ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ
Αθήνα, 17 Νοεμβρίου 2006
ΟΜΙΛΙΑ
ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ κ. ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ
ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
ΤΩΝ ΕΠΙΚΑΙΡΩΝ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟ
ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΙΟΥΧΩΝ
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Το πρόβλημα των συμβασιούχων έχει βαθειές ρίζες. Δημιουργήθηκε μέσα από πρακτικές, που, σ’ ένα μεγάλο βαθμό, υπηρετούσαν πελατειακές σχέσεις και προκλητικά παραγκώνιζαν το ΑΣΕΠ. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις επιστρατεύτηκαν εντελώς απίθανες μεθοδεύσεις. Ακόμη και πρακτικές που είχαν τη μορφή «ενοικίασης» εργαζόμενων, μέσω ιδιωτικών εταιριών. Όλες αυτές οι μεθοδεύσεις, όλες αυτές οι πρακτικές…
- κατέλυαν κάθε έννοια αξιοκρατίας και αντικειμενικότητας,
- περιθωριοποιούσαν και παρόπλιζαν το ΑΣΕΠ και
- αδικούσαν εκείνους που, ενώ περίμεναν στην πόρτα, έβλεπαν ότι το σύστημα εξουσίας χρησιμοποιούσε, τελικά, τα παράθυρα.
Το πρόβλημα διαιωνίστηκε και διογκώθηκε, επειδή οι κυβερνήσεις του παρελθόντος ήθελαν…
- να συνεχίζουν τις ίδιες πρακτικές,
- να κρατούν σε κατάσταση ομηρίας τους συμβασιούχους και
- να συντηρούν το πελατειακό σύστημα, στο οποίο στηρίζονταν.
Το 1999, όπως είναι σε όλους γνωστό, εκδόθηκε η γνωστή κοινοτική οδηγία για τους συμβασιούχους. Το Σύνταγμα, μετά την τελευταία αναθεώρηση, δεν επέτρεπε πια αυτόματες μονιμοποιήσεις. Όφειλε, για το λόγο αυτό, η τότε Κυβέρνηση να προωθήσει την κατάλληλη ρύθμιση. Η κοινοτική οδηγία, όταν εκδόθηκε, αφενός της έδινε αμέσως την ευκαιρία και, αφετέρου, υπογράμμιζε την υποχρέωσή της Χώρας μας να δοθεί οριστική λύση. Αυτό, βέβαια, ήταν πολύ ευκολότερο πριν την αναθεώρηση του Συντάγματος. Δεν το έπραξε, όμως, η τότε Κυβέρνηση. Και αυτό είναι, επίσης, καλά γνωστό! Αντί ουσιαστικής και οριστικής λύσης, προτίμησε να δραπετεύσει από το χώρο του προβλήματος. Κατέληξε, έτσι, σ’ ένα Διάταγμα, το οποίο αποδείχθηκε «Βατερλό». Και αυτό για δύο λόγους:
Πρώτον, διότι κανένας συμβασιούχος δεν απέκτησε, τότε, σύμβαση αορίστου χρόνου.
Και δεύτερον, διότι για το Διάταγμα εκείνο η Χώρα καταδικάσθηκε από το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Η νέα Κυβέρνηση προσέγγισε το πρόβλημα από την πρώτη στιγμή: Υπενθυμίζω ότι στις προγραμματικές δηλώσεις της Κυβέρνησης υπογράμμιζα ότι δρομολογείτο, ήδη, η σχετική διαδικασία. Υπογράμμιζα ότι, με Προεδρικό Διάταγμα – ακριβώς για να υπάρχει η ασφαλιστική δικλείδα της γνώμης του αρμόδιου δικαστηρίου, δηλαδή του Συμβουλίου Επικρατείας – άνοιγε ο δρόμος, ώστε να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου οι συμβάσεις εκείνων που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Αυτό είπαμε και αυτό ακριβώς κάναμε.
Με δύο Προεδρικά Διατάγματα του 2004 – το Διάταγμα 164 και το Διάταγμα 180 – η Κυβέρνηση οριοθέτησε το πλαίσιο, τους όρους και τις προϋποθέσεις, μέσα από το οποίο άνοιξε ο δρόμος, για να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου οι συμβάσεις όλων εκείνων που κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Αυτή τη λύση επιτάσσει το Κοινοτικό Δίκαιο. Αυτή τη λύση επιτρέπει το Σύνταγμα. Και αυτή τη λύση υιοθετήσαμε, ανταποκρινόμενοι τόσο στις δεσμεύσεις μας, όσο και στη συνταγματική τάξη.
Και κάτι ακόμη: Αναθέσαμε τον έλεγχο όλης αυτής της διαδικασίας στο ΑΣΕΠ. Αναθέσαμε τον έλεγχο στο όργανο που είναι, κατά το Σύνταγμα, ο εγγυητής της διαφάνειας στις προσλήψεις, ώστε να μην υπάρχει καμία αμφισβήτηση ή αμφιβολία, σε ό,τι αφορά το αδιάβλητο και την αντικειμενικότητα των διαδικασιών.
Πράγματι, το ΑΣΕΠ, ακολουθώντας τις προβλεπόμενες διαδικασίες, έδωσε πρόσφατα τα αποτελέσματα των συνολικών κρίσεών του. Και τα αποτελέσματα αυτά καταρρίπτουν κάθε προσπάθεια διαστρέβλωσης της πραγματικότητας. Οι αριθμοί είναι γνωστοί:
- Το σύνολο εκείνων που υπέβαλαν αίτηση, για να μετατραπούν οι συμβάσεις τους σε αορίστου χρόνου, είναι 72.926.
- Και από το σύνολο αυτό, ύστερα από τον έλεγχο του ΑΣΕΠ οι συμβάσεις που έγιναν αορίστου χρόνου είναι 32.924.
Δεν μείναμε, όμως, στη ρύθμιση αυτή! Μεριμνήσαμε και για όσους δεν κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Για όσους, δηλαδή, δεν υπάγονται στο Προεδρικό Διάταγμα 164 του 2004. Σε όλους αυτούς παρέχεται ενισχυμένη μοριοδότηση, σε ποσοστό 50%, κάθε φορά που συμμετέχουν σε διαγωνισμούς, οι οποίοι διεξάγονται κάτω από τον έλεγχο του ΑΣΕΠ. Προβλέπεται, μάλιστα, ότι η μοριοδότηση αυτή ισχύει, όχι μόνο όταν θέτουν υποψηφιότητα για τη θέση στην οποία ήδη απασχολούνται, αλλά και για κάθε άλλη υπηρεσία που ζητά ανθρώπινο δυναμικό. Αρκεί, βέβαια, μια αυτονόητη προϋπόθεση: Να είχαν, ως συμβασιούχοι, παρεμφερή απασχόληση.
Το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο:
- Εξαντλήσαμε τα όρια που διαγράφει το Σύνταγμα.
- Εξαντλήσαμε κάθε δυνατότητα επίλυσης του προβλήματος.
- Ανταποκρινόμαστε στη δέσμευσή μας, που, ρητά και ξεκάθαρα, αναφερόταν σε πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Τα μέτρα που θεσπίσαμε οδηγούν, ήδη, στη μόνη εφικτή, τη μόνη συνταγματικά παραδεκτή λύση.
Σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα διεύρυνσης των προϋποθέσεων των Προεδρικών Διαταγμάτων του 2004, επισημαίνω ότι, ήδη, έχει κατατεθεί αίτηση ακύρωσης από ορισμένους συμβασιούχους στο Συμβούλιο Επικρατείας, που δικάζεται μέσα στο Νοέμβριο. Κάθε απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας θα γίνει σεβαστή.
Σε ό,τι αφορά τους συμβασιούχους στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εγκρίνουμε τις θέσεις που θεωρούνται απαραίτητες και μοριοδοτούμε γενναία (50%) όσους δεν εξυπηρετούν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και δεν μετατράπηκαν οι συμβάσεις τους σε αορίστου χρόνου, ώστε να υπάρξει τακτοποίηση, μέσα από αντικειμενικές και αμερόληπτες διαδικασίες.
Ταυτόχρονα διασφαλίζουμε – με βάση το άρθρο 904 του Αστικού Κώδικα – την άμεση καταβολή των δεδουλευμένων στους συμβασιούχους, χωρίς να απαιτείται προσφυγή στη Δικαιοσύνη.
Όλα αυτά, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, συνιστούν απόδειξη πολιτικής ευθύνης και κοινωνικής ευαισθησίας. Διότι, πράγματι, το πρόβλημα, που άφησαν πίσω τους οι Κυβερνήσεις του χτες, έχει και οικονομικές και πολιτικές και, αναμφίβολα, ανθρώπινες διαστάσεις. Και οι διαστάσεις αυτές, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στο παρελθόν, αξιολογούνται σήμερα υπεύθυνα και σοβαρά. Προωθούνται λύσεις που είναι σύμφωνες και με το Σύνταγμα και με το Κοινοτικό Δίκαιο, χωρίς να συνιστούν παρέμβαση στο έργο της Δικαιοσύνης. Προωθούνται λύσεις που μετρούν τις ανάγκες των συμπολιτών μας και μπορούν πράγματι να εφαρμοστούν, χωρίς να παραβιάζεται το Σύνταγμα.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Καμιά Κυβέρνηση δεν θέλει να είναι δυσάρεστη, σε καμία ομάδα του πληθυσμού και, πολύ περισσότερο, στους συμπολίτες μας που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη. Σε κάθε περίπτωση όμως – και όχι μόνο σ’ αυτή – το ερώτημα είναι αν εξαντλεί τις δυνατότητες που έχει, στα περιθώρια της νομιμότητας, μέσα από το Σύνταγμα και βεβαίως στα όρια αντοχής της Οικονομίας, αν μπορεί και τί μπορεί να κάνει. Και στο ερώτημα αυτό η πράξη, η δεδομένη πράξη και συμπεριφορά της συγκεκριμένης Κυβέρνησης, δεν επιτρέπει αμφιβολίες.