ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ

Αθήνα, 24 Νοεμβρίου 2006

ΔΕΥΤΕΡΟΛΟΓΙΑ

ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ κ. ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ

ΣΤΗΝ ΠΡΟ ΗΜΕΡΗΣΙΑΣ ΔΙΑΤΑΞΕΩΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ

ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Άκουσα να προβάλλονται, πάλι, ισχυρισμοί – τάχα – για έλλειψη διαλόγου. Επιστρατεύτηκαν μάλιστα και κάποιες ακραίες εκφράσεις. Είναι προφανές ότι κάποιοι μετατρέπουν την αδυναμία τους σε αντιδραστικότητα. Κάποιοι προφασίζονται έλλειψη διαλόγου για να δικαιολογήσουν την απουσία τους. Δεν μπορούν να διαμορφώσουν θέσεις συμμετοχής και κατασκευάζουν προφάσεις αποχής.

Ξεκινήσαμε το διάλογο από την αρχή του 2005. Έγιναν, με τη σημερινή, τρεις συζητήσεις Προ Ημερησίας Διατάξεως. Έγιναν – το είπα ήδη – περίπου 50 συνεδριάσεις της Αρμόδιας Κοινοβουλευτικής Επιτροπής και άλλες 20 του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας και των Τμημάτων τους. Κατατέθηκαν στον δικτυακό τόπο του Υπουργείου Παιδείας πάνω από 500 προτάσεις. Πραγματοποιήθηκαν και δημοσιοποιήθηκαν σημαντικές έρευνες από Ιδρύματα και Ομίλους Προβληματισμού. Έγιναν ανοιχτές συζητήσεις κορυφαίων Ελλήνων Πανεπιστημιακών, που διαπρέπουν στη χώρα και στο εξωτερικό.

Για πρώτη φορά, διαμορφώνεται μια τόσο ισχυρή κοινωνική πλειοψηφία, που συντάσσεται με την απόφασή μας να σπάσουμε την αδράνεια του παρελθόντος. Εκατοντάδες Πανεπιστημιακοί συνυπογράφουν το αίτημα για αλλαγές και μεταρρυθμίσεις στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα. Και ρωτώ: Υπήρξε ποτέ παρόμοιας έκτασης διάλογος; Υπήρξε ποτέ παρόμοια ενεργοποίηση της Πανεπιστημιακής Κοινότητας;

Η πραγματικότητα είναι γνωστή. Κάποιοι αποφεύγουν να εκφράσουν ξεκάθαρες θέσεις. Γιατί φοβούνται το παρελθόν που κουβαλούν. Γιατί, ενώ ξέρουν την αλήθεια, υποκύπτουν στο λαϊκισμό. Κάποιοι άλλοι δεν κάνουν τίποτε άλλο, παρά μόνο να κατασκευάζουν προσχήματα άρνησης. Ακούστηκε και σήμερα. Απαιτούσαν και απαιτούν να ξεκινήσουν όλα, τάχα από ‘’μηδενική βάση’’. Όλα από την αρχή. Τί σημαίνει όμως αυτό; Τί θέλουν δηλαδή; Να μη έχει θέση η Κυβέρνηση; Να καταθέσει πρώτος κάποιος άλλος τις προτάσεις του; Αυτό είναι το πρόβλημα; Η αλήθεια είναι ότι κάποιοι δεν θέλουν κανένα διάλογο. Να μην ξεκινήσει τίποτα. Να μη γίνει καμία αλλαγή. Να μην διαταραχθεί η στασιμότητα, η ακινησία, το τέλμα, ο συντηρητισμός.

Η στάση όμως αυτή, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, σημαίνει άρνηση στην ανάγκη αναβάθμισης του δημόσιου Πανεπιστημίου. Σημαίνει άρνηση στις δημοκρατικές διαδικασίες. Σημαίνει άρνηση στο καθολικό αίτημα της κοινωνίας για αλλαγές στα ΑΕΙ. Όλα αυτά αδικούν τα παιδιά μας. Όλα αυτά συνδιαμορφώνουν μια συνταγή που αποβαίνει σε βάρος των νέων. Και τη συνταγή αυτή δεν μπορεί ούτε να την υιοθετούν, αλλά ούτε και να την ευνοούν, με στάση ανοχής υπεύθυνες πολιτικές δυνάμεις. Η κοινωνία δεν υποτάσσεται στη συντήρηση. Η κοινωνία απαιτεί αλλαγές.

Και βέβαια ας μην επιχειρείται να κρυφτεί η έλλειψη θέσεων, πίσω από προσχήματα και γενικόλογες αρνήσεις. Εμείς συνεχίζουμε το διάλογο. Κάποιοι μίλησαν σήμερα για ‘’αυταρχισμό’’. Θα είχαμε κάθε δικαίωμα, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, την επομένη των εκλογών, να ψηφίσουμε το νόμο που περιείχε τις προγραμματικές θέσεις μας. Δεν το κάναμε. Όχι γιατί φοβόμαστε κανέναν, αλλά γιατί θέλαμε να διαμορφωθούν συνθήκες όσο γίνεται μεγαλύτερης συνεννόησης και σύνθεσης απόψεων. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Και συνεχίζουμε το διάλογο. Με μοναδικό στόχο αυτόν: Τη μέγιστη δυνατή συνεννόηση, για ένα θέμα το οποίο δεν μπορεί να αλλάζει από το Κυβέρνηση σε Κυβέρνηση. Τον συνεχίζουμε γιατί θέλουμε να δώσουμε και την ύστατη ευκαιρία σε όλους να καταθέσουν προτάσεις. Και τις δικές σας, αν είχατε, ή αν έχετε. Με διάθεση συνεννόησης. Τα περί ‘’μηδενικής βάσης’’, όμως είναι κακοπαιγμένο θέατρο λαϊκισμού και υποκρισίας.

Έρχομαι στα θέματα των δασκάλων, που αποτέλεσαν και την αιτία μιας παρατεταμένης, πράγματι, απεργίας. Οι θέσεις της Κυβέρνησης ήταν, από την αρχή, γνωστές και δεν επέτρεπαν αμφιβολίες. Αναπτύχθηκαν κατ’ επανάληψη στους εκπροσώπους τους από την αρμόδια Υπουργό. Εξηγήθηκαν και από εμένα. Οι θέσεις αυτές δεν διαμορφώθηκαν, επειδή έτσι θέλαμε. Είναι αυτονόητο και το έχω πει επανειλημμένα. Καμία Κυβέρνηση δεν θέλει να είναι δυσάρεστη σε καμία επαγγελματική ομάδα. Πολύ περισσότερο δεν θέλει να είναι δυσάρεστη στους εκπαιδευτικούς. Σεβόμαστε το λειτούργημά τους. Σεβόμαστε το ρόλο τους στην κοινωνία. Όλοι, αν θέλετε, έχουμε ευθύνες απέναντί τους. Όμως τα ζητούμε να που προβάλλονται σήμερα, ούτε δημιουργήθηκαν ξαφνικά και πρόσφατα, ούτε βέβαια καλύπτονται από τη μια στιγμή στην άλλη.

Οφείλουμε να είμαστε ειλικρινείς και υπεύθυνοι. Οφείλουμε να μη λησμονούμε ότι οι ευθύνες όλων μας επεκτείνονται σε όλους τους πολίτες. Σ’ αυτούς που ήδη εργάζονται και επιδιώκουν βελτίωση στο εισόδημά τους, αλλά και σ’ αυτούς που αναζητούν δουλειά και αξιώνουν πολιτικές για την αύξηση της απασχόλησης. Έχουμε ευθύνες και για το παρόν, αλλά και για το μέλλον της Πατρίδας μας. Για τις σημερινές, αλλά και για τις επόμενες γενιές. Είναι εύκολο για τις Κυβερνήσεις – και το έχουμε δει, δυστυχώς, πολλές φορές στο παρελθόν – να μοιράζουν δανεικά. Είναι ανεύθυνο να δίνουν πριν, για να τα πάρουν μετά τις εκλογές. Όμως, αυτές οι πρακτικές υπονομεύουν την Οικονομία, την ανάπτυξη, την απασχόληση, αδικούν μόνιμα τους οικονομικά ασθενέστερους, αποκλείουν τη δημιουργία πραγματικά κοινωνικού κράτους δικαίου.

Αυτόν τον δρόμο -το είπα και δεν θα πάψω να το επαναλαμβάνω – δεν πρόκειται, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, να τον ακολουθήσουμε. Δεν έχουμε το δικαίωμα να υποθηκεύουμε το μέλλον του Τόπου, υποκύπτοντας σε συνταγές ανεύθυνου λαϊκισμού. Δεν έχουμε το δικαίωμα να υπονομεύουμε τα σταθερά βήματα της οικονομίας μας, επιδιώκοντας πρόσκαιρα κομματικά οφέλη. Δεν έχουμε το δικαίωμα να εξανεμίζουμε τις θυσίες όλων των πολιτών για να κερδίσουμε προσωρινές εντυπώσεις. Και αυτό μας αφορά όλους. Δεν αντέχει η Οικονομία αυξήσεις, που φτάνουν το 45% του μισθού, όπως αυτές που ζητήθηκαν. Προχωρούμε, ωστόσο, στη σταδιακή απόδοση του επιδόματος των 105 ευρώ, με τρόπο που κινείται στα όρια αντοχής της οικονομίας. Σε ό,τι αφορά τα θεσμικά αιτήματα, ορισμένα έχουν ήδη διευθετηθεί, άλλα παραμένουν στο διάλογο. Αντιμετωπίζονται θετικά μεν, αλλά και ρεαλιστικά. Πάντως ο διάλογος για την Παιδεία δεν σταματά και δεν πρέπει να σταματά ποτέ.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι

Ακούστηκαν πολλά και διάφορα για τη χρηματοδότηση. Τολμούμε τη σύγκριση σε όλους τους τομείς. Τόσο ως προς τις πολιτικές που εφαρμόζουμε, όσο και ως προς τους πόρους που διατίθενται για την Παιδεία. Να θυμίσω απλά πράγματα: Στον προϋπολογισμό του 2004 η προηγούμενη Κυβέρνηση είχε γράψει για την Παιδεία συνολικό κονδύλιο 5 δις. 550 εκατ. ευρώ. Διαθέσαμε περίπου 400 εκατ. ευρώ περισσότερα. Το 2005 δόθηκαν γύρω στα 6 δις. 270 εκατ. Για το 2006 είναι εγγραμμένα πάνω από 6 δις. 850 εκατ. ευρώ. Για το 2007 έχουν εγγραφεί 7 δις. 280 εκατ. ευρώ. Τα στοιχεία είναι ξεκάθαρα: Σε έξι χρόνια, από το 1994 μέχρι το 2004, η προηγούμενη Κυβέρνηση αύξησε τα κονδύλια για την Παιδεία κατά 1 δις. 600 εκατ. ευρώ. Σε λιγότερα χρόνια, από το 2004 έως το 2007, τα αυξήσαμε κατά 1 δις. 700 εκατ. ευρώ. Αυτοί είναι οι πραγματικοί αριθμοί.

Έρχομαι τώρα στο στόχο για το 5%. Να ξεκαθαρίσουμε λοιπόν, ότι πρώτος εγώ δεν είμαι ευχαριστημένος για τα σημερινά ποσοστά χρηματοδότησης της Παιδείας. Είμαστε πρώτοι – και ο ομιλών – που ορίσαμε ως στόχο το 5% και πρώτοι που θέλουμε να τον φτάσουμε. Ο στόχος είναι δεδομένος και δεν εγκαταλείπεται. Δεν μπορεί, όμως, εκείνοι που 20 χρόνια δεν θέλησαν να αυξήσουν τις δαπάνες για την Παιδεία να κατηγορούν άλλους, για όσα οι ίδιοι αρνούνταν. Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να παριστάνουν τους καταγγέλοντες, όταν οι ίδιοι ευθύνονται για τις αδυναμίες της Οικονομίας, την υπερχρέωση της Χώρας, τα τεράστια ελλείμματα που άφησαν φεύγοντας.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Δεν θα υπήρχε καμία δεύτερη σκέψη, εάν τα δημόσια οικονομικά ήταν, πράγματι, όπως τα παρουσίαζαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Κανένας όμως, μα κανένας, δεν μπορεί να προσποιείται άγνοια των δυνατοτήτων της Οικονομίας. Κανένας δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν εξαντλούμε κάθε δυνατό περιθώριο.  Η κληρονομιά του παρελθόντος, ωστόσο, κάνει πράγματι δύσκολα τα πράγματα. Ένα μόνο στοιχείο να θυμίσω: Αμέσως μετά το 2000, οι τότε κυβερνήσεις ισχυρίζονταν ότι κατάρτιζαν πλεονασματικούς προϋπολογισμούς. Στον προϋπολογισμό του 2004 ισχυρίζονταν ότι το έλλειμμα ήταν στο 1,2% του ΑΕΠ.  Η πιο ακραία εκτίμηση που έγινε τότε ήταν πως το έλλειμμα θα ήταν διπλάσιο. Κανένας δεν μπορούσε να φανταστεί το μέγεθος της ανακρίβειας, το μέγεθος της ανευθυνότητας, που κρυβόταν πίσω από τη λεγόμενη δημιουργική λογιστική. Η αλήθεια σήμερα είναι πια γνωστή σε όλους.

Εμείς, από την αρχή, επιλέξαμε το δρόμο της ευθύνης. Εφαρμόσαμε σχέδιο για την πιο ήπια δυνατή δημοσιονομική εξυγίανση και πετύχαμε θετικά αποτελέσματα. Συνεχίζουμε σταθερά στον ίδιο δρόμο. Αυτή άλλωστε είναι βασική και απαραίτητη προϋπόθεση για το κοινωνικό κράτος που οραματιζόμαστε. Αυτή είναι η προϋπόθεση που εξασφαλίζει την πλήρη ανταπόκριση στις δεσμεύσεις μας. Για να φτάσουμε όμως στο 5% του ΑΕΠ για την Παιδεία, απαιτείται και κάτι ακόμα. Είναι ανάγκη να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις. Είναι ανάγκη να διασφαλιστεί ότι η αύξηση της χρηματοδότησης θα οδηγήσει σε αυξημένη ποιότητα σπουδών και σε αυξημένες ευκαιρίες για τις νέες και τους νέους μας.

Έρχομαι τώρα στη μεταρρύθμιση του άρθρου 16 του Συντάγματος. Άκουσα να υποστηρίζεται από τον κ. Αλαβάνο πως ‘’δεν πρέπει, λέει, να αφήσουμε την Κυβέρνηση να αναθεωρήσει το άρθρο 16’’. Άκουσα να απειλεί πως ‘’οι κινητοποιήσεις που αντιμετώπισε η Κυβέρνηση ως τώρα, δεν είναι τίποτα, μπροστά στην κινητοποίηση των πολιτών για να διαφυλάξουμε το δημόσιο Πανεπιστήμιο’’. Κάπως έτσι επανήλθε και σήμερα. Όμως, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, διακηρύξεις του τύπου «δεν θα αφήσουμε την πλειοψηφία να προχωρήσει», απειλές του τύπου «αυτά που είδατε δεν είναι τίποτα μπροστά σ’ αυτά που θα ακολουθήσουν» εκφράζουν αντιδραστική, συντηρητική και αλαζονική αντίληψη. Δεν μπορεί κανείς να προαναγγέλλει ακραίες αντιδράσεις σε επιλογές της κοινωνικής, αλλά και της πολιτικής πλειοψηφίας. Δεν μπορεί να επενδύει σε απόπειρες δημιουργίας σύγχυσης, σε απόπειρες που στόχο έχουν να συντηρούν λαθεμένες εντυπώσεις. Είναι αδιανόητο να χρησιμοποιείται η Συνταγματική Μεταρρύθμιση ως άλλοθι, ως πρόσχημα εναντίον της αναβάθμισης του δημόσιου Πανεπιστημίου. Αντιδράσεις που στόχο έχουν να ματαιώσουν τις μεταρρυθμίσεις στην Ανώτατη Εκπαίδευση, αντιδράσεις στις αλλαγές για την αναβάθμιση του δημόσιου Πανεπιστημίου δεν μπορεί να δικαιολογούνται με το πρόσχημα ότι κάποτε μπορεί να ιδρυθούν και μη κρατικά Πανεπιστήμια.

Υποστηρίχθηκε ακόμα ότι το θέμα έχει σχέση με τα ίδια τα Πανεπιστήμια, αν θα γίνουν, λέει, σαν τους τηλεοπτικούς σταθμούς, ή σαν τα σούπερ μάρκετ. Οι ισχυρισμοί αυτοί, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, παραποιούν την πραγματικότητα. Γιατί το άναρχο πεδίο στους τηλεοπτικούς σταθμούς δεν δημιουργήθηκε από την ύπαρξη, αλλά από την ανυπαρξία συνταγματικού και, γενικότερα, θεσμικού πλαισίου  για την ίδρυση και τη λειτουργία τους. Εάν λοιπόν πιστεύουν αυτά που λένε, οφείλουν να στηρίξουν και όχι να αντιταχθούν στην αναθεώρηση του άρθρου 16. Προσθέτω ένα μόνο: Στόχος της μεταρρύθμισης του άρθρου 16 δεν είναι η ιδιωτικοποίηση της Ανώτατης Εκπαίδευσης, αλλά η πρόληψη μιας ανεξέλεγκτης κατάστασης, που μπορεί να προκύψει ως αποτέλεσμα των εξελίξεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στόχος είναι η ανταπόκριση της Πολιτείας στα δεδομένα και τις τάσεις που αναπτύσσονται στην Ευρώπη. Στόχος είναι να οριοθετήσουμε τους όρους και τις προϋποθέσεις για την δημιουργία μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών ΑΕΙ. Να μην αφήσουμε τα πράγματα να εξελιχθούν εκτός ορίων και κανόνων. Να μην αφήσουμε ανοιχτό το ενδεχόμενο να δημιουργηθεί αύριο ένα άναρχο τοπίο στο χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης.

Είναι αδιανόητο να υποστηρίζεται η αδράνεια της Πολιτείας μπροστά σε εξελίξεις που έρχονται. Και κάτι ακόμα. Καμία από τις αλλαγές που έγιναν, καμία από τις μεταρρυθμίσεις που σχεδιάζονται για τα Πανεπιστήμια δεν συντείνει, όπως παραπλανητικά διαδίδεται, στην ιδιωτικοποίηση της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Επιδιώκεται και προωθείται το ακριβώς αντίθετο. Η ουσιαστική αναβάθμιση της Δημόσιας Εκπαίδευσης. Και αυτό το αποδεικνύουμε στην πράξη. Και εν πάση περιπτώσει, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, υπάρχει μια συγκεκριμένη διαδικασία για τη Συνταγματική Αναθεώρηση: Δύο Βουλές. Άρα μεσολαβεί η λαϊκή έγκριση. Ούτε αυτή δεν θα τη λάβουμε υπόψη μας; Απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία των 3/5 για τη Συνταγματική Αναθεώρηση. Τα σεβόμαστε αυτά, ή δεν τα σεβόμαστε; Είναι οι κανόνες της Δημοκρατίας μας, ή όχι;

Η πρόταση που καταθέσαμε είναι ξεκάθαρη. Δεν αρνούμαστε όμως προτάσεις που αποβλέπουν στη βελτίωσή τους. Εισηγούμαστε να υπογραμμίζεται πρωτ΄ απ΄ όλα, στο άρθρο 16 του Συντάγματος, η σύνδεση της Παιδείας με τον Ελληνικό και κατ΄ επέκταση τον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό. Κεντρική επιδίωξη, το έχω τονίσει και άλλη φορά, είναι η απελευθέρωση της δύναμης της Παιδείας, αλλά και ο έλεγχος της Πολιτείας, σε ό,τι αφορά την ενδεχόμενη ίδρυση και λειτουργία μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων. Προτείναμε να υπογραμμίζεται ρητά και κατηγορηματικά ότι η Παιδεία, ως δημόσιο αγαθό, μπορεί να παρέχεται από μη δημόσιους φορείς, μόνο κάτω από την αυστηρή εποπτεία του κράτους. Να υπογραμμίζεται ρητά και κατηγορηματικά η υποχρέωση παροχής υψηλής ποιότητας υπηρεσιών σε όλο το φάσμα της Ανώτατης Εκπαίδευσης, αλλά και να τίθενται συγκεκριμένες προϋποθέσεις, που να εγγυώνται την ορθολογική ανάπτυξη των ΑΕΙ. Να προβλέπεται ακόμα, ότι τα προσόντα του διδακτικού προσωπικού στα μη κρατικά Ιδρύματα θα είναι αντίστοιχα με εκείνα των διδασκόντων στα κρατικά ιδρύματα.

Όλα αυτά δεν σημαίνουν ούτε ιδιωτικοποίηση της Ανώτατης Εκπαίδευσης, ούτε υποβάθμιση της Δημόσιας Ανώτατης Εκπαίδευσης. Αποβλέπουν στο ακριβώς αντίθετο. Βάζουν φραγμό στις τάσεις που οδηγούν σε ένα ανεξέλεγκτο de facto καθεστώς. Αναδεικνύουν τον καθοριστικό ρόλο της Πολιτείας στο εκπαιδευτικό σύστημα. Ικανοποιούν τα αιτήματα της κοινωνίας και της νέας γενιάς. Και είναι ανάγκη να το πούμε πολύ καθαρά: Η διαστρέβλωση που επιχειρείται δεν οδηγεί στην πρόοδο. Ευνοεί τη συντήρηση και, τελικά, ευνοεί τους οικονομικά ισχυρούς.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Μένοντας στο θέμα αυτό, με κατανόηση και με συμπάθεια, παρακολούθησα την προσπάθεια του Αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης να σχοινοβατήσει πάνω στο ζήτημα. Βεβαίως πάντα με τα ‘’περιτυλίγματα’’ περί κακιάς δεξιάς, περί εμφυλίου πολέμου, περί τουρκοκρατίας και δεν ξέρω τί άλλο. Εδώ είναι απλά τα πράγματα. Ή στηρίζετε την Αναθεώρηση, ή δεν τη στηρίζετε. Κατ΄ αρχήν, εξέλαβα ότι, εν πάση περιπτώσει, μέσα απ΄ όλο αυτό το περιτύλιγμα, έχετε μια θετική προσέγγιση ότι πρέπει να αλλάξουν αυτά. Μετά άκουσα να το ‘’γυρνάτε’’ σ΄ ένα δημοψήφισμα. Η δική μου άποψη με τρεις απλές παρατηρήσεις, είναι ότι η Νέα Δημοκρατία έχει πρόγραμμα για την Παιδεία. Αυτό το πρόγραμμα κρίθηκε στο μεγάλο δημοψήφισμα, στις εκλογές του 2004 όταν οι πολίτες σύγκριναν το δικό σας πρόγραμμα για την Παιδεία, με το δικό μας και αποφάσισαν ότι θέλουν τις μεταρρυθμίσεις, που εμείς κάνουμε πράξη τώρα ως Κυβέρνηση. Αν αύριο, στις επόμενες εκλογές, οι πολίτες αποφασίσουν διαφορετικά, ελάτε εσείς να εφαρμόσετε το δικό σας πρόγραμμα. Αλλά μην ψάχνετε για υπεκφυγές.

Δεύτερη παρατήρηση: Για το άρθρο 16 είπατε ότι γνωρίζετε τις θέσεις των κομμάτων της Αριστεράς. Γνωρίζετε σίγουρα, είμαι βέβαιος, και τις απόψεις της Νέας Δημοκρατίας, που είναι διατυπωμένες και κατατεθειμένες στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής. Εκείνο που δεν γνωρίζουμε, όμως, τελικά είναι ποιες είναι οι δικές σας απόψεις. Γιατί αλλάζουν κάθε τόσο. Γι’ αυτό φροντίστε να τα βρείτε μεταξύ σας, κάντε αν θέλετε ένα δημοψήφισμα μέσα στο ΠΑΣΟΚ, για να καταλήξετε σε ενιαία άποψη. Μην προσπαθείτε να φορτώσετε τις δικές σας ευθύνες, τη δική σας αναποφασιστικότητα σε άλλους. Και πάντως όχι στους πολίτες.

Τέλος, οφείλατε – και οφείλετε – να γνωρίζετε ότι η Συνταγματική Αναθεώρηση αποφασίζεται σε μια Βουλή και ολοκληρώνεται σε άλλη Βουλή, αφού έχουν προηγηθεί εκλογές. Έχει γίνει, ουσιαστικά, το μεγαλύτερο δυνατό δημοψήφισμα στο επίπεδο του λαού, ο οποίος εν τέλει αποφασίζει. Πιστεύω όμως ότι δεν είναι άγνοια, αλλά προσπάθεια – ανεπιτυχής όπως όλοι αντιλαμβανόμαστε – να βγείτε από ένα εσωκομματικό αδιέξοδο, το οποίο δεν μας αφορά, αλλά πάντως δεν μπορεί να μετακυλίεται στις πλάτες της κοινωνίας, στο οποίο έχετε περιέλθει, ακριβώς γιατί δεν συμφωνείτε μεταξύ σας σε μια ενιαία γραμμή.

Τέλος, μια παρατήρηση. Κύριε Αλαβάνε, μας είπατε ότι ήρθατε εδώ με ‘’παλιούς λογαριασμούς’’. Επιλογή σας. Θέλω όμως να ξεκαθαρίσω τη δική μας θέση. Εμείς δεν έχουμε λογαριασμούς, σαν και αυτούς που λέτε, με καμιά πολιτική δύναμη. Εμείς έχουμε άλλη άποψη. Δεν βουτάμε στο χθες. Κοιτάμε το αύριο. Δεν επιλέγουμε την άγονη αντιπαράθεση. Επιλέγουμε τη συνεννόηση και τη σύνθεση. Έχουμε κοινό μέτωπο. Εργαζόμαστε για ένα καλύτερο αύριο. Αυτή είναι προοδευτική πολιτική. Η πολιτική που κοιτά και οδηγεί μπροστά. Η πολιτική που αλλάζει τα πράγματα. Η πολιτική που προωθεί θαρραλέες και αναγκαίες μεταρρυθμίσεις.