ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ

Μπρατισλάβα, 9 Νοεμβρίου 2006

 ΣΗΜΕΙΑ ΟΜΙΛΙΑΣ

ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ κ. ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ

ΣΤΟ 10Ο ΔΙΑΛΟΓΟ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΟ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΛΑΪΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ

ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΩΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΩΝ

 Θα ήθελα να ευχαριστήσω το Οικουμενικό Πατριαρχείο, την Κοινοβουλευτική Ομάδα του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος και των Ευρωπαίων Δημοκρατών και βεβαίως τους οικοδεσπότες μας, στη Μπρατισλάβα, ιδιαίτερα τον καλό μου φίλο Mikulas Dzurinda, για τη διοργάνωση του 10ου Διαλόγου μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΕΛΚ-ΕΔ.

Όταν ξεκίνησε αυτή η πρωτοβουλία, πριν από δέκα χρόνια, ήταν αδύνατο να φανταστούμε πόσο επίκαιρος θα αποδεικνυόταν ο Διάλογος αυτός σήμερα.  Ένας Διάλογος που προάγει την κατανόηση μεταξύ διαφορετικών θρησκειών και δογμάτων, που δίνει σ’ εμάς τους πολιτικούς την ευκαιρία να τείνουμε ευήκοον ους προς τις θρησκευτικές κοινότητες σε μια σειρά καίριων ζητημάτων που απασχολούν σήμερα τις κοινωνίες μας.

Με την αύξηση του αριθμού των Ορθοδόξων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σαν αποτέλεσμα της πρόσφατης διεύρυνσης, ο διάλογος αυτός γίνεται ακόμη πιο σημαντικός.  Και θα γίνει σημαντικότερος, όχι μόνο με την επικείμενη προσχώρηση της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, αλλά και με τη μελλοντική ένταξη και άλλων χωρών από τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.  Σε αυτήν ακριβώς την περιοχή, η αλληλεπίδραση θρησκείας και πολιτικής υπήρξε ιστορικά πολύ έντονη.  Δυστυχώς, η αλληλεπίδραση αυτή είχε συχνά καταστροφικά αποτελέσματα για την ειρήνη και τη σταθερότητα στη ΝΑ Ευρώπη.  Οι συνέπειες ήταν πόλεμοι, λιμοί, καταστροφές, πρόσφυγες, ρημαγμένες οικονομίες.

Η τάση αυτή όμως τώρα αναστρέφεται. Το βασικό μας εργαλείο είναι η πολιτική και οικονομική ολοκλήρωση, με τελικό στόχο την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Έχουμε όλοι συνειδητοποιήσει σήμερα ότι η πολιτική και οικονομική ευημερία μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της ειρηνικής συνύπαρξης, των σχέσεων καλής γειτονίας, της περιφερειακής συνεργασίας, της κατανόησης και του αμοιβαίου σεβασμού.  Οι αξίες αυτές δεν είναι σημαντικές μόνο στο πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ κρατών. Είναι εξίσου ζωτικής σημασίας στους κόλπους κάθε κοινωνίας. Σε πολυεθνικά, πολυ-πολιτισμικά και πολυ-θρησκευτικά κράτη, τα ανθρώπινα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων των θρησκευτικών ελευθεριών, πρέπει να γίνονται σεβαστά και να διαφυλάττονται χωρίς περιορισμούς.

Ο Διάλογος μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και της Κοινοβουλευτικής μας Ομάδας έχει ακόμη πολύ δρόμο να διανύσει για να ολοκληρώσει την αποστολή του.  Υπάρχουν ακόμη πολλά που μπορούμε να κάνουμε στη ΝΑ Ευρώπη για να παγιωθεί και να προαχθεί περαιτέρω η συμφιλίωση και η συνεργασία, εν όψει της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.  Κατά τη διάρκεια του 8ου Διαλόγου στη Θεσσαλονίκη, το 2004, όταν συζητήσαμε με θέμα την «Οικοδόμηση της Ευρώπης μέσω της συμφιλίωσης και της συνεργασίας», οι πρωθυπουργοί Ivo Sanader και Vojislav Kostunica έστειλαν ένα σημαντικό και συνάμα ισχυρό μήνυμα συμφιλίωσης, αποδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο στην πράξη την αξία του διαλόγου και της συνεργασίας, αλλά και την αξία αυτής της πρωτοβουλίας μας. Όμως, παράλληλα με τις πολιτικές προσπάθειες, ο ρόλος των θρησκευτικών κοινοτήτων είναι επίσης ζωτικής σημασίας. Μπορούν να προαγάγουν τα ιδεώδη της ειρήνης, της συμφιλίωσης, της ανοχής και του σεβασμού, προετοιμάζοντας έτσι τις κοινωνίες  -ιδιαίτερα εκείνες που επλήγησαν πρόσφατα από εμπόλεμες συρράξεις- για την ένταξή τους στην ΕΕ. Μπορούν να παρέχουν στους πολιτικούς πολύτιμη καθοδήγηση, αντλώντας από τα μηνύματα που λαμβάνουν από την κοινωνία.

Πολιτικοί και θρησκευτικοί ηγέτες έχουμε όλοι έναν κοινό στόχο να επιτύχουμε.  Να προωθήσουμε την ειρηνική συνύπαρξη και τη συμφιλίωση μεταξύ πολιτισμών και θρησκευτικών πεποιθήσεων. Πάνω απ΄ όλα, να εξασφαλίσουμε ειρήνη και ευημερία για τους λαούς μας. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίον πιστεύω ότι αυτός ο Διάλογος είναι σήμερα πιο κρίσιμος από ποτέ. Αποτελεί το χώρο συνάντησης και διαλόγου διακεκριμένων εκπροσώπων της πολιτικής και της θρησκείας, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για εποικοδομητική και διαρκή συνεργασία. Θα έπρεπε, μάλιστα, να μην περιορίζεται στις ετήσιες συναντήσεις, αλλά να αποτελέσει το έναυσμα για συντήρηση του διαλόγου πέρα από αυτές.

Μία από τις βασικές προτεραιότητες της Ελλάδας στην προσπάθεια εξασφάλισης ειρήνης, σταθερότητας και ευημερίας στην ΝΑ Ευρώπη είναι η υποστήριξη της ένταξης των χωρών της περιοχής στην Ευρωπαϊκή Ένωση.  Η Διακήρυξη της Θεσσαλονίκης του 2003 αποτέλεσε ένα σημαντικό βήμα στην κατεύθυνση αυτή.  Η ΕΕ εξέφρασε, για άλλη μία φορά, την ανεπιφύλακτη υποστήριξή της στην ευρωπαϊκή προοπτική των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων.  Διακήρυξε ότι το μέλλον αυτών των χωρών είναι εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κάλεσε τα κράτη που επιθυμούν να γίνουν μέλη να προετοιμαστούν για την ένταξής τους στις ευρωπαϊκές δομές  -και, εν τέλει, στην ΕΕ-υιοθετώντας τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Κατέστησε δε σαφές ότι η ταχύτητα, με την οποία θα κινηθούν οι διαδικασίες, εξαρτάται από κάθε χώρα της περιοχής.

Η προσήλωση στις δεσμεύσεις αυτές αποτελεί σταθερή πολιτική μας. Παράλληλα, όμως, ο σεβασμός και η πλήρης εφαρμογή από τις χώρες που προσβλέπουν στην ένταξή τους των κριτηρίων και προαπαιτουμένων που έχουν τεθεί είναι αδιαπραγμάτευτος. Ο σεβασμός του διεθνούς δικαίου, το απαραβίαστο των διεθνών συνόρων, η επίλυση των διαφορών με ειρηνικά μέσα, η περιφερειακή συνεργασία και οι σχέσεις καλής γειτονίας συνιστούν αρχές ζωτικής σημασίας.  Αποτελούν τα ίδια τα θεμέλια της ΕΕ και η πλήρης συμμόρφωση με αυτές είναι προαπαιτούμενο για την ένταξη.

Η Ελλάδα παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο συνδράμοντας όλες τις χώρες της περιοχής στην προσπάθειά τους να πετύχουν το στόχο αυτό, τόσο διμερώς, όσο και συμμετέχοντας ενεργά σε όλες τις προσπάθειες της διεθνούς κοινότητας.  Αυτή είναι και η μεγαλύτερη στρατηγική πρόκληση. Να εξασφαλίσουμε πολιτική και οικονομική ευημερία στη γειτονιά μας και να τη μεταμορφώσουμε αμετάκλητα.

Με αυτές τις σκέψεις, θεωρώ ότι η επίσκεψή σας σήμερα στη Nitra, όπου τιμώνται τα λείψανα του Αγίου Κυρίλλου από τη Θεσσαλονίκη, Προστάτη Αγίου της Σλοβακίας, έχει μεγάλη συμβολική σημασία. Οι δύο λαμπροί Θεσσαλονικείς αδελφοί, ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος, οι οποίοι ανακηρύχθηκαν Προστάτες Άγιοι της Ευρώπης από τον μακαριστό Πάπα Ιωάννη Παύλο Β΄, αναδεικνύονται σήμερα ως ένα παράδειγμα και σύμβολο κοινής πνευματικής παράδοσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ανεξαρτήτως πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών διαφορών.  Ελπίζω ότι η Διαδικασία της Θεσσαλονίκης θα είναι τόσο επιτυχής, όσο επιτυχείς υπήρξαν και οι δύο Θεσσαλονικείς στις δικές τους προσπάθειες.