ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ
Αθήνα, 22 Μαρτίου 2007
ΤΡΙΤΟΛΟΓΙΑ
ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ κ. ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ
ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟ ΗΜΕΡΗΣΙΑΣ ΔΙΑΤΑΞΕΩΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Κατ’ αρχήν να ξεκαθαρίσουμε κάτι κυρία Παπαρήγα. Εγώ δεν είπα ποτέ ούτε το διανοούμαι ότι είναι αντιδημοκρατική συμπεριφορά το να αντιτίθεται κανείς σε μια πολιτική, ή να αντιτίθεται ακόμα και σε έναν νόμο. Είναι αναφαίρετο δικαίωμά σας, όπως και του κάθε Έλληνα πολίτη. Εκείνο που είπα εγώ είναι ότι δεν μπορεί να διατείνεται κανείς ότι δεν θα εφαρμοστεί ο νόμος και μάλιστα με βίαιη συμπεριφορά. Αυτό θεωρώ ότι είναι αυτονόητο. Δεν χρειάζεται εξήγηση περαιτέρω. Είναι βασική προϋπόθεση για να λειτουργεί η Δημοκρατία. Μπορεί να έχουμε τις αντιθέσεις μας, μπορεί να έχουμε τις απόψεις μας, μπορεί καμιά φορά να υπάρχει και οξύτητα, αλλά πάντως δεχόμαστε τους βασικούς κανόνες του παιχνιδιού. Και μάλιστα σε κάτι το οποίο βεβαίως τελικά, πράγματι, με την αρχή της πλειοψηφίας υπεβλήθη ως κυβερνητική άποψη, αλλά αφού προηγήθηκε μακρύτατος διάλογος για την υπόθεση αυτή. Αυτή είναι η άποψή μου και συγχωρέστε με, αλλά σ΄ αυτή την άποψη θα επιμείνω.
Κύριε Παπανδρέου, ζητήσατε προ ημερησίας συζήτηση για την Οικονομία. Θα σας πρότεινα το Σαββατοκύριακο που έρχεται, αν έχετε λίγο χρόνο, διαβάστε τα πρακτικά της σημερινής συζήτησης. Θα διαπιστώσετε, όπως πιστεύω ότι έχουν διαπιστώσει όλοι – όχι μόνο οι παριστάμενοι στην αίθουσα αυτή συνάδελφοι, αλλά και όλοι οι πολίτες που μας άκουσαν – ότι αφιερώσατε πολύ λίγο χρόνο για να μιλήσετε για την πραγματική οικονομία και αναλωθήκατε στη δημιουργία εντυπώσεων. Η εξήγηση είναι απλή. Επιχειρήματα ουσίας δεν έχετε εναντίον της οικονομικής πολιτικής της Κυβέρνησης και, πάνω απ’ όλα, δεν έχετε σοβαρή εναλλακτική πρόταση. Το βέβαιο είναι ότι οι εντυπώσεις δεν δίνουν αξιοπιστία και δεν κερδίζουν παρά μόνο λίγα λεπτά εφήμερης δημοσιότητας.
Επανήλθατε στο θέμα της πρότασης, μάλλον της απόφασης που σας ανακοίνωσα για αλλαγή, μεταρρύθμιση στον τρόπο με τον οποίο επιλέγονται και εγκρίνονται τα πρόσωπα που διοικούν τέτοιους οργανισμούς. Δεν καταλαβαίνω γιατί διαφωνείτε. Εγώ πιστεύω ότι αυτό δεν είναι το μόνο, αλλά είναι ένα ακόμα θεσμικό βήμα στο να διασφαλίσουμε, στο να εγγυηθούμε ότι δεν διακυβεύονται ποτέ τα χρήματα, το υστέρημα των ασφαλισμένων, των συνταξιούχων.
Εγώ είμαι έτοιμος να κάνω και την αυτοκριτική μου. Θα έπρεπε ίσως να το έχω σκεφτεί νωρίτερα. Εν πάση περιπτώσει, μου πήρε τρία χρόνια να το αποφασίσω. Εσείς είκοσι χρόνια ούτε το κάνατε, ούτε το σκεφτήκατε.
Απέφυγα να απαντήσω στην αρχική δευτερολογία, αλλά επανήλθατε. Αυτές οι κουβέντες «σας κρατάνε», «σε κρατάει», «ποιός κρατάει», δεν ξέρω εσείς πώς «κρατιέστε» μεταξύ σας. Ποιός κρατάει ποιόν. Να ξέρετε ότι στο δικό μας κόμμα αυτά δεν υπάρχουν. Και εμένα δεν με κρατάει κανένας.
Δεν θέλω να επανέλθω στο θέμα της δημοσιονομικής εκτροπής – γιατί γι’ αυτό πρόκειται – αλλά επιμένετε οπότε ρωτώ: Ποιός ζημίωσε τη χώρα; Αυτός που τίναξε στο αέρα τα ελλείμματα ή αυτός που τα συμμάζεψε; Αυτός που έφτασε το έλλειμμα σχεδόν στο 8% ή αυτός που το κατέβασε κάτω από το όριο του 3%; Αυτός ο οποίος κατασπατάλησε τα χρήματα του ελληνικού Δημοσίου ή αυτός που νοικοκυρεύει την κατάσταση; Για αυτό το θέμα θα σας ζητούσα να μην επανέλθετε – όχι για δικό μου χατίρι, αλλά για δική σας χάρη – γιατί είστε ένοχοι, είστε υπόλογοι, είστε καταγγελόμενοι, είστε κατηγορούμενοι.
Τέλος, μέσα σε όλα όσα είπατε, είπατε και ένα σωστό. Θα σας κρίνουν, είπατε, από το έργο σας. Βεβαίως, από αυτό θα μας κρίνουν. Και αυτό θέλουμε. Και αυτό ζητάμε. Να μας κρίνουν από το έργο μας. Εμάς από το έργο μας και εσάς από τις ύβρεις σας.