ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ

 

Βρυξέλλες, 17 Δεκεμβρίου 2004

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ

κ. ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ

ΜΕΤΑ ΤΗ ΛΗΞΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ

ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

 

 

 

 

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ:

Όπως ξέρετε, τα συμπεράσματα του Συμβουλίου είναι πάντα εκτενή. Θέλω να πω όμως με δυο λέξεις και, κυρίως από την οπτική γωνία που ενδιαφέρει πρωτίστως την Ελλάδα, ότι πήγαμε πολύ καλά. Επιτύχαμε όλους μας τους στόχους. Θα ξεχωρίσω αρχικά τους δύο βασικότερους και στη συνέχεια θα πω μερικά πράγματα λίγο πιο αναλυτικά.

 

Ο πρώτος στόχος ήταν να βοηθήσουμε να γίνει η γειτονιά μας μια ευρωπαϊκή γειτονιά. Ο δεύτερος ήταν, να καλυφθούν όλες οι ευαισθησίες μας στο θέμα των σχέσεων Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τουρκίας. Ικανοποιήθηκαν τόσο αυτοί όσο και όλοι οι άλλοι στόχοι που είχαμε θέσει και ανοίγει μια νέα σελίδα στην περιοχή μας.

 

Όπως ξέρετε, τις εργασίες του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου απασχόλησε κατά κύριο λόγο η διεύρυνση, δηλαδή η ένταξη της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας το 2007 και η έναρξη διαπραγματεύσεων με την Κροατία και την Τουρκία. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εξέφρασε τη δέσμευσή του να συνεχίσει τη διαδικασία που έχει ξεκινήσει με τις υποψήφιες χώρες. Υπενθυμίζει ωστόσο τη σημασία που αποδίδει στην ικανότητα της Ένωσης να απορροφήσει καινούρια μέλη και παράλληλα να διατηρήσει τη δυναμική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

 

Ως προς τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, το Συμβούλιο αποφάσισε την υπογραφή των συνθηκών προσχώρησης των δύο χωρών τον Απρίλιο του 2005 και, όπως όλα δείχνουν, η ένταξή τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα πραγματοποιηθεί τον Ιανουάριο του 2007.

 

Για την Κροατία αναμένεται η έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων τον Μάρτιο του 2005, με την προϋπόθεση ότι θα έχει μέχρι τότε συνεργαστεί πλήρως με το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία. Αυτές οι εξελίξεις αφορούν την ασφάλεια και την σταθερότητα στην περιοχή μας και για τον λόγο αυτό τις θεωρούμε πολύ θετικές.

 

Ως προς την Τουρκία, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων στις 3 Οκτωβρίου του 2005, με στόχο την πλήρη ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

 

Η επίτευξη αυτού του στόχου όμως, δεν μπορεί να θεωρηθεί εκ των προτέρων δεδομένη γιατί εξαρτάται από την βούληση και την ικανότητα της Τουρκίας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που θα έχει κατά την μακρά διαδικασία της προσαρμογής της στα ευρωπαϊκά δεδομένα. Σε κάθε περίπτωση, προκύπτει από το κείμενο ότι η Τουρκία δεν θα μπορούσε να ενταχθεί πριν από το 2014.

 

Η θετική αυτή η εξέλιξη, δημιουργεί προϋποθέσεις όχι μόνο για τον εξευρωπαϊσμό της Τουρκίας αλλά, σε ό,τι αφορά την Ελλάδα και την Κύπρο, για την δημιουργία σχέσεων καλής γειτονίας. Βοηθά, δηλαδή, να γίνει η γειτονιά μας μία γειτονιά συνεργασίας των χωρών στην βάση κοινών προοπτικών.

 

Ελπίζουμε ότι ανοίγει ένας νέος δρόμος για την ίδια την Τουρκία ώστε να εδραιώσει τις δημοκρατικές δομές και την διεθνή της συμπεριφορά σύμφωνα με τους ευρωπαϊκούς κανόνες, τις αρχές και τις αξίες της Ένωσης και να αποκτήσει ρυθμούς ανάπτυξης ευρωπαϊκής χώρας. Η προσπάθεια δεν ήταν εύκολη. Οι διαρκείς, οι σκληρές διαβουλεύσεις οδήγησαν στην καταγραφή όλων εκείνων των προνοιών που έπρεπε να ληφθούν και οι οποίες απαντούν στις ευαισθησίες της Ελλάδας.

 

Από την αρχή είχαμε θέσει πέντε σαφείς στόχους:

– Ο πρώτος μας στόχο ήταν να διαμορφωθεί ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο για την συμπεριφορά της Τουρκίας έναντι της χώρας μας που να οδηγεί σε σταθερή πορεία εξομάλυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Ο στόχος επετεύχθη:

  • Γιατί εξασφαλίσαμε την απόλυτη, αμετάκλητη δέσμευση της Τουρκίας στις σχέσεις καλής γειτονίας με την Ελλάδα.
  • Γιατί πετύχαμε την ουσιαστική βελτίωση του Ελσίνκι. Η διατύπωση του Ελσίνκι για μεθοριακές διενέξεις και συναφή θέματα περιορίστηκε δραστικά με την διαγραφή του όρου ‘’συναφή θέματα’’ που ήταν πράγματι επικίνδυνα ασαφής.
  • Γιατί συμπεριλαμβάνεται η δέσμευση ότι η επίλυση διαφορών πρέπει να γίνει με ειρηνικά μέσα, όπως προβλέπει ο καταστατικός χάρτης των Ηνωμένων Εθνών, συμπεριλαμβανομένης, με ρητή αναφορά, της δυνατότητας προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.
  • Γιατί εξασφαλίσαμε την σταθερή εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην παρακολούθηση της πορείας των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Συγκεκριμένα, είναι πολύ σημαντικό ότι, για πρώτη φορά στην ιστορία των ελληνοτουρκικών και ευρωτουρκικών σχέσεων, η πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων θα παρακολουθείται σε σταθερή βάση από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, δηλαδή από όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  • Γιατί αποφύγαμε τα ασφυκτικά τεχνητά χρονικά περιθώρια που αποτελούν πρωτίστως δέσμευση για τη χώρα μας. Όλα τα παραπάνω ωθούν την Τουρκία σε μία συνεχή εξομάλυνση των σχέσεών της με την Ελλάδα.

 

– Ο δεύτερός μας στόχος ήταν να υπάρξει αποτελεσματικός μηχανισμός συνεχούς επιτήρησης και συνεχούς ελέγχου της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας και της εκ μέρους της εκπλήρωσης των ευρωπαϊκών κριτηρίων, όρων και αρχών.

 

Ο στόχος αυτός επετεύχθη, διότι κάθε επί μέρους βήμα προόδου στις, τουλάχιστον δεκαετείς, προενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας θα γίνεται μετά από ομόφωνη απόφαση όλων των κρατών – μελών, επομένως, και της Ελλάδας και της Κύπρου.

 

Επιπλέον, η συνολική διαπραγμάτευση θα μπορεί να διακοπεί εάν η Τουρκία δεν ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις της, μετά από πρόταση της Επιτροπής και του 1/3 των κρατών – μελών. Δεν υπάρχει αυτοματισμός που να καθορίζει ότι, όταν ξεκινήσουν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις, θα οδηγήσουν κατ’ ανάγκην και στην ένταξη της Τουρκίας.

 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα συνεχίσει να παρακολουθεί στενά την πρόοδο των πολιτικών μεταρρυθμίσεων, στη βάση εταιρικής σχέσης, η οποία θα καθορίζει τις προτεραιότητες της ενταξιακής διαδικασίας.

 

Ο τρίτος μας στόχος ήταν να υπάρξουν ισχυρές δικλείδες ασφαλείας και περιορισμός σε ό,τι αφορά την εφαρμογή της ελεύθερης διακίνησης προσώπων.

 

Ο στόχος αυτός επετεύχθη διότι προβλέπεται η δυνατότητα μόνιμων ρυθμίσεων για αναστολή της εφαρμογής της ελεύθερης κυκλοφορίας προσώπων. Ειδικότερα μάλιστα, προβλέπεται ότι, όσον αφορά στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων για την αναστολή της ελεύθερης διακίνησης προσώπων, το κάθε κράτος-μέλος θα έχει τον μέγιστο δυνατό ρόλο.

 

Ο τέταρτός μας στόχος ήταν η διασφάλιση ότι η Τουρκία θα σέβεται τα ανθρώπινα, τα θρησκευτικά και τα μειονοτικά δικαιώματα, μεταξύ των οποίων εξέχουσα θέση έχει η λειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, το ζήτημα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, οι συνθήκες διαβίωσης των Ελλήνων ομογενών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων της Ίμβρου και της Τενέδου.

 

Ο στόχος επετεύχθη, διότι στην παράγραφο 18 των συμπερασμάτων της Προεδρίας αναφέρεται ρητά ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ζητά από την Τουρκία να διασφαλίσει το αμετάκλητο της διαδικασίας μεταρρυθμίσεων και την πλήρη, αποτελεσματική και συνολική εφαρμογή της, ιδίως όσον αφορά στις θεμελιώδεις ελευθερίες και τον πλήρη σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

 

Η δέσμευση αυτή αφορά και θέματα άμεσου ελληνικού ενδιαφέροντος. Προκύπτει σαφώς από την αναφορά των συμπερασμάτων της Προεδρίας στην πρόσφατη έκθεση της Επιτροπής για την Τουρκία, η οποία ρητά αναφέρεται στη λειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάγης, στη δημόσια χρήση του τίτλου του Οικουμενικού Πατριάρχη, στα δικαιώματα των μη μουσουλμανικών θρησκευτικών μειονοτήτων, καθώς επίσης και στα δικαιώματα των Ελλήνων της Ίμβρου και της Τενέδου.

 

Η διαδικασία αυτή θα παρακολουθείται στενά από την Επιτροπή, που θα αναφέρει στο Συμβούλιο για την πρόοδο που έχει επιτελεστεί από την Τουρκία για όλα αυτά τα θέματα.

 

Άφησα για το τέλος την αναφορά στον πέμπτο μας στόχο για να τονίσω τη σημασία που του αποδίδουμε. Ο πέμπτος μας στόχος ήταν να υπάρξει διασύνδεση της προσαρμογής της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα με δέσμευσή της για πρόοδο στη σχέση της με την Κυπριακή Δημοκρατία.

 

Ο στόχος επετεύχθη, γιατί, μετά από μία ιδιαίτερα σκληρή και πολύπλοκη διαπραγματευτική προσπάθεια, η Τουρκία δεσμεύτηκε τελικώς να υπογράψει το πρωτόκολλο για την επέκταση της τελωνιακής ένωσης με την Κυπριακή Δημοκρατία πριν από την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας.

 

Για πρώτη φορά στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης δήλωση δέσμευσης μίας τρίτης χώρας ενσωματώνεται λέξη προς λέξη σε κείμενο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Πράγμα το οποίο δίνει και το μέτρο της δέσμευσης που αναλαμβάνει η Τουρκία.

 

Πρόκειται για μία ιδιαίτερα σημαντική παραδοχή της Τουρκίας, αδιανόητη στο παρελθόν. Μία παραδοχή ότι αναγνωρίζει ότι, από εδώ και πέρα, θα πρέπει να αναπτύξει λειτουργικές σχέσεις με την Κυπριακή Δημοκρατία που ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα είναι μαζί με τα άλλα 24 κράτη – μέλη κριτής τής, τουλάχιστον δεκαετούς, ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας.

 

Στις δύσκολες αυτές διαβουλεύσεις συνεργαζόμαστε όπως πάντα στενά με την Κυπριακή πολιτική ηγεσία και τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, κύριο Παπαδόπουλο. Συνεργασία που απέδωσε και συνεχίζει να αποδίδει καρπούς επ’ ωφελεία όλων.

 

Είναι προφανές σε όλους ότι στις υποχρεώσεις της Τουρκίας δεν χωρεί δεύτερη ανάγνωση ούτε φυσικά χωρούν παρεκκλίσεις από τους κανόνες της μεγάλης ευρωπαϊκής οικογένειας.

 

Κος ΧΙΩΤΗΣ:

Θα ήθελα να σταθώ, στον τελευταίο στόχο στον οποίο σταθήκατε και εσείς ιδιαίτερα, σε σχέση με την δέσμευση που ανέλαβε η Τουρκία.

 

Το ερώτημά μου είναι αν είναι τόσο ισχυρή η δέσμευση από μία προφορική δήλωση η οποία έγινε προς την Ολλανδική Προεδρία, σε σχέση με αυτό που είχαμε εξασφαλίσει χθες το βράδυ, δηλαδή, την μονογραφή της συμφωνίας που θα αποτελούσε και μία γραπτή, πλέον αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ :

Κατ΄ρχάς, δεν πρόκειται για προφορική δήλωση. Είναι δήλωση που περιλαμβάνεται στο κείμενο των συμπερασμάτων. Άρα έχει το πλήρες βάρος που έχουν όσα συμπεριλαμβάνονται στα συμπεράσματα κάθε Προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Με αυτή την έννοια, έχει το εξαιρετικό κύρος και το ειδικό πολιτικό βάρος που χρειάζεται.

 

Η δική μας προσπάθεια – πρωτίστως της Κυπριακής Δημοκρατίας και δίπλα της πάντα εμείς – ήταν να αναληφθεί το μέγιστο δυνατό της πολιτικής δέσμευσης.

– Αυτό αναλαμβάνεται. Και θεωρώ πολύ σημαντικό το γεγονός ότι περιλαμβάνεται η δέσμευση της ίδιας της Τουρκίας σε σύγκριση με το να ήταν, για παράδειγμα, μία δήλωση της Προεδρίας.

 

Κος ΛΑΜΠΡΑΚΟΣ:

Ο κύριος Ερντογάν πριν από λίγο, στην συνέντευξη τύπου, είπε ότι η Κυβέρνηση της Άγκυρας θα πρέπει μεν να υπογράψει το πρωτόκολλο της διευρυμένης τελωνιακής Ένωσης, όμως η υπογραφή του δεν σημαίνει αναγνώριση του Κυπριακού κράτους. Εμείς μπορούμε να μιλάμε για έμμεση αναγνώριση ναι ή όχι;

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ:

Νομίζω ήμουν απόλυτα σαφής. Υπογράφεται το πρωτόκολλο της επέκτασης της τελωνειακής ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα σας διανεμηθεί στη συνέχεια και το κείμενο, όπου είναι σαφής η αναφορά και στην Κυπριακή Δημοκρατία. Τα συμπεράσματα είναι λοιπόν σαφέστατα και κατανοητά σε όλους. Άλλωστε, αυτό ειπώθηκε από σχεδόν όλους όσοι μίλησαν στη διάρκεια του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Τώρα, γιατί ο πρωθυπουργός της Τουρκίας κάνει αυτή την αναφορά, νομίζω είναι κατανοητό σε όλους.

 

Κος ΛΙΑΡΕΛΗΣ:

Στην ίδια συνέντευξη, ο κύριος Ερντογάν δεν έκανε καμία απολύτως αναφορά, ενδεχομένως από παράλειψη, στο ότι πρέπει να υπογραφεί η επέκταση του Πρωτοκόλλου της Άγκυρας, μέχρι τις 3 Οκτωβρίου.

 

Θέλω να μας πείτε, εάν από τα συμπεράσματα προκύπτει ως προϋπόθεση η υπογραφή της επέκτασης της συμφωνίας αυτής, για την έναρξη των διαπραγματεύσεων. Αν δεν υπογραφεί, αρχίζουν ή δεν αρχίζουν οι διαπραγματεύσεις;

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ:

Αυτή είναι η σαφής πολιτική δέσμευση που ανέλαβε η Τουρκία. Αυτό είναι καταγεγραμμένο ρητά στο κείμενο των συμπερασμάτων της Προεδρίας, αυτό είπαν όλοι όσοι μίλησαν κατά την διάρκεια της συζήτησης στο συγκεκριμένο θέμα, αυτό είπε, αν προσέξατε, και στη συνέντευξη Τύπου η Προεδρεία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.

 

Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι έχει το απόλυτο πολιτικό βάρος της προϋπόθεσης, όταν όλοι λένε ότι δεν μπορούν, ούτε θα ξεκινήσουν ενταξιακές διαπραγματεύσεις, εάν προηγουμένως δεν έχει γίνει η υπογραφή του Πρωτοκόλλου της επέκτασης της συμφωνίας της Άγκυρας.

 

Κα ΣΠΥΡΑΚΗ:

Καθώς δεν έχει δημιουργηθεί σαφής εικόνα, εξαιτίας της διατύπωσης που έχουμε στα χέρια μας, η οποία είναι στα ελληνικά, ως προς την ουσιαστική έναρξη των διαπραγματεύσεων, ήθελα να ξέρω εάν υπάρχει κάποια αλλαγή σε σχέση με το κείμενο που έχουμε στα χέρια μας, ή εάν υπάρχει κάτι άλλο που πρέπει να γνωρίζουμε.

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ:

Το αγγλικό κείμενο αναφέρει ‘’action start’’. Δεν υπάρχει λοιπόν κανένα ζήτημα.

 

Κα ΣΠΥΡΑΚΗ:

Η επόμενη πρόταση.

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ:

Εξηγήθηκε, απ’ την Προεδρεία ότι αφορά διαδικαστικές εσωτερικές εφαρμοστικές πράξεις που έχουν σχέση με συζήτηση και διαπραγμάτευση μεταξύ Επιτροπής και Τουρκίας για το πρωτόκολλο της σύνδεσης.

 

Για να μην υπάρχουν παρανοήσεις πρέπει να σας πω μάλιστα ότι,ζήτησα ερμηνεία από τη Νομική Υπηρεσία της Προεδρίας, η οποία από ότι καταλαβαίνω θα διανεμηθεί σε λίγο. Εκείνη την ώρα μας ειπώθηκε προφορικά ότι αφορά καθαρά και μόνο μια σχέση συζήτησης και διαπραγμάτευσης ανάμεσα στην Τουρκία και την Επιτροπή,.

 

Κος ΚΑΨΗΣ:

Χθες προβλεπόταν η μονογραφή του πρωτοκόλλου, σήμερα προβλέπεται η υπογραφή του πρωτοκόλλου σε δέκα μήνες. Δεν έχουμε υπαναχώρηση σε σχέση με τα ελληνικά συμφέροντα μεταξύ του χθες και του σήμερα; Να καταλάβουμε ότι αυτό ήταν ένα δώρο στον κύριο Ερντογάν για να μπορέσει να περάσει αυτή τη συμφωνία στην κοινή γνώμη της Τουρκίας;

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ:

Κύριε Καψή, εδώ τα πράγματα είναι απλά. Στη διάρκεια μιας σκληρής και μακράς διαπραγμάτευσης παρουσιάζονται διάφορες εκδοχές. Τελικά εκείνο που ισχύει είναι αυτό που αναφέρεται  στα συμπεράσματα.

 

Εμείς λοιπόν θεωρούμε ότι αυτό που περιλαμβάνεται στα συμπεράσματα αποτελεί πολιτική δέσμευση υψηλότατης βαρύτητας, πολύ προτιμότερη από κάποια τοποθέτηση της Προεδρίας ή, έστω, και ολοκλήρου του Συμβουλίου. Με αυτή την έννοια λοιπόν, η δέσμευση για υπογραφή μέχρι πριν τις 3 Οκτωβρίου θεωρούμε ότι ικανοποιεί απόλυτα τον στόχο τον οποίο μαζί βεβαίως με την κυπριακή ηγεσία ήρθαμε να διεκδικήσουμε.

 

Κος ΡΑΚΙΝΤΖΗΣ:

Σχετικά με τα ελληνοτουρκικά και με τη βελτίωση, όπως είπατε, της Συμφωνίας του Ελσίνκι, αυτό σηματοδοτεί για εσάς μία αλλαγή στην συμπεριφορά της Άγκυρας σε ό,τι αφορά το Αιγαίο και τα άλλα θέματα που προκύπτουν, ή η Τουρκία θα συνεχίσει αυτή την πολιτική μέχρι την υπογραφή;

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ:

Έχω πει επανειλημμένα ότι πιστεύω στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, γιατί θεωρώ ότι μία Τουρκία σε ευρωπαϊκή πορεία και, κάποια μέρα, με ευρωπαϊκή ιδιότητα, θα είναι ένας καλύτερος γείτονας για εμάς και ένας καλύτερος εταίρος  για τους υπόλοιπους Ευρωπαίους.

 

Θεωρώ ότι το κείμενο συμπερασμάτων δίνει πολύ ισχυρά κίνητρα για να υιοθετήσει η Τουρκία μία τέτοια συμπεριφορά. Γνωρίζετε επίσης, ότι πιστεύω πολύ στην προοπτική εξομάλυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Δεν ισχυρίζομαι ότι με ένα κείμενο συμπερασμάτων θα λυθούν ως δια μαγείας τα όποια ζητήματα στην συμπεριφορά της Τουρκίας. Θεωρώ, όμως, ότι είναι ένα πολύ σημαντικό βήμα στην σωστή κατεύθυνση. Και νομίζω ότι η Τουρκία θα πρέπει να αντιληφθεί ότι έχει κάθε κίνητρο να υιοθετήσει συμπεριφορές οι οποίες συνάδουν όχι μόνο με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, αλλά και με τις αρχές και αξίες της ευρωπαϊκής οικογένειας.

 

Κα ΠΟΥΛΙΔΟΥ:

Μία διευκρινιστική ερώτηση και μία επί της ουσίας, κύριε Πρόεδρε. Η διευκρινιστική ερώτηση: Η Τουρκία καλείται να υπογράψει το πρωτόκολλο για την επέκταση της τελωνιακής ένωσης πριν από την ουσιαστική έναρξη. Αυτό σημαίνει όταν ολοκληρωθεί το ‘’screening’’, η αποτύπωση δηλαδή του κοινοτικού κεκτημένου; Ή σημαίνει ότι η υπογραφή πρέπει να γίνει από τις 3 Οκτωβρίου του 2005;

 

Ως προς τα ελληνοτουρκικά η αίσθησή μου είναι ότι αυτό που αποδίδουν τα συμπεράσματα είναι η επαναφορά της συμφωνίας του Ελσίνκι, όπως είπατε και εσείς, στερημένη όμως από το ισχυρό της σημείο που ήταν η χρονική δέσμευση. Έχω λάθος εντύπωση ή είναι έτσι τα πράγματα;

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ:

Ως προς την πρώτη σας ερώτηση, σαφώς μιλούμε για την έναρξη των διαπραγματεύσεων. Άρα αυτό είναι το ορόσημο. Στο δεύτερο που είπατε, θεωρώ, όπως το προανέφερα άλλωστε, ότι υπάρχει σημαντική βελτίωση σε σχέση με τις διατυπώσεις του Ελσίνκι.

 

Βεβαίως, κανείς δεν μπορεί να διεκδικήσει την πλήρη ανατροπή ενός ήδη υπάρχοντος, κεκτημένου προηγουμένου. Το Ελσίνκι ήταν μια βάση. Μπορεί κανείς να είχε επιμέρους διαφωνίες ή διαφορετική άποψη, αλλά εν πάση περιπτώσει, είναι κάτι το οποίο είναι δεδομένο. Η επιδίωξη λοιπόν ήταν να βελτιωθεί. Και νομίζω το πετύχαμε σε σημαντικό βαθμό.

 

Τώρα, επειδή βάζετε το ερώτημα του χρονικού οροσήμου. Πρέπει να σας πω πολύ ανοιχτά ότι εγώ αυτό το θεωρώ πλεονέκτημα. Πιστεύω ότι οι ασφυκτικοί χρονικοί περιορισμοί, δεν βοηθούσαν. Άλλωστε, αυτό φάνηκε στην πράξη και με την σημερινή Κυβέρνηση και με την προηγούμενη.

 

Εκείνο που πιστεύω, είναι ότι με την διαδικασία διαρκούς ελέγχου από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την άμεση δυνατότητα που υπάρχει για έλεγχο και επανέλεγχ,ο διασφαλίζεται μια διαδικασία με τις γνωστές αναφορές στην Χάρτα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, και βεβαίως στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Διασφαλίζεται η προοπτική να αναζητήσουμε πράγματι την εξομάλυνση των λειτουργικών σχέσεων χωρίς μια ασφυκτική προθεσμία, η οποία, σε τελική ανάλυση, λειτουργούσε, κατά την άποψή μας τουλάχιστον, αρνητικά.

 

 

Κα ΑΔΑΜ:

Με ποιο τρόπο θα διασφαλίζεται αυτός ο μηχανισμός εποπτείας των διερευνητικών συνομιλιών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή; Αυτό σημαίνει και εξειδικευμένο πια περιεχόμενο στο οποίο θα έρχεται και θα επανέρχεται κατά περιόδους το Συμβούλιο για να εξετάζει;

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ:

Σημαίνει απλά ότι, είτε με δική μας πρωτοβουλία, είτε με πρωτοβουλία της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Συμβουλίου, μπορεί να γίνεται, πρώτον, η πληροφόρηση και, δεύτερον, αυτός ο επανέλεγχος. Και αυτό εμείς το θεωρούμε πάρα πολύ θετικό. Δε νομίζω ότι θα μπαίνει σε τεχνικές λεπτομέρειες, αλλά σίγουρα θα έχει την ευρεία εποπτεία του κατά πόσον κινείται εποικοδομητικά αυτή η διαδικασία και αυτό το θεωρώ επαναλαμβάνω πάρα-πάρα πολύ σημαντικό.

 

Κος ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ:

(ερώτηση εκτός μικροφώνου)

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ:

Εκείνο που επισημαίνουμε σήμερα είναι ότι με την πολύ σημαντική συζήτηση που έγινε με τα συμπεράσματα και τις αποφάσεις, υπάρχει ένα καλύτερο πλαίσιο αναφοράς, προσέγγισης των ελληνοτουρκικών σχέσεων και προοπτικής για εξομάλυνση.

 

Δεν ισχυρίζομαι – και κανένας δεν μπορεί να το ισχυριστεί – ότι λύθηκαν όλα ως δια μαγείας ή θα λυθούν αμέσως. Θεωρώ όμως, ότι η Τουρκία πήρε ένα πολύ ισχυρό μήνυμα, όχι μόνο για τα ελληνοτουρκικά, αλλά  και γενικότερα, στην κατεύθυνση του να υιοθετήσει ευρωπαϊκές συμπεριφορές.

 

Βεβαίως, είμαστε εκείνοι που υποστηρίξαμε μαζί με άλλους την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, αλλά οι όροι που τίθενται για την Τουρκία – και δεν μιλώ για τα ελληνοτουρκικά, μιλώ γενικά – είναι πρωτοφανείς. Αυτό σημαίνει ότι το μήνυμα που ήθελε συνολικά η Ευρωπαϊκή Ένωση να εκπέμψει, να προσδιορίσει και να επισημοποιήσει ως πλαίσιο αναφοράς απέβλεπε σε αυτό. Και αυτό το θεωρώ πολύ σημαντικό.

 

Κος ΣΤΕΦΟΣ:

Κατά πόσον το επόμενο διάστημα, δηλαδή μέχρι τις 3 Οκτωβρίου του 2005, μπορεί να συνδυαστεί με ενδεχόμενες πιέσεις εταίρων μας για να ξαναρχίσουν οι συνομιλίες για επίλυση του Κυπριακού, κατά πόσο μπορεί η Τουρκία, προκειμένου να βάλει την υπογραφή της για την επέκταση του πρωτοκόλλου, να ζητήσει την επίλυση του Κυπριακού;

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ:

Κατ΄αρχάς, το κείμενο συμπερασμάτων και οι συζητήσεις που οδήγησαν στο κείμενο συμπερασμάτων, δεν έχουν καμία σχέση με αυτό. Να ξεκινήσουμε από αυτό για να μην δημιουργούνται παρεξηγήσεις. Δεν έγινε καμία αναφορά.

 

Τώρα, αν αυτό που λέτε είναι ότι το πλαίσιο που διαμορφώνεται κινητροδοτεί την Τουρκία, ώστε να είναι πιο πρόθυμη στην αναζήτηση λύσης του πολιτικού προβλήματος στην Κύπρο, αυτό δεν το θεωρώ αρνητικό.

 

Εμείς λέμε ότι, τελειώσαν βέβαια τα δημοψηφίσματα, αλλά θα θέλαμε να ξεκινήσει πάλι μία πρωτοβουλία αναζήτησης λύσης. Επαναλαμβάνω ότι το συγκεκριμένο κείμενο συμπερασμάτων δεν έχει καμία τέτοια αναφορά, ούτε συνδέθηκε με το θέμα αυτό αλλά δεν θα το έβλεπα αρνητικά αν, ασχέτως με το κείμενο συμπερασμάτων, εκδηλωνόταν διάθεση επίλυσης του πολιτικού προβλήματος της Κύπρου.

 

Κος ΜΕΛΕΤΗΣ:

Στην παράγραφο 19, ποια μορφή είχε αυτή η διακήρυξη της Τουρκίας προς την Προεδρία; Βλέπουμε σε εισαγωγικά μία πρόταση αλλά δεν ξέρουμε ποια μορφή είχε. Ήταν προφορική δήλωση, μία γραπτή ανακοίνωση; Στην παράγραφο 20, πέρα από την δέσμευση της Τουρκίας για καλές σχέσεις, το Συμβούλιο χαιρετίζει και την σταθερή βελτίωση των σχέσεων της Τουρκίας με τους γείτονές της. Δεν θεωρείτε ότι είναι προβληματικό η Ελλάδα να χαιρετίζει την βελτίωση αυτών των σχέσεων με τους γείτονές της όταν έχουμε συνεχιζόμενες παραβιάσεις, αμφισβήτηση εθνικού χώρου και στρατό κατοχής στην Βόρεια Κύπρο;

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ:

Να ξεκαθαρίσουμε το πρώτο. Μιλούμε για μία σαφή επίσημη δήλωση, που περιλαμβάνεται στο κείμενο συμπερασμάτων. Τι άλλο θέλαμε; Εδώ η συζήτηση γινόταν για το αν θα είναι σε Παράρτημα, ή αν θα είναι απλώς μια προφορική δήλωση. Τελικά είναι στο κείμενο των συμπερασμάτων τον επισημότερο τρόπο δηλαδή με τον οποίο θα μπορούσε, να αναλαμβάνεται μια τόσο βαριά πολιτική δέσμευση.

 

Ως προς το δεύτερο το γεγονός, ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση χαιρετίζει το ότι γίνονται διερευνητικές συνομιλίες, είναι κάτι το οποίο ήταν αναμενόμενο να γίνει, αφού αυτές οι διερευνητικές επαφές γίνονται εδώ και δυόμισι χρόνια. Αυτό δεν είναι καθόλου αρνητικό. Άλλωστε, είναι κάτι το οποίο είχε συζητηθεί και κατά την διάρκεια της συνάντησής μου με τον κ. Μπαλκενέντε, όταν ήρθε στην Αθήνα προ τριών εβδομάδων περίπου.

 

Κος ΓΚΟΥΤΖΑΝΗΣ:

Παλαιότερα ασκούσατε κριτική στις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, διότι σε ευρωπαϊκές διαπραγματεύσεις δεν έθεταν πιο συγκεκριμένα θέματα, για τη διασφάλιση των δικών μας συμφερόντων, όπως για παράδειγμα η άρση του casus belli, που το είχατε πει νομίζω και σε σχέση με το Ελσίνκι. Εσείς, σε αυτή την διαπραγμάτευση, βάλατε κάποια πιο συγκεκριμένα ζητήματα για την διασφάλιση των εθνικών μας συμφερόντων; Και αν μου επιτρέπετε, ποιες είναι οι εκκρεμείς συνοριακές διαφορές που αναφέρει η παράγραφος 20;

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ:

Το ότι είχα διαφωνίες με κάποιες απ’ τις αναφορές του Ελσίνκι, είναι γνωστό, δεν το έκρυψα ποτέ. Νομίζω ότι ήταν εποικοδομητικές, και πιστεύω μάλιστα ότι πολλές απ’ αυτές δικαιώθηκαν στην πορεία. Αλλά, εν πάση περιπτώσει, δεν χύνουμε δάκρια για κάτι που έγινε.

 

Το Ελσίνκι είναι κάτι δεδομένο και επάνω σε αυτή τη βάση προσπαθήσαμε – και θεωρώ ότι πετύχαμε – να βελτιωθούν οι όροι που προβλέπονταν εκεί. Βάλαμε πέντε στόχους και τους πετύχαμε. Αυτό νομίζω ότι είναι πανκοίνως αντιληπτό. Ως προς το δεύτερο ερώτημά σας, στην παράγραφο 20 υπάρχει σαφής βελτίωση σε σχέση με την διατύπωση που υπήρχε στο Ελσίνκι, η οποία έκανε αναφορά και σε ‘’συναφή θέματα’’, μια κατά την άποψή μας εξαιρετικά αμφίβολη και ίσως επικίνδυνα ασαφή φράση.

 

Από κει και πέρα – από την ώρα που υπάρχει το δεδομένο του Ελσίνκι -θέλαμε να υπάρχει αναφορά και στο Ελσίνκι μέσα στο κείμενο, βελτιωμένη βέβαια,  ώστε τα κάποια θετικά του να παραπέμπονται εκεί. Δεν μπορούσε να αλλάξει βέβαια όλο το κείμενο.

 

Κος ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ:

Κύριε Πρόεδρε, ύστερα από όλες αυτές τις διεργασίες με την παρουσία και του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, θεωρείτε ότι το σχέδιο Ανάν παραμένει ζωντανό ως βάση για την επανάληψη των συνομιλιών στην Κύπρο;

 

Κος ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ:

Κατ΄ αρχάς, για να μη γίνονται παρανοήσεις, δεν είχε καμία σχέση η παρουσία του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ είτε με το σχέδιο, είτε με το κείμενο των συμπερασμάτων που αφορά την ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας. Από κει και πέρα, όπως έχει δηλωθεί κατ΄ επανάληψη, βάση αναζήτησης λύσης στο πολιτικό πρόβλημα είναι το σχέδιο Ανάν. Αλλά είναι δεδομένο ότι, αφού απερρίφθη, θα χρειαστεί βελτιώσεις, τις οποίες την πρωτοβουλία να διατυπώσει θα έχει κυρίως η Κυπριακή Κυβέρνηση κι εμείς, πάντα σε συνεργασία, θα στηρίξουμε την προσπάθεια αυτή.