ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ
Αθήνα, 14 Νοεμβρίου 2005
ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ ΚΑΙ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
κ. ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ
ΣΤΑ ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΕΡΓΩΝ
ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΙΑΚΩΒΙΔΗ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ
Με ιδιαίτερη χαρά εγκαινιάζουμε σήμερα μια ακόμη σημαντική πρωτοβουλία της Εθνικής Πινακοθήκης, την αναδρομική έκθεση έργων του Γεώργιου Ιακωβίδη. Ενός καλλιτέχνη, που όλοι γνωρίζουμε, που προσδιόρισε το καλλιτεχνικό κλίμα της εποχής του, και σημάδεψε την πορεία της εικαστικής έκφρασης στον τόπο μας, τόσο μέσα από το καλλιτεχνικό του έργο, όσο και με την ιδιότητά του ως πρώτου διευθυντή της Εθνικής Πινακοθήκης, καθηγητού της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών και μέλους της Ακαδημίας Αθηνών.
Η σημερινή έκθεση λοιπόν, πέρα από το καθαρά εικαστικό και ιστορικό ενδιαφέρον της, είναι και απόδοση τιμής σε μια μεγάλη μορφή της καλλιτεχνικής ζωής της Ελλάδας. Και βεβαίως, θέλω ευθύς εξαρχής, να συγχαρώ τους ανθρώπους της Εθνικής Πινακοθήκης τον Πρόεδρο του ΔΣ, Ακαδημαϊκό κ. Παναγιώτη Τέτση, τα μέλη του ΔΣ, τη Διευθύντρια κυρία Λαμπράκη – Πλάκα και την επιμελήτρια κυρία Όλγα Μεντζαφού. Θέλω ακόμη να ευχαριστήσω τους χορηγούς που έκαναν δυνατή την πραγματοποίηση αυτής της έκθεσης, αναδεικνύοντας τη μεγάλη συμβολή του θεσμού της χορηγίας στην πολιτιστική ζωή του τόπου. Ελπίζω και εύχομαι ο αριθμός των επισκεπτών, και ιδιαίτερα των παιδιών και των νέων ανθρώπων που θα έρθουν και θα θαυμάσουν τα έργα που εκτίθενται, να ξεπεράσει για μια ακόμη φορά ακόμη και τις πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις. Θέλω επίσης να πω, εκ μέρους όλων, ένα μεγάλο ‘’ευχαριστώ’’ στην οικογένεια Γ. Ιακωβίδη.
Χαρακτηριστικότερο θέμα του Ιακωβίδη είναι η απεικόνιση των μικρών παιδιών, συχνά κοντά σε ηλικιωμένους, στους παππούδες και τις γιαγιάδες τους. Γι’ αυτή του την συμβατική, ηθογραφική θεματολογία του και για το ακαδημαϊκό του ύφος, ο Ιακωβίδης συχνά υποτιμήθηκε από τις νεότερες γενιές των μοντέρνων ζωγράφων και κριτικών.
Και όμως, χάρη σε αυτή την θεματολογία του, και βέβαια χάρη στο ταλέντο του που του επέτρεψε να την αποδώσει με μεγάλη επιτυχία, ο Ιακωβίδης κατόρθωσε να δημιουργήσει έργα που όχι απλώς αγαπήθηκαν αλλά, πολύ περισσότερο, αποτυπώθηκαν στο ασυνείδητο γενεών ολόκληρων Ελληνίδων και Ελλήνων. Σε μια κρίσιμη, πολύ κρίσιμη για την ιστορία της χώρας περίοδο, σε μια περίοδο αναζήτησης προσανατολισμού, τα χαρακτηριστικότερα αυτά έργα του Ιακωβίδη μπορούν να ιδωθούν ως μια αλληγορία: στην εικόνα του μικρού παιδιού που προσπαθεί να κάνει τα πρώτα βήματά του ή να πει τις πρώτες του λέξεις, μπορούμε να δούμε την Ελλάδα του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου. Την Ελλάδα που λιγότερο από 100 χρόνια μετά την ανεξαρτησία της προσπαθούσε ακόμη να σταθεί στα πόδια της, να βρει το βηματισμό της ανάμεσα στα ευρωπαϊκά έθνη, να κερδίσει την ολοκλήρωσή της.
Αντίστοιχα, στις μορφές των ηλικιωμένων που στωικά υπομένουν τις αταξίες των εγγονών τους, μπορούμε να δούμε τις ιστορικές και πολιτισμικές καταβολές του ελληνικού κράτους, με τις οποίες ζητούσε διακαώς να επανασυνδεθεί: την αρχαία, βυζαντινή και νεώτερη παράδοση. Την πολιτιστική παράδοση που χρησιμοποιήθηκε, πότε ορθά πότε λιγότερο ορθά, ως ο γνώμονας του νέου κράτους στην ιστορική του πορεία.
Έτσι, στο σημαντικότερο ερώτημα που έχει τεθεί ποτέ στο πλαίσιο της νεοελληνικής κοινωνίας – τη σχέση του νέου ελληνικού κράτους με το παρελθόν – ο Ιακωβίδης φαίνεται καθησυχαστικός. Η σχέση ανάμεσα στις γενιές, όπως και η σχέση ανάμεσα στις ιστορικές περιόδους είναι – μπορεί να είναι – αρμονική. Η διαδοχή των γενεών, όπως και η διαδοχή των ιστορικών περιόδων, παρά τις αναπόφευκτες συγκρούσεις και ρήξεις, μπορεί εν τέλει, στον μακρύ ορίζοντα του χρόνου, να ιδωθεί ως μια συνέχεια.
Μ’ αυτή την έννοια, τα έργα αυτά του Ιακωβίδη, μας υπενθυμίζουν ότι ο πολιτισμός είναι το ανθεκτικό νήμα που συνδέει αυτούς που έζησαν, μ’ αυτούς που ζουν τώρα και αυτούς που θα ζήσουν στο μέλλον. Μας υπενθυμίζουν το χρέος κάθε γενιάς να μην περιορίζεται στην απλή διαχείριση της πολιτιστικής παρακαταθήκης του παρελθόντος, αλλά να την επεκτείνει, ανοίγοντας νέους, τολμηρούς δρόμους έκφρασης και δημιουργίας. Ακόμη και αν αυτό σημαίνει ότι πρόσκαιρα, όπως χαρακτηριστικά έγινε στην περίπτωση του Ιακωβίδη, οι δρόμοι της νεώτερης γενιάς θα φαίνονται ασύμβατοι με το «ακαδημαϊκό ύφος» της παλαιότερης.
Αυτός ο στόχος, να δημιουργούμε συνεχώς, και σε γόνιμο διάλογο με το παρελθόν αλλά και με το μέλλον, τη φωνή και το περιεχόμενο του πολιτισμού μας, είναι στόχος για τον οποίο αξίζει να ενώσουμε όλες και όλοι τις δυνάμεις μας. Σε μια εποχή που οι Ελληνίδες και οι Έλληνες έχουμε τάξει τον πολιτισμό ως πρώτη προτεραιότητα της κοινής μας δράσης, σε μια εποχή που αναγνωρίζουμε τον πολιτιστικό μας πλούτο ως ένα από τα μεγαλύτερα κεφάλαια του τόπου μας για τη νέα εποχή, το έργο του Ιακωβίδη και τα συμπεράσματα που προκύπτουν απ’ αυτό αποκτούν για όλους μας μια νέα, ζωντανή επικαιρότητα.