ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ
Αθήνα, 10 Απριλίου 2008
ΟΜΙΛΙΑ
ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ κ. ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ
ΣΤΗΝ ΠΡΟ ΗΜΕΡΗΣΙΑΣ ΔΙΑΤΑΞΕΩΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ
ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΗΝ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΗΣ FYROM
Το αίτημα που υποβλήθηκε για τη σημερινή συζήτηση σχετικά με την ονομασία της FYROM αναφέρεται σε μια υποτιθέμενη «κλειστή και κρυφή πολιτική της Κυβέρνησης»!! Υποστηρίζει ότι «δεν είχε ενημερωθεί επαρκώς η Βουλή και ο Ελληνικός Λαός»! Κάνει λόγο για «σημαντικό έλλειμμα ενημέρωσης»! Οι πολίτες αντιλαμβάνονται, πολύ καλά, ότι πρόκειται για παντελώς αβάσιμους ισχυρισμούς. Γνωρίζουν ότι δεν υπήρξε και δεν υπάρχει καμιά κρυφή «ατζέντα».
Ό,τι είπαμε στον προσωπικό απεσταλμένο του γενικού γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, ό,τι είπαμε στους εταίρους μας, ό,τι είπαμε προς τα Σκόπια, αυτό είπαμε και στους πολίτες. Δημόσια και καθαρά! Με ευθύτητα και ειλικρίνεια!
Απάντησα, κατ’ επανάληψη, σε σχετικές ερωτήσεις, από το ίδιο αυτό βήμα, στην «Ώρα του Πρωθυπουργού». Ενημερώθηκε, υπεύθυνα, η Διαρκής Επιτροπή Εξωτερικών και Άμυνας της Βουλής. Έγιναν αλλεπάλληλες συναντήσεις της υπουργού Εξωτερικών με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Πρόεδρο της Βουλής και όλους τους Αρχηγούς των κομμάτων. Ενημερώνονταν όλοι, τόσο για τις προτάσεις που υποβάλλονταν, όσο και για τα σχέδια των απαντήσεων και των χειρισμών μας. Υπήρξε πλήρης ενημέρωση για κάθε καινούρια εξέλιξη, για κάθε στάδιο της διαπραγμάτευσης, για κάθε πτυχή της διαπραγματευτικής μας τακτικής. Όλοι οι πολίτες ήξεραν και ξέρουν πολύ καλά, τόσο τους στόχους, όσο και τις γραμμές των θέσεών μας.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Είμαστε η πρώτη Κυβέρνηση που είπε δημόσια, με θάρρος και συναίσθηση ευθύνης, ποιες είναι οι θέσεις, ποια τα μέσα που αξιοποιούμε. Χρησιμοποιήσαμε την ίδια γλώσσα, τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό. Και αυτό κανένας δεν μπορεί να το αμφισβητεί. Ό,τι κάνουμε το λέμε! Και ό,τι λέμε το κάνουμε! Είπαμε καθαρά ότι οι μακρόχρονες διαπραγματεύσεις είχαν -και έχουν- ως τελικό στόχο μια αμοιβαία αποδεκτή, σύνθετη ονομασία. Σχεδόν όλα τα κόμματα συμφωνήσαμε στην επιδίωξη αυτή. Και αυτό οφείλω να το υπογραμμίσω. Οφείλω, προπάντων, να εξάρω το κλίμα ομοψυχίας που επικράτησε στο εθνικό αυτό ζήτημα. Όλες οι πολιτικές δυνάμεις – η κάθε μια από τη δική της σκοπιά- στοιχίστηκαν και στοιχίζονται στην εθνική προσπάθεια για την επίτευξη του καλύτερου δυνατού αποτελέσματος. Δώσαμε μια δύσκολη μάχη και πετύχαμε μια σημαντική εξέλιξη. Δεν θριαμβολογήσαμε και δεν θριαμβολογούμε. Δεν υπερτιμούμε, αλλά και δεν υποτιμούμε το αποτέλεσμα. Ξέρουμε ότι έχουμε δρόμο, σημαντικό δρόμο μπροστά μας, ώσπου να φτάσουμε στον τελικό εθνικό στόχο, στην οριστική επίλυση του ζητήματος.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Η Ελλάδα ασκεί πολιτική διορατικότητας και ξεκάθαρων στόχων. Πολιτική που βασίζεται στην καθολική πεποίθηση ότι μπορεί να διαδραματίσει ένα νέο εξωστρεφή ρόλο στην εποχή που διατρέχουμε. Η γεωπολιτική θέση, τα παραδοσιακά πλεονεκτήματά μας, η ισότιμη συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η παρουσία μας σε όλους τους μεγάλους πολιτικούς και οικονομικούς οργανισμούς του Κόσμου, μας δίνουν τη δυνατότητα, να μεταβάλουμε τις προκλήσεις της νέας εποχής, σε ευκαιρία ανάπτυξης και προόδου.
Όλοι οι Έλληνες ξέρουμε πολύ καλά – είτε το λέμε, είτε όχι – ότι το μεγάλο επίτευγμα της Χώρας, στη Μεταπολιτευτική Περίοδο, είναι η ένταξή μας στην ΕΟΚ και αργότερα στην ΟΝΕ. Πιστεύουμε ακράδαντα ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση είναι η δύναμη που άλλαξε και συνεχίζει να αλλάζει προς το καλύτερο την ευρύτερη περιοχή μας. Είναι η δύναμη που εδραίωσε την ειρήνη, εκεί όπου, λίγο πρωτύτερα, είχαν ξεσπάσει οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι. Παραμέρισε τις αντιπαλότητες και έβαλε στη θέση τους το διάλογο, τη συνεννόηση, την αναζήτηση κοινών τόπων. Βοήθησε -και βοηθά- όλους τους λαούς της Ηπείρου μας να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτά που μας ενώνουν είναι περισσότερα και σπουδαιότερα σε σχέση με εκείνα που, κάποτε, προκαλούσαν συγκρούσεις. Εμπνέει τις κοινωνίες της με κοινές αρχές και αξίες: Την Ελευθερία, τη Δημοκρατία, τη Δικαιοσύνη. Εμπνέει τους πολίτες της στους κοινούς στόχους της ανάπτυξης και της προόδου. Η Ευρωπαϊκή Ενωση λειτούργησε και λειτουργεί ως δύναμη ειρήνης, ασφάλειας και σταθερότητας, όχι μόνο για τους λαούς της, αλλά και για τους γείτονές μας. Αποδείχθηκε ισχυρή μεταρρυθμιστική δύναμη που άλλαξε και συνεχίζει να αλλάζει με τρόπο που εμπνέει σιγουριά και ελπίδα, την προοπτική ολόκληρης της Ηπείρου μας.
Η Ελλάδα, μέλος της Ευρωπαϊκής Οικογένειας, εδώ και 28 χρόνια, υποστήριξε έμπρακτα τις δύο τελευταίες διευρύνσεις, που έφεραν στους κόλπους της Ένωσης, 12 νέα μέλη. Υποστήριξε και υποστηρίζει με ειλικρίνεια και συνέπεια τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό των γειτόνων μας. Ήταν -και είναι- πρωτοπόρος στην προβολή και την προώθηση μιας δυναμικής στρατηγικής επιλογής. Υπήρξε -και είνα-πρωτοπόρος στη στρατηγική για τη μετατροπή της ευρύτερης περιοχής μας σε μια ευρωπαϊκή γειτονιά ειρήνης, σταθερότητας, ανάπτυξης. Η Ελλάδα εργάζεται για την ανάπτυξη στενής συνεργασίας με όλα τα κράτη, με όλους τους λαούς της περιοχής μας. Και αυτό είναι βασικός στόχος της εξωτερικής πολιτικής, της οικονομικής και της κοινοβουλευτικής διπλωματίας μας. Οι πρωτοβουλίες, οι παρεμβάσεις, οι δράσεις που αναπτύσσουμε, δεν επιτρέπουν αμφιβολίες σε κανένα.
- Υπήρξαμε πρωταγωνιστές στη δημιουργία της Ενεργειακής Κοινότητας Ν.Α. Ευρώπης.
- Συμμετέχουμε ενεργά στην ανάπτυξη της περιοχής, διαθέτοντας – μέσω του Ελληνικού Σχεδίου Οικονομικής Ανασυγκρότησης των Βαλκανίων, του ΕΣΟΑ δηλαδή- σημαντικά κονδύλια για την ανάπτυξη και την πρόοδο της Ν.Α. Ευρώπης.
- Αναβαθμίζουμε τους οδικούς άξονες για τη διευκόλυνση των μεταφορών και των μετακινήσεων από και προς τις γειτονικές χώρες.
- Στηρίζουμε, με επιχειρηματικές πρωτοβουλίες, τις οικονομίες τους.
Θυμίζω, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ότι οι ελληνικές επενδύσεις, στην ευρύτερη περιοχή, ξεπερνούν, σήμερα, τα 15 δισεκατομμύρια ευρώ και έχουν, ήδη, δημιουργήσει, στις γειτονικές Χώρες, γύρω στις 200.000 νέες θέσεις εργασίας.
Περίπου 20 χιλιάδες άνθρωποι στα Σκόπια, εργάζονται σε ελληνικές επιχειρήσεις. Η Ελλάδα είναι ο πρώτος ξένος επενδυτής στα Σκόπια, την Αλβανία, τη Σερβία, αλλά και ο δεύτερος στη Ρουμανία και τη Βουλγαρία. Υπάρχουν, στην ευρύτερη περιοχή, περίπου 4 χιλιάδες ελληνικές επιχειρήσεις και πάνω από 3 χιλιάδες καταστήματα ελληνικών Τραπεζών. Όλα αυτά λειτουργούν προς το κοινό συμφέρον. Όλα αυτά αποδεικνύουν την κοινή, αταλάντευτη θέλησή μας για στενή συνεργασία.
Όλοι μαζί οι λαοί της περιοχής, να υπηρετούμε τη σταθερότητα και την ασφάλεια, να διασφαλίζουμε δυναμική ανάπτυξη, να δημιουργούμε νέες θέσεις εργασίας, να αυξάνουμε το κοινωνικό μέρισμα. Οι πολίτες των Χωρών μας να ερχόμαστε πιο κοντά και να συνεργαζόμαστε πιο στενά.
Αυτή είναι η καλύτερη προοπτική για όλες τις Χώρες της περιοχής μας. Αυτό είναι το μέλλον που θέλουμε. Και το μέλλον αυτό είναι προς το συμφέρον όλων! Ας μην το καθυστερεί λοιπόν κανένας. Κάνουν τεράστιο λάθος όσοι επιμένουν στο χτες. Κάνουν λάθος όσοι επιμένουν να συντηρούν εκκρεμότητες. Κάνουν λάθος όσοι βλέπουν το μέλλον της γειτονιάς μας μέσα από το βαλκανικό παρελθόν. Η νέα εποχή απαιτεί νέα οπτική. Απαιτεί ωριμότητα, αποφασιστικότητα, τόλμη.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Η Ελλάδα ασκεί πολιτική ανοιχτών οριζόντων. Ασκεί πολιτική ανοιχτών θυρών για τους γείτονές της που θέλουν να συναντήσουν το ευρωπαϊκό μέλλον. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει –δεν μπορεί να σημαίνει – παράκαμψη αρχών. Η πορεία προς τους ευρωατλαντικούς θεσμούς δεν ορίζεται από κάποια αυτόματη μηχανική διαδικασία. Απαιτεί προσαρμογές σ’ ένα αρραγές και αδιάσπαστο σύνολο αρχών, από το οποίο δεν γίνονται εκπτώσεις. Απαιτεί έμπρακτη απόδειξη σχέσεων καλής γειτονίας. Απαιτεί προσαρμογή στις αρχές που ισχύουν για όλους. Μόνον έτσι χτίζονται σταθερές και διαχρονικές, εταιρικές και συμμαχικές σχέσεις. Και αυτό αφορά χωριστά και εξ ολοκλήρου, κάθε ένα από τα ενδιαφερόμενα κράτη. Αφορά άμεσα τη γειτονική FYROM. Αφορά τις σχέσεις καλής γειτονίας που πρέπει να έχουν με αυτούς που θέλουν να γίνουν σύμμαχοι. Η υποχρέωση τους να συμπράξουν ώστε να βρεθεί κοινά αποδεκτή λύση στην εκκρεμότητα της ονομασίας υπάρχει από την πρώτη στιγμή της δημιουργίας του νέου Κράτους. Το ορίζουν οι σχετικές αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας, υπογραμμίζοντας ότι η λύση χρειάζεται για να αποφευχθούν αρνητικές συνέπειες στην περιφερειακή συνεργασία και σταθερότητα.
Το γειτονικό κράτος ξεκίνησε την πορεία του με προσωρινή ονομασία, αποδέχθηκε την ύπαρξη εκκρεμότητας στην ονομασία του, συμφώνησε να διαπραγματευτεί με την Ελλάδα, στο πλαίσιο του ΟΗΕ, προκειμένου να βρεθεί οριστική, αμοιβαία αποδεκτή λύση.
Οι διαπραγματεύσεις αυτές (όπως ξέρουμε όλοι, κρατούν εδώ και περίπου 15 χρόνια) διεξάγονται γι’ αυτόν ακριβώς το σκοπό. Παρ’ όλο, όμως, ότι η Ελλάδα είχε κάνει μεγάλα βήματα προκειμένου να συναντηθούμε στη μέση του δρόμου, δεν έγινε το ίδιο από τη γειτονική Χώρα. Η Κυβέρνηση και σε αυτό το ζήτημα κινήθηκε και κινείται με βαθειά συναίσθηση ευθύνης.
Προσήλθαμε στον πρόσφατο κύκλο συζητήσεων με ειλικρινή βούληση επίλυσης του προβλήματος, με στόχο να αρθούν οι εκκρεμότητες που τραυματίζουν την καλή γειτονία, με σκοπό να εξασφαλιστεί ένα καλύτερο μέλλον στις διμερείς σχέσεις.
Από την πλευρά μας υπήρξε -και υπάρχει- απόλυτη ειλικρίνεια και εποικοδομητικό πνεύμα. Είπαμε, με σαφήνεια και ειλικρίνεια, ότι θέλουμε λύση που να υπηρετεί την περιφερειακή ασφάλεια, να συμβάλλει στην ενδυνάμωση των διμερών σχέσεων και να οδηγεί τη γειτονική χώρα στις ευρωατλαντικές φιλοδοξίες της.
Είπαμε δημόσια και καθαρά ότι επιδιώκουμε μια πρακτική, μια εφαρμόσιμη λύση, που να αντανακλά τις πραγματικότητες της περιοχής. Επιδιώκουμε πραγματικά σύνθετη ονομασία, που να ισχύει erga omnes, έναντι όλων.
Εξηγήσαμε ότι χρειάζεται λύση, που δεν θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως φορέας για ανιστόρητες πολιτικές, δεν θα μπορεί να επιστρατευτεί σαν όχημα στην εξυπηρέτηση εθνικιστικής και αλυτρωτικής λογικής, δεν θα μπορεί να υπηρετεί αντιλήψεις που ανήκουν στο χειρότερο βαλκανικό παρελθόν.
Η Ελλάδα θέλει την ένταξη των γειτόνων μας τόσο στο ΝΑΤΟ, όσο και στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Το δικό τους όραμα, ο δικός τους φιλόδοξος στόχος, είναι και δική μας επιδίωξη. Η προοπτική αυτή όμως δεν χτίζεται πάνω σε τόσο σοβαρές εκκρεμότητες. Δεν χτίζονται έτσι συμμαχικές σχέσεις. Δεν χτίζονται έτσι σχέσεις εταιρικότητας. Συμμετοχή στο διεθνές γίγνεσθαι χωρίς σεβασμό στους διεθνείς κανόνες, δεν γίνεται. Συμμετοχή στους ευρωατλαντικούς θεσμούς, χωρίς σεβασμό στις αρχές που διέπουν τη λειτουργία τους, δεν γίνεται. Δεν μπορεί να ζητά μια Χώρα τα οφέλη που εγγυώνται οι Διεθνείς Οργανισμοί και να απορρίπτει τις αρχές τους. Δεν μπορεί να ζητά συμμαχία με μια Χώρα και ταυτόχρονα να αναπτύσσει εθνικιστικές και αλυτρωτικές λογικές σε βάρος της.
Είπαμε, χωρίς αμφισημίες, χωρίς μισόλογα, ότι, εάν η γειτονική Χώρα θέλει να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ, οφείλει να ανταποκριθεί στο αυτονόητο: Να συμπράξει, ώστε να δοθεί λύση στα σοβαρά ζητήματα που πλήττουν τις σχέσεις καλής γειτονίας. Είπαμε -σε όλους τους τόνους και σε όλες τις κατευθύνσεις- ότι «η μη λύση θα σημαίνει τη μη πρόσκλησή της στη Συμμαχία». Επανέλαβα τη θέση αυτή, την ώρα που ξεκινούσε στο πλαίσιο του ΟΗΕ ο τελευταίος, σ’ εκείνο το στάδιο, κύκλος διαπραγματεύσεων. Ορίσαμε ξεκάθαρες γραμμές και είπαμε προς κάθε κατεύθυνση πως πίσω από τις γραμμές αυτές δεν πρόκειται να πάμε ούτε ένα βήμα. Βεβαίωσα τη Βουλή, βεβαίωσα τους Έλληνες πολίτες ότι δεν πρόκειται να εγκαταλείψουμε ούτε τις γραμμές που χαράξαμε, ούτε τα δικαιώματά μας, ούτε τα μέσα που διαθέτουμε. Υπογράμμισα από αυτό εδώ το βήμα, ότι, ενόψει της Συνόδου Κορυφής στο ΝΑΤΟ, ο κύκλος εκείνος ήταν εξαιρετικά κρίσιμος. Υπήρξαμε συνεπείς και υπεύθυνοι. Αντιμετωπίσαμε και εκείνη την προσπάθεια του προσωπικού απεσταλμένου του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ με βούληση συνεννόησης, αλλά και με αποφασιστικότητα που κανένας δεν μπορούσε να αμφισβητήσει.
Όμως! Στη γειτονική Χώρα επικράτησαν αυταπάτες. Επικράτησαν ψευδαισθήσεις. Επικράτησε η λογική της αδιαλλαξίας. Ακόμη κι όταν εμφανίζονταν κάποιες δειλές ενδείξεις, κάποιες μεμονωμένες σκέψεις μετακίνησης από την αδιαλλαξία, έρχονταν νεότερες επίσημες δηλώσεις να τις υπονομεύσουν και τελικά να τις εξουδετερώσουν. Παραγνωρίστηκε από τους γείτονές μας η αρχή που υπαγορεύει σε όλους όσοι θέλουν να μετέχουν στο διεθνές γίγνεσθαι, τον απόλυτο σεβασμό στους διεθνείς κανόνες. Παραγνωρίστηκαν οι αρχές της καλής γειτονίας. Επικράτησαν εθνικιστικές και ανιστόρητες λογικές. Και αυτό ήταν -και είναι- λάθος των γειτόνων μας που πρέπει να γίνει αντιληπτό. Αναμένουμε να επικρατήσουν αντιλήψεις που να οδηγούν τη FYROM σ’ ένα ευρωπαϊκό αύριο.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Το διάστημα που πέρασε, επαναφέραμε το θέμα από τη διεθνή λήθη στο διεθνές προσκήνιο. Το κάναμε με καλό σχεδιασμό, με έγκαιρη προετοιμασία, με ολοκληρωμένη δράση. Οφείλω να διευκρινίσω ότι δεν πήγαμε στο Βουκουρέστι για να λύσουμε το πρόβλημα στην ονομασία του γειτονικού κράτους. Ο χρόνος -με αποκλειστική ευθύνη της FYROM- δεν επαρκούσε. Και βέβαια δεν μπορούσε να είναι λύση μια κάποια δήλωση συμφωνίας που θα γινόταν την τελευταία στιγμή. Προσχηματικές κινήσεις δεν γίνονταν και δεν γίνονταν δεκτές. Ακόμη και ενδεχόμενη συμφωνία, χωρίς επικύρωση από το Συμβούλιο Ασφαλείας, δεν θα αποτελούσε λύση. Το είπαμε ευθέως. Τονίσαμε, εγκαίρως, ότι τέτοιες απόπειρες θα ήταν μάταιες. Ήμασταν σαφείς. Ήμασταν κατηγορηματικοί. Ήμασταν ειλικρινείς.
Είναι γεγονός ότι, όσο πλησίαζε η ώρα για τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, αναπτύσσονταν προβληματισμοί, αλλά και σενάρια αμφισβήτησης των θέσεων και των προθέσεων μας. Υποστηρίχθηκε ότι μπορεί να απομονωθούμε. Λέχθηκε ότι μπορεί να διστάσουμε. Ακούστηκε ότι μπορεί να παγιδευτούμε στη διατύπωση των Συμπερασμάτων της Συνόδου.
Δεν έγινε τίποτε από όλα αυτά! Δεν διστάσαμε, δεν απομονωθήκαμε, δεν παγιδευτήκαμε!
Βρήκαμε πολλούς και καλούς συμπαραστάτες. Υπογραμμίζω τη συμπαράσταση μεγάλων ευρωπαϊκών Χωρών. Και αυτό βέβαια δεν έγινε τυχαία. Έγινε γιατί αναπτύξαμε πειστικά επιχειρήματα. Έγινε με σκληρή δουλειά. Έγινε με συντονισμένη προσπάθεια. Αθόρυβα, αλλά υπεύθυνα. Η Ελλάδα εργάστηκε με προνοητικότητα και μίλησε με καθαρότητα. Διαπραγματεύτηκε σκληρά και προχώρησε με αυτοπεποίθηση. Δεν είχαμε λοιπόν παρά να επαναλάβουμε, με παρρησία και σοβαρότητα, τη θέση μας:
Η γειτονική χώρα μπορεί να ανοίξει το δρόμο προς τους ευρωατλαντικούς θεσμούς μόνον εάν εγκαταλείψει την προσκόλλησή της στο αδιέξοδο παρελθόν. Επαναλάβαμε, απλά και υπεύθυνα, ότι, σε αντίθετη περίπτωση, δεν θα μπορούσε να υπάρξει πρόσκληση για την ένταξή της στο ΝΑΤΟ. Δεν ήταν βέβαια σκοπός μας το ‘’βέτο’’. Δεν είναι λύση στο πρόβλημα. Έγινε, όμως -εξαιτίας της αρνητικής στάσης της FYROM – αναγκαίο μέσο. Έγινε μοχλός για τη μετακίνηση της αδιαλλαξίας. Έγινε χρέος μας. Και στο χρέος αυτό, ανταποκριθήκαμε με πλήρη συναίσθηση ευθύνης.
Οφείλω, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, να επισημάνω ότι στη Σύνοδο του Βουκουρεστίου λειτούργησε η αρχή της ισοτιμίας και αναδείχθηκε ο δημοκρατικός χαρακτήρας στη λήψη των αποφάσεων. Αποδείχθηκε ότι η συναίνεση ήταν, είναι και παραμένει, ο θεμέλιος λίθος για τη λειτουργία της Συμμαχίας. Το αποτέλεσμα είναι σαφές, μιλάει από μόνο του:
Το Ανακοινωθέν του Βουκουρεστίου…
- αναγνωρίζει ότι η εκκρεμότητα στην ονομασία του γειτονικού κράτους συνιστά ουσιαστικό, σύγχρονο διεθνές ζήτημα, που επηρεάζει την περιφερειακή σταθερότητα και την επιδίωξη σχέσεων καλής γειτονίας.
- Κάνει σαφή αναφορά στη διαδικασία του ΟΗΕ και διατυπώνει πρόσκληση για σύντομη επανάληψη των συζητήσεων.
- Δίνει έτσι μια ισχυρή απάντηση στις ακραίες και αντιπαραγωγικές εκείνες φωνές, που ήθελαν τα Σκόπια να αποχωρούν από τις συνομιλίες.
Το σημαντικότερο, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι ότι η απόφαση του ΝΑΤΟ υιοθετεί την ελληνική θέση. Η θέση μας ότι «μη λύση σημαίνει μη πρόσκληση» στην ουσία έγινε θέση της Συμμαχίας. Και αυτό είναι μια σημαντική εξέλιξη στο δεκαεφτάχρονο αδιέξοδο της εκκρεμότητας.
Το κέρδος είναι ότι η ελληνική θέση, έγινε συμμαχική! Το κέρδος είναι ότι, η άρση της εκκρεμότητας στην ονομασία του γειτονικού κράτους αποτελεί πολιτικό όρο για την ένταξή του στο ΝΑΤΟ. Το κέρδος είναι η επιβεβαίωση και η ανάδειξη της αξιοπιστίας της Εξωτερικής Πολιτικής μας. Είναι η αξιοπιστία της Χώρας μας σε τελική ανάλυση. Αυτό που είπαμε, το κάναμε!
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Για μια ακόμη φορά, θέλω να απευθυνθώ προς τους γείτονές μας. Δεν θέλαμε και δεν θέλουμε να βρεθούν αποκλεισμένοι, ούτε από το ΝΑΤΟ, ούτε από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Δεν ήταν και δεν είναι αυτός ο στόχος μας. Αντιθέτως, μάλιστα! Θέλουμε την ένταξή τους στους ευρωατλαντικούς θεσμούς. Θέλουμε να έχουμε σχέσεις φιλίας και συνεργασίας. Θέλουμε τη χώρα τους άρρηκτα ενταγμένη σε μια περιοχή Δημοκρατίας, ειρήνης και σταθερότητας, σε μια περιοχή ανάπτυξης και προόδου, για όλους τους λαούς της, σε μια περιοχή που αφήνει το παρελθόν για να συναντήσει το μέλλον. Απαλλαγμένη από εθνικιστικές εξάρσεις, φανατισμούς και αντιπαλότητες.
Κάλεσα πολλές φορές έως τώρα την πολιτική ηγεσία των Σκοπίων να ανταποκριθεί στα βήματα που έκανε η Ελλάδα, για να βρούμε κοινά αποδεκτή λύση. Απευθύνθηκα κατ’ επανάληψη στους γείτονές μας με καθαρότητα θέσεων και ειλικρίνεια προθέσεων. Ξέρουν πολύ καλά ότι υποστηρίζουμε έμπρακτα την πολιτική σταθερότητα, την οικονομική ανάπτυξη, την προκοπή της Χώρας τους.
Είναι ανάγκη να πιστέψουν -όπως πιστεύουμε κι εμείς- στις δυνατότητες των δύο λαών να αναπτύξουν πλήρως τις σχέσεις τους, σ’ ένα ευρωπαϊκό αύριο καλής γειτονίας. Χρειάζεται λοιπόν να βρούμε αμοιβαία αποδεκτή λύση. Και αυτό χρειάζεται να γίνει το ταχύτερο δυνατό. Από την πρώτη στιγμή, από το Βουκουρέστι, απηύθυνα ανοιχτή δημόσια πρόσκληση στην πολιτική ηγεσία των Σκοπίων να συνεχίσουμε τη συζήτηση στο πλαίσιο του ΟΗΕ. Το επανέλαβε πολλές φορές η υπουργός Εξωτερικών. Το επαναλαμβάνω και σήμερα από το βήμα της Βουλής. Επιδιώκουμε λύση που συνυπολογίζει τις ευαισθησίες όλων και διασφαλίζει σχέσεις καλής γειτονίας. Είμαστε γείτονες και θα ζήσουμε στην ίδια περιοχή. Είμαστε γείτονες και θα ζήσουμε ο ένας δίπλα στον άλλο.
Θέλουμε, λοιπόν, λύση ρεαλιστική, πρακτική, εφαρμόσιμη, προς όφελος της περιφερειακής σταθερότητας, προς όφελος των διμερών σχέσεων, προς όφελος και των δύο λαών.
Οι γείτονές μας έχουν την ευκαιρία να ανοίξουν διάπλατα το δρόμο της Χώρας τους προς τους ευρωατλαντικούς θεσμούς. Έχουν την ευκαιρία να αξιολογήσουν τα πραγματικά δεδομένα, να διαμορφώσουν θέσεις εποικοδομητικές, να εγκαταλείψουν το παρελθόν για να κερδίσουν το μέλλον.
Η ευκαιρία είναι στα χέρια τους. Και την ευκαιρία αυτή ας μην την αφήσουν να πάει χαμένη. Αυτό είναι το μήνυμά μας στο λαό της γειτονικής Χώρας. Και το μήνυμα αυτό
-μήνυμα φιλίας και συνεργασίας- είναι καθαρό, σταθερό, ειλικρινές. Θέλουμε σχέσεις φιλίας και συνεργασίας. Δεν παίζουμε όμως με τη σταθερότητα στην περιοχή μας! Δεν παίζουμε με την ασφάλεια της γειτονιάς μας! Δεν παίζουμε με εθνικά ζητήματα!
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Όλοι οι Έλληνες αντιλαμβάνονται σήμερα ότι για το αποτέλεσμα του Βουκουρεστίου εργάστηκαν, συντονισμένα και αποτελεσματικά, πολλοί άνθρωποι από διαφορετικές θέσεις. Έγινε υπεύθυνη, σοβαρή και συστηματική δουλειά από το Υπουργείο Εξωτερικών με επικεφαλής την Υπουργό Ντόρα Μπακογιάννη. Αντιμετωπίσαμε κάθε πτυχή της υπόθεσης, με υπευθυνότητα και αποφασιστικότητα, για την οποία κανένας δεν μπορεί να αμφιβάλλει. Προετοιμαστήκαμε για κάθε πιθανό και απίθανο ενδεχόμενο. Διασφαλίσαμε αποτελεσματική στήριξη των θέσεών μας. Πρόσφεραν με τη γνώση και την εμπειρία τους ικανά στελέχη του Διπλωματικού Σώματος και γενικότερα του Υπουργείου Εξωτερικών. Συνέβαλαν όλες οι πολιτικές δυνάμεις, στέλνοντας παντού μήνυμα ενότητας και ομοψυχίας των Ελλήνων. Νοιώσαμε -όπως πάντα- τη στήριξη του Απανταχού Ελληνισμού. Όλα αυτά είναι θετικά, είναι αισιόδοξα στοιχεία. Το αποτέλεσμα της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ μπορεί να συμβάλει αποτελεσματικά στην επίτευξη αμοιβαία αποδεκτής λύσης. Ξέρουμε ωστόσο ότι υπάρχει ακόμη δύσκολος δρόμος μπροστά μας. Απόφασή μας είναι να συνεχίσουμε με καλή πίστη, αλλά και αποφασιστικότητα. Απόφασή μας είναι να επενδύσουμε στη σύμπλευση των πολιτικών δυνάμεων και την ομοθυμία των Ελλήνων. Απόφασή μας είναι να συνεχίσουμε, με σταθερότητα, την πολιτική των ανοιχτών οριζόντων, την πολιτική των καθαρών θέσεων, την πολιτική της ειλικρίνειας και της αμοιβαιότητας.
Αποδείξαμε ότι ασκούμε πολιτική αυτοπεποίθησης και αποτελέσματος. Αποδείξαμε ότι ασκούμε πολιτική προσανατολισμένη στο αύριο και όχι αιχμάλωτη στο χτες. Συνεχίζουμε με πίστη στα δίκαια και εμπιστοσύνη στις δυνάμεις μας, με γνώμονα την ανάπτυξη και την πρόοδο.
Η σύγχρονη Ελλάδα, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ακολουθεί πορεία, που βασίζεται σε ισχυρές και κρυστάλλινες θέσεις, για όλα τα θέματα που αφορούν στη Διεθνή Κοινότητα, την ευρύτερη γειτονιά μας και, πάνω απ’ όλα, τα εθνικά μας συμφέροντα. Η σύγχρονη Ελλάδα είναι παράγοντας ειρήνης, σταθερότητας, ανάπτυξης.
Οι Έλληνες, ενωμένοι και αποφασιστικοί, με συστηματική δουλειά, με σχέδιο, με επιμονή, μπορούμε να δίνουμε λύσεις στα μικρά και μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο Τόπος μας. Η εμπειρία του παρελθόντος, αλλά και οι προκλήσεις του μέλλοντος, υποδεικνύουν σε όλους μας να ενώνουμε τις δυνάμεις μας σε κοινούς στόχους. Υπαγορεύουν συνεννόηση, υπαγορεύουν συνέργια, υπαγορεύουν πολιτική ευθύνη. Δείχνουν το δρόμο όπου συμβαδίζουν η γενναιότητα και η σωφροσύνη. Απαιτούν να αποδεικνύουμε έμπρακτα ότι πάνω από όλα υπηρετούμε το συλλογικό, το κοινωνικό, το εθνικό συμφέρον. Δεν πρέπει λοιπόν η ομοψυχία της προηγούμενης ημέρας να μεταλλαχθεί σε μικροψυχία της επόμενης. Ο κομματικός ανταγωνισμός, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ας γίνει, επιτέλους – και ας γίνει από όλους μας – ανταγωνισμός προσφοράς στην Πατρίδα μας. Η στείρα αντιπαλότητα δεν έχει θέση στη σύγχρονη Ελλάδα. Η στείρα αντιπαράθεση ας μείνει μακριά τουλάχιστον από τα εθνικά μας θέματα. Αυτό είναι το συμφέρον της Ελλάδας. Αυτό είναι το συμφέρον της Κοινωνίας μας.
Το συμπέρασμα δεν είναι καινούριο. Με Όραμα και Σχέδιο, με συνεννόηση και σύνθεση απόψεων με σκληρή και υπεύθυνη δουλειά, οι Έλληνες κερδίζουμε σημαντικές μάχες, πετυχαίνουμε μεγάλους στόχους, διασφαλίζουμε ένα καλύτερο αύριο. Σε όλους τους τομείς. Για όλα όσα απασχολούν και προβληματίζουν τους πολίτες. Για όλα όσα αφορούν την Πατρίδα μας.
Αυτή είναι η μόνιμη επιδίωξή μας. Αυτή είναι η στρατηγική επιλογή μας. Αυτός είναι ο σίγουρος και ασφαλής δρόμος για την Ελλάδα που θέλουμε. Μια Ελλάδα που μπορεί να διεκδικεί και να κερδίζει για όλους τους πολίτες της.