Συνέντευξη στην εφημερίδα «Luxemburger Wort»

 

1)      Κύριε πρωθυπουργέ, οι συνομιλίες σας με τον πρωθυπουργό Ζαν Κλωντ Γιούγκερ που προεδρεύει του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, χρησιμεύουν για την προετοιμασία της Συνόδου Κορυφής των Βρυξελλών στις 22 και 23 Μαρτίου; Τι περιμένει η Ελλάδα από τη Σύνοδο Κορυφής;

 

 

Το επερχόμενο Εαρινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είναι ασφαλώς σημαντικό, κυρίως διότι καλείται να αποτιμήσει όσα έχουν επιτευχθεί στο πλαίσιο της Στρατηγικής της Λισσαβώνας, από το 2000 μέχρι σήμερα. Καλείται επίσης  να χαράξει τη γραμμή που θα ακολουθήσει η Ευρωπαϊκή ΄Ενωση, ώστε να υλοποιήσει τους στόχους της  μέχρι το 2010. Η Ελλάδα επιθυμεί οι αποφάσεις αυτές να περιγράψουν τις συνθήκες και να καταγράψουν τους όρους, με τους οποίους θα προχωρήσουμε στη διασφάλιση υψηλής ανταγωνιστικότητας, στην εξασφάλιση αυτοτροφοδοτούμενης και ισόρροπης ανάπτυξης, αλλά και κοινωνικής ευημερίας σ’ ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ενωση.

 

 

2)      Κύριο θέμα είναι ο ενδιάμεσος απολογισμός της Στρατηγικής της Λισσαβόνας. Πώς είναι αυτός ο απολογισμός για τη χώρα σας;

 

 

Ασφαλώς δεν μπορούμε να δηλώσουμε ικανοποιημένοι από τα όσα έχουν γίνει. Φυσικά αυτό αφορά οχι μόνο την Ελλάδα, αλλά θα έλεγα το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ενωσης.  Αυτό οφείλεται εν μέρει στη δυσμενή διεθνή οικονομική συγκυρία, αλλά και στο ότι ενδεχομένως η αρχική ατζέντα να ήταν ιδιαίτερα φιλόδοξη. Εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι προκειμένου να επιτύχουμε βιώσιμη ανάπτυξη στην Ευρώπη θα πρέπει οι προσπάθειές μας να επικεντρωθούν στην ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς, στην αύξηση της απασχόλησης και στη δημιουργία μιας ιδιαίτερα ανταγωνιστικής ευρωπαϊκής οικονομίας. Για να πετύχουμε όλα αυτά βέβαια πρέπει να ενισχυθούν ιδιαίτερα η έρευνα και η εκπαίδευση. Ειδικά σε ό,τι αφορά τη χώρα μου έχουμε ήδη πάρει συγκεκριμένα μέτρα με στόχο τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Με την ψήφιση του νέου Αναπτυξιακού Νόμου διευκολύνεται η επενδυτική δραστηριότητα. Παράλληλα προωθούνται μέτρα απλοποίησης του τρόπου λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης, σταθεροποίησης του φορολογικού περιβάλλοντος και ενίσχυσης του ανταγωνισμού με νέες ιδιωτικοποιήσεις και την απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας. Σε κάθε περίπτωση, οι πολιτικές μας δεν θα διακυβεύσουν τον κοινωνικό τους χαρακτήρα. Έχουν ως παράλληλο στόχο την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και την αναβάθμιση της ποιότητας ζωής.

 

 

3)      Το Σύμφωνο Σταθερότητας θα απασχολήσει τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία για αναθεώρηση στην ειδική σύνοδο του Ecofin στις 20 Μαρτίου. Η Ελλάδα έγινε δεκτή στο κλαμπ του ευρώ μόνο μέσω λανθασμένων στατιστικών στοιχείων. Επιθυμείτε λοιπόν το σύμφωνο να εξασθενίσει σύμφωνα με την άποψη της Γερμανίας;

 

Θέλω να τονίσω ότι η Ελλάδα ούτως ή άλλως πληρούσε τους όρους και τα κριτήρια προσχώρησης στην ΟΝΕ. Δεν εντάχθηκε χαριστικά και ασφαλώς δεν εντάχθηκε στη βάση λανθασμένων στοιχείων. Ο κορμός του Συμφώνου ούτε πρέπει, ούτε μπορεί να αλλάξει. Μπορούν όμως να αλλάξουν κάποια σημεία αναφορικά με το πώς λαμβάνουμε υπόψη τον οικονομικό κύκλο, τους μεσοχρόνιους στόχους, τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος, τις διαρθρωτικές αλλαγές και την οικονομική διακυβέρνηση. Είναι απαραίτητο να επισημάνουμε ότι οι όποιες αλλαγές δεν πρόκειται να πραγματοποιηθούν με στόχο να αποδυναμώσουμε το Σύμφωνο. Οι αλλαγές πρέπει να προχωρήσουν προκειμένου να ενισχύσουμε το Σύμφωνο. Να το κάνουμε πιο αποτελεσματικό και πιο αξιόπιστο.

 

 

4)      Το Κυπριακό είναι ακόμη ανεπίλυτο. Η διαμεσολαβητική πρόταση των Ηνωμένων Εθνών για μια επανένωση απορρίφθηκε από τους Ελληνοκυπρίους. Βλέπετε πιθανότητες για μια καινούργια προσπάθεια και αν ναι ποιο ρόλο θα μπορούσε να παίξει η Αθήνα;

 

Πάγια θέση μας είναι ότι η λύση του Κυπριακού θα πρέπει να βασίζεται στο διεθνές δίκαιο, στις αποφάσεις των ΗΕ και στις αρχές που διέπουν την Ε.Ε. Βρισκόμαστε πάντα στο πλευρό της Κυπριακής Δημοκρατίας στις προσπάθειες που καταβάλει για την επανέναρξη των συνομιλιών στη βάση του σχεδίου Ανάν με στόχο ουσιαστικές διαπραγματεύσεις, χωρίς επιδιαιτησία και στενά χρονοδιαγράμματα. Επιθυμούμε να καταλήξουμε σε ένα αμοιβαία αποδεκτό  σχέδιο λύσης το οποίο θα κριθεί από τις δύο κοινότητες σε δημοψηφίσματα.

 

 

5)      Η βίαιη αντιμετώπιση από την τουρκική αστυνομία γυναικών διαδηλωτών στην Κων/πολη έχει επιπτώσεις στη σχεδιαζόμενη έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων για τις 3 Οκτωβρίου;

 

Αναμένουμε την πλήρη, ουσιαστική και ολοκληρωτική εφαρμογή των προβλεπόμενων μεταρρυθμίσεων από όλους τους φορείς της Τουρκικής διοίκησης, ιδίως όσον αφορά τις θεμελιώδεις ελευθερίες, την ελευθερία της έκφρασης και τον πλήρη σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

 

6)      Πως φαντάζεστε τον οδικό χάρτη για την προσέγγιση των Δυτικών Βαλκανίων;

 

Με τις αποφάσεις της Θεσσαλονίκης η Ευρωπαϊκή Ένωση επιβεβαίωσε την αταλάντευτη υποστήριξή της στην ευρωπαϊκή προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων, επαναλαμβάνοντας ότι ο ρυθμός της ενσωμάτωσης θα εξαρτηθεί από τη βούληση και την αποφασιστικότητα των ίδιων των χωρών της περιοχής να προχωρήσουν στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Η Διαδικασία Σταθεροποίησης και Σύνδεσης, που αποτελεί το πλαίσιο των σχέσεών τους ως την ένταξη, παρέχει ένα κοινό οδικό χάρτη για όλες αυτές τις χώρες. Ωστόσο, ο ρυθμός προσέγγισης κάθε μίας με την ΕΕ διαφέρει, καθώς οι μεταρρυθμίσεις δεν προχωρούν με τον ίδιο ρυθμό. Χρέος της Ε.Ε. είναι να στηρίξει και να προωθήσει τις προσπάθειες όλων των χωρών της περιοχής, προκειμένου να περάσουν από την φάση της ανασυγκρότησης στην φάση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Μέσω της διαδικασίας αυτής, τα Βαλκάνια θα καταστούν περιοχή σταθερότητας, ειρήνης και ευημερίας.

 

 

  • Οι διμερείς σχέσεις Ελλάδας και Λουξεμβούργου δίγουρα δεν είναι άσχημες. Σε ποιούς τομείς μπορούν να γίνουν καλύτερες;

 

Θα σας έλεγα ότι οι σχέσεις Ελλάδος-Λουξεμβούργου είναι άριστες. Υπάρχει μία πολύ δημιουργική συνεργασία στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης και του ΝΑΤΟ. Ενδεχομένως ο όγκος των εμπορικών συναλλαγών είναι μικρός (μόλις 35 εκατ. Ευρώ σε ετήσια βάση). Και γι’ αυτό στον συγκεκριμένο τομέα θα πρέπει να καταβληθούν προσπάθειες και από τις δύο πλευρές για την ενίσχυση των σχέσεων των δύο χωρών στον εμπορικό και τον οικονομικό τομέα.»