Συνέντευξη στο γαλλόφωνο περιοδικό της Αθήνας Bonjour Athenes με αφορμή την τελετή έναρξης του Συνεδρίου Γαλλοφώνων (2 Δεκεμβρίου 2004).

 

 

  1. Ποιοι είναι οι λόγοι οι οποίοι ώθησαν την Ελλάδα να υποβάλλει την υποψηφιότητά της για να γίνει μέλος στο Διεθνή Οργανισμό  Γαλλοφώνων Κρατών και πως θα ωφεληθεί από την ένταξή της;

 

Ο Διεθνής Οργανισμός Γαλλοφωνίας έχει αναδειχθεί στο πέρασμα του χρόνου ως όχι μόνον ως ένα πολιτιστικό φόρουμ διεθνούς εμβέλειας, αλλά και ένας ουσιαστικός συνεκτικός κρίκος διαπολιτισμικής συνεργασίας. Η ιστορία της χώρας μας, η γεωγραφική της θέση και η πολιτιστική της κληρονομιά είναι , θα έλεγα, άρρηκτα συνδεδεμένες με τον γαλλόφωνο κόσμο της Μεσογείου και της Ευρώπης. Τονίζω ιδιαίτερα τη σημασία της «κοινής» θάλασσας πολιτισμού, ως στοιχείο κοινής αναφοράς στο παρελθόν και πεδίου εκκίνησης προς το ευρωπαϊκό μας μέλλον. Θα μου επιτρέψετε να παρατηρήσω ότι αν και η γαλλική γλώσσα πιθανόν να υπολείπεται στην Ελλάδα αριθμητικά για παράδειγμα της αγγλικής, ως προς τους χρήστες , έχει παρ’ όλα αυτά ιδιαίτερη βαρύτητα στην ιδιωτική, όσο και στην δημόσια καθημερινότητα. Θα θυμίσω επίσης τον μεγάλο αριθμό Ελλήνων επιστημόνων που έχουν αποφοιτήσει από γαλλόφωνα πανεπιστήμια. Αυτοί και πολλοί άλλοι μεταφέρουν την γαλλόφωνη πολιτιστική διάσταση σε όλα τα επίπεδα της ελληνικής κοινωνικής δραστηριότητας. Εχοντας επομένως υπ’ όψιν όλα αυτά και με δεδομένο ότι πληρούμε τις τυπικές και τις ουσιαστικές προϋποθέσεις  αποφασίσαμε να ζητήσουμε την ένταξη της Ελλάδας στην Γαλλοφωνία με την ιδιότητα του συνδεδεμένου μέλους.

 

  1. Γιατί περίμενε η Ελλάδα τόσα χρόνια πριν υποβάλλει την υποψηφιότητά της στον O.I.F.;

 

Φαινομενικά, ναι, καθυστερήσαμε. Πρέπει όμως να λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι η Γαλλοφωνία ξεκίνησε το 1960 ως πρωτοβουλία προσωπικοτήτων του γαλλόφωνου χώρου και κατά κύριο λόγο της Αφρικής. Η καθαρά θεσμική της μορφή επιτεύχθηκε όπως γνωρίζετε μόλις το 1991. Θα δώσω έμφαση στο γεγονός ότι πίσω από την τυπική μας καθυστέρηση κρύβεται μια ουσιαστική προσπάθεια επαφών, ενεργειών, συντονισμού κυβερνητικών υπηρεσιών, συλλογής στοιχείων και συγκροτημένης προετοιμασίας για την υποβολή του φακέλου υποψηφιότητας της Ελλάδας. Πιστεύω ακράδαντα ότι η συμμετοχή της χώρας μας στον OIF ανοίγει νέους δρόμους διεθνούς συνεργασίας των πολιτισμικών μας φορέων σε όλα τα επίπεδα: στην τοπική αυτοδιοίκηση, στα μορφωτικά ιδρύματα, στα ΜΜΕ, στη νεολαία.

 

  1. Ποια είναι η δική σας σχέση με τη Γαλλική γλώσσα;

 

Διδάχθηκα όπως πολλοί  της γενιάς μου τη γαλλική γλώσσα και την αγάπησα. Η μετέπειτα  σπουδές μου με κράτησαν ίσως σε μια απόσταση από την συχνότητα χρήσης που θα επιθυμούσα. Παραμένω σε κάθε περίπτωση φίλος της, αλλά και φίλος του γαλλόφωνου πολιτισμού.

 

  1. Πως πιστεύετε ότι διαμορφώνεται στην Ευρώπη το μέλλον των «μικρότερων» γλωσσών δεδομένης της παγκοσμιοποίησης και της διάδοσης της αγγλικής;

Θα προτιμούσα τον όρο «λιγότερο διαδεδομένες γλώσσες». Κάθε γλώσσα έχει το δικό της μοναδικό μέγεθος, που αφορά στις πολιτισμικές παραδόσεις και την ιστορική της πορεία. Σκεφθείτε το βάρος που έχει ακόμη και μια «νεκρή» γλώσσα όπως είναι τα λατινικά στη σύγχρονη πραγματικότητα. Η ρεαλιστική προσέγγιση των πραγμάτων μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι πληθυσμιακά «μικρές» χώρες έχουν την αίσθηση ότι η γλώσσα τους «ασφυκτιά» στην τρέχουσα πολιτισμική και επικοινωνιακή παγκοσμιότητα. Κάθε γλώσσα όμως συνιστά ένα μοναδικό όσο και αναπόσπαστο τμήμα του ευρωπαϊκού και του παγκόσμιου πολιτιστικού πλούτου. Στο πνεύμα αυτό η Ελλάδα είναι αποφασισμένη να προάγει παντού, σε όλα τα διεθνή φόρουμ, τις αρχές του πολιτιστικού, του γλωσσικού αν θέλετε πλουραλισμού. Στόχος των λαών μας πρέπει να παραμείνει η μεγέθυνση της πολιτιστικής δράσης και έκφρασης, με όλα τα μέσα και σε όλα τα επίπεδα.