσο και άλλες χώρες της Ένωσης. Αιτούμενο της Νέας Εποχής, είναι η ποιότητα της Δημοκρατίας. Είναι η βελτίωση και η εμβάθυνσή της. Είναι η διαμόρφωση μιας νέας σχέσης εμπιστοσύνης στα κόμματα και τους θεσμούς του κράτους. Είναι η εξάλειψη της δυσπιστίας προς τους πολιτικούς και την πολιτική. Είναι η διασφάλιση κανόνων διαφάνειας, οι θεσμικές παρεμβάσεις για την προστασία του πολίτη από φαινόμενα διαφθοράς, τα μέτρα ενίσχυσης της δικαιοσύνης, οι σταθεροί και αποτελεσματικοί κανόνες για όλους. Όλα αυτά συνιστούν επιτακτική ανάγκη, για την κατάκτηση της δημοκρατικής ποιότητας.  Είναι κεντρικό ζητούμενο για τις Δημοκρατίες του 21ου αιώνα. Και το αιτούμενο αυτό είναι ευθύνη του συνόλου των πολιτικών δυνάμεων. Είναι υποχρέωση που πηγάζει από αρχές και αξίες. Είναι ο στόχος που αθροίζει, ενώνει και συστρατεύει δυνάμεις. Είναι κοινή απαίτηση των πολιτών.

Ο δρόμος των λαών της Ευρώπης είναι πλέον κοινός. Είναι ο δρόμος που οδηγεί σε μια κοινή Ευρωπαϊκή Πολιτεία, βασισμένη στις αρχές και τις αξίες του πολιτισμού της:

  • Την Ευρώπη που διδάσκει δημοκρατία, διαφάνεια, σεβασμό στον πολίτη.
  • Την Ένωση που απλώνεται σ’ ολόκληρη την Ήπειρο και προχωρά πέρα από την οικονομική και τη νομισματική ενοποίηση.
  • Την Ε.Ε. που γίνεται, διαρκώς, περισσότερο πολιτική, περισσότερο αποτελεσματική, περισσότερο κοινωνική.

Σας ευχαριστώ.