ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ
Βρυξέλλες, 18 Ιουνίου 2005
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΥΠΟΥ
ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ κ. ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ
ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
Μόλις ολοκληρώθηκε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το οποίο, όπως φαντάζομαι αντιλαμβάνεστε, υπό το φως των κρίσιμων εξελίξεων και των σημαντικών προκλήσεων που αντιμετωπίζει η Ένωση σ΄ αυτήν τη συγκυρία, παρουσίαζε ιδιαίτερες δυσκολίες, ιδιαίτερες δυσχέρειες.
Στην Ολομέλεια της πρώτης ημέρας των εργασιών και, στη συνέχεια, στο δείπνο ασχοληθήκαμε αποκλειστικά με το ζήτημα της πορείας της διαδικασίας κύρωσης της Συνταγματικής Συνθήκης και εξετάσαμε τις επιλογές που τίθενται, ύστερα από τα πρόσφατα δημοψηφίσματα στη Γαλλία και την Ολλανδία, προκειμένου να διασφαλισθεί για το μέλλον η ενότητα και η απρόσκοπτη λειτουργία της Ένωσης και των θεσμών της.
Αποφασίσαμε ότι η διαδικασία των επικυρώσεων θα πρέπει να συνεχιστεί, αλλά, παράλληλα, θα πρέπει να υπάρξει και μια περίοδος περισυλλογής. Κοινή ήταν βεβαίως η διαπίστωση ότι, μετά από τα αρνητικά αποτελέσματα στα δύο δημοψηφίσματα, στη Γαλλία και την Ολλανδία, δεν μπορούμε να συνεχίσουμε σαν μην έχει αλλάξει τίποτα. Χρειάζεται κάποιος χρόνος, προκειμένου να γίνει ο απαραίτητος διάλογος και η ανάλυση των μηνυμάτων αυτών. Κατά συνέπεια, η τήρηση της χρονικής προθεσμίας της 1ης Νοεμβρίου του 2006 δεν φαίνεται, κατά πάσα πιθανότητα, εφικτή. Από τα κράτη μέλη που δεν έχουν ακόμη επικυρώσει τη συνθήκη, καθένα θα αποφασίσει μόνο του το χρονοδιάγραμμα που θα ακολουθήσει, είτε πρόκειται για επικύρωση μέσω της κοινοβουλευτικής οδού, είτε με τη διαδικασία του δημοψηφίσματος.
Το νέο δημοσιονομικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την περίοδο 2007-2013, ήταν, όπως γνωρίζετε, το δεύτερο πολύ κρίσιμο θέμα, που μας απασχόλησε αποκλειστικά κατά την διάρκεια της δεύτερης ημέρας, δηλαδή όλη την ημέρα σήμερα.
Στόχος της Προεδρίας, τις προσπάθειες της οποίας οφείλω να πω ότι αναγνωρίσαμε, ήταν η ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων για τις νέες δημοσιονομικές προοπτικές και η επίτευξη πολιτικής συμφωνίας, που θα έδινε την δυνατότητα στην Ένωση να προχωρήσει, να εφαρμόσει αποτελεσματικά τις πολιτικές της και να ανταποκριθεί με επάρκεια στις προκλήσεις της διεύρυνσης.
Εμείς, εξ αρχής, είχαμε τονίσει την ανάγκη δίκαιης και αναλογικής κατανομής του κόστους της διεύρυνσης ανάμεσα σε όλα τα κράτη – μέλη της Ένωσης. Τονίσαμε επίσης ότι ο προϋπολογισμός της διευρυμένης Ευρώπης πρέπει να είναι αντιστοίχως «διευρυμένος». Ήταν ένα εξαιρετικά δυσμενές και περίπλοκο διαπραγματευτικό περιβάλλον.
Δυστυχώς δεν επετεύχθη συμφωνία. Δεν αποφασίστηκε νέα Σύνοδος εντός του Ιουνίου, ή, εν πάση περιπτώσει, για το άμεσο προσεχές μέλλον. Οι χώρες που καταψήφισαν ήταν πέντε.
Εμείς υπερψηφίσαμε και διότι πιστεύουμε ότι η συμφωνία ήταν συμφέρουσα γενικότερα για την ευρωπαϊκή πορεία, αλλά και διότι η διαπραγμάτευση ήταν θετική για την Ελλάδα. Να θυμίσω ότι η πρόταση των έξι χωρών, που είναι οι καθαροί συνεισφορείς, ήταν αρχικά για 1% επί του ΑΕΠ, ποσοστό που θα αντιστοιχούσε σε περίπου 12 δισ. ευρώ για την Ελλάδα. Μετά από συντονισμένες προσπάθειες μηνών, μετά από έντονες διαπραγματεύσεις, τις τελευταίες μέρες, είχαμε πετύχει να ξεπεράσουμε τα 20 δισ. ευρώ. Αυτό βέβαια, από την ώρα που δεν υπάρχει συνολική συμφωνία, δεν έχει κάποιο άμεσο αντίκρισμα.
Σε ό,τι αφορά στα λοιπά θέματα του Συμβουλίου, να αναφέρω ότι ως προς την διεύρυνση δεν έγινε συζήτηση. Με σύντομη αναφορά στα Συμπεράσματα επαναλαμβάνουμε την κοινή βούληση για την πλήρη εφαρμογή των σχετικών αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του περασμένου Δεκεμβρίου.
Υιοθετήθηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές για την ανάπτυξη και την απασχόληση, για την περίοδο 2005-2008 και η δήλωση για την αειφόρο ανάπτυξη, με στόχο να στηριχθούν περαιτέρω οι προσπάθειες για την προώθηση της Στρατηγικής της Λισσαβώνας.
Σημειώσαμε την υιοθέτηση από την Επιτροπή και το Συμβούλιο του Σχεδίου Δράσης για την υλοποίηση του Προγράμματος της Χάγης, που έχει ως στόχο την ενίσχυση του ευρωπαϊκού χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, καθώς και την έκθεση του Συμβουλίου για την εφαρμογή του Σχεδίου Δράσης για την τρομοκρατία.
Ως προς τις εξωτερικές σχέσεις της Ένωσης, στα συμπεράσματα του Συμβουλίου γίνεται αναφορά σ΄ έναν αριθμό επίκαιρων θεμάτων, μεταξύ των οποίων και τα Δυτικά Βαλκάνια. Επιβεβαιώνεται η δέσμευση ότι το μέλλον των Δυτικών Βαλκανίων βρίσκεται στην ΕΕ, αλλά τονίζεται ότι αυτό εξαρτάται από την ίδια την πρόοδο που επιτελεί η κάθε χώρα της περιοχής, όπως επίσης και ότι η περιφερειακή συνεργασία και οι σχέσεις καλής γειτονίας αποτελούν βασικά στοιχεία στη διαδικασία αυτή. Τέλος εγκρίθηκε δήλωση για το Κοσσυφοπέδιο.
Να αναφέρω ακόμη ότι, πριν από την έναρξη των εργασιών, σήμερα, είχα μια κατ΄ ιδίαν συνάντηση με τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Τάσσο Παπαδόπουλο.
Δ. ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, φυσικά χωρίς μεγάλα λόγια, η Ευρωπαϊκή Ένωση, απ΄ ό,τι αντιλαμβάνομαι εγώ τουλάχιστον, βρίσκεται σε μία δύσκολη, πλησίον προς μία κρίση, κατάσταση. Τι σημαίνει για την Ελλάδα αυτή η κατάσταση; Και ιδιαίτερα τι σημαίνει η μη έγκριση του προϋπολογισμού; Επίσης τι προβλέπουμε με την τύχη του Συντάγματος;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Κύριε Ευσταθιάδη, να αποφύγουμε τις προβλέψεις και μάλιστα λίγη ώρα μετά την ολοκλήρωση του Συμβουλίου. Είναι, αναμφισβήτητα, μία πολύ δύσκολη φάση. Θα έλεγα μάλιστα, ότι η σύμπτωση και των εξελίξεων, σε ό,τι αφορά τη διαδικασία επικύρωσης της Συνταγματικής Συνθήκης, με την σημερινή αδυναμία –ή, αν θέλετε, αποτυχία- να υπάρξει συμφωνία στο επίπεδο των δημοσιονομικών προοπτικών, συνθέτει ένα σκηνικό το οποίο κάθε άλλο παρά ευχάριστο είναι. Βεβαίως, μπορεί κανείς να πει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, στην 60χρονη πορεία της, έχει περάσει τέτοιες κρίσεις και καταστάσεις. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν χρειάζεται πάρα πολλή περίσκεψη και σοβαρότητα στην αντιμετώπισή του. Θέλω να πιστεύω ότι, τουλάχιστον για τις δημοσιονομικές προοπτικές, σύντομα θα αναληφθεί καινούρια προσπάθεια για να φτάσουμε σε μία συμφωνία. Θα σας έλεγα, λοιπόν, ότι θεωρώ πως είναι σημαντικότερο το πρόβλημα για την Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά, παρά για την χώρα μας. Χωρίς να σημαίνει ότι εμείς, ως χώρα η οποία έχει κάνει μία επιλογή, την επιλογή της ευρωπαϊκής προοπτικής, δεν συμμερίζεται τον προβληματισμό που γενικότερα υπάρχει.
Χ. ΠΟΥΛΙΔΟΥ: Κύριε Πρόεδρε, έχω την εντύπωση ότι τα δύο θέματα των συζητήσεων, το Ευρωσύνταγμα και τα δημοσιονομικά, δεν είναι άσχετα μεταξύ τους. Δηλαδή τα δημοσιονομικά είναι το χρηματοδοτικό εργαλείο που ακριβώς υλοποιεί τις ευρωπαϊκές πολιτικές. Όταν, όμως, η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι σήμερα υπό ανασύνθεση, λόγω της αμφισβήτησης που έχει εκφραστεί, πώς περιμένουμε να υπάρξουν αποφάσεις στα δημοσιονομικά; Δεν είναι λίγο σχήμα πρωθύστερο αυτό;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Όχι, κατ’ ανάγκην, κυρία Πουλίδου. Αναμφισβήτητα, το κλίμα που διαμορφώνεται από μία συγκεκριμένη εξέλιξη θα επηρεάσει -λογικό είναι- σ΄ ένα βαθμό και τις εξελίξεις σ΄ ένα άλλο θέμα. Αλλά τα δύο θέματα, κατ’ ανάγκην, δεν σχετίζονται. Δηλαδή, ακόμα και αν δεν υπήρχε η Συνταγματική Συνθήκη, ή αν καθυστερήσει η Συνταγματική Συνθήκη, εν πάση περιπτώσει προϋπολογισμός για την Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να υπάρξει, όπως υπήρξε και στο παρελθόν.
Ε. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ: Κύριε Πρόεδρε, πώς αποτιμά η ελληνική πλευρά, σε σχέση με τα ζητήματα εθνικού ενδιαφέροντος, το κλίμα έντονου προβληματισμού που καταγράφηκε σε αυτήν την Σύνοδο για το ενδεχόμενο νέας διεύρυνσης της Ένωσης, το οποίο, λογικά, απομακρύνει και την Τουρκία από την ευρωπαϊκή της προοπτική;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Στο κείμενο των συμπερασμάτων, το οποίο θα δείτε, ή ίσως να έχετε ήδη δει, δεν υπάρχουν τέτοιοι προβληματισμοί, ούτε αλλαγή πολιτικής. Ισχύουν τα συμπεφωνημένα του Δεκεμβρίου του 2004. Κατά συνέπεια, με αυτά τα δεδομένα συνεχίζουμε την πορεία μας. Εμείς, πάντως, δεν έχουμε κανένα λόγο να αμφισβητήσουμε τις πολιτικές, τις οποίες έχουμε ακολουθήσει, υιοθετήσει και υπερασπιστεί όλο αυτό το χρονικό διάστημα.
Σ. ΛΙΑΡΕΛΛΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, μία διευκρίνιση. Είπατε ότι είχαμε πετύχει, είχε πετύχει η Κυβέρνησή σας 20 δισεκατομμύρια ευρώ και κάτι. Αυτό ανεξαρτήτως του αν θα υπήρχε συμφωνία για την συμμετοχή των χωρών, αν θα ήταν 1% του ΑΕΠ, 1,12%, ή 1,06%; Και, δεύτερον, θεωρείτε ότι, με τα σημερινά δεδομένα και με δεδομένες τις βρετανικές θέσεις, μπορεί να τεθεί εν αμφιβόλω και η Κοινή Αγροτική Πολιτική.
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Σε ό,τι αφορά το πρώτο, έχετε δίκιο, έπρεπε εγώ να σας ενημερώσω εξ αρχής, ότι η συμφωνία εκινείτο στο πλαίσιο του 1,06%. Δεν αναφέρομαι στην Ελλάδα, αλλά στο σημείο συμβιβασμού το οποίο επετεύχθη, κυρίως μετά την κάμψη των έντονων αντιστάσεων που εμφάνιζαν οι έξι χρηματοδότριες χώρες, που είχαν εμμείνει επί πολλούς μήνες, περισσότερο από χρόνο θα έλεγα, στη θέση του 1%.
Στην Κοινή Αγροτική Πολιτική υπάρχουν οι θέσεις της Βρετανίας, οι οποίες είναι γνωστές. Ακούστηκαν και σήμερα. Υπάρχουν πολύ διαφορετικές θέσεις, από την πλειοψηφία, ίσως και τη μεγάλη πλειοψηφία των κρατών-μελών. Κατά συνέπεια, είναι πάρα πολύ νωρίς να προδικάσει κανείς κάποια ουσιαστική αλλαγή σ΄ αυτόν τον τομέα.
Χ. ΤΑΒΟΥΛΑΡΗ: Κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα να μας πείτε αν συζητήθηκε, τέθηκε έστω, στο τέλος η επανέναρξη του διαλόγου της διαπραγμάτευσης για τον προϋπολογισμό. Αν δηλαδή βλέπετε ότι μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα μπορούν να επαναληφθούν οι συζητήσεις και να μην πάμε πολύ μακριά χωρίς προϋπολογισμό. Κι επίσης θα ήθελα να μας πείτε τι θα σημάνει για την Ελλάδα αν η Ευρωπαϊκή Ένωση μείνει ένα έτος, όπως υπολογίζουν πολλοί, χωρίς προϋπολογισμό.
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Να ξεκινήσουμε από το δεύτερο που είναι το απλό. Δεν θα σημάνει τίποτα. Για την Ελλάδα τρέχει ακόμα το Γ΄ ΚΠΣ. Θα σας έλεγα μάλιστα, με τον όρο του ν+2 και πέρα από το 2006 η Ελλάδα δεν έχει πρόβλημα χρηματοδότησης των βασικών πολιτικών, στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αλλά, βεβαίως, πέραν της Ελλάδας υπάρχει κι ένα γενικότερο ζήτημα. Το θέμα του προϋπολογισμού κάποια στιγμή- και αν είναι δυνατόν το συντομότερο- πρέπει να ρυθμιστεί. Όπως σας είπα και στις αρχικές μου παρατηρήσεις, δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή πρόβλεψη για ημερομηνία, ή εν πάση περιπτώσει για χρονικό προσδιορισμό του πότε θα αρχίσει η διαπραγμάτευση. Η αίσθηση που αποκόμισα από τη συζήτηση που έγινε, παρά τις διαφωνίες σε άλλα ζητήματα που οδήγησαν άλλωστε και στο να μην υπάρξει πολιτική συμφωνία, είναι ότι όλοι συνειδητοποιούν ότι αυτό σε σύντομο χρονικό διάστημα πρέπει να ξεκινήσει πάλι.
Α. ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, θα μπορούσατε να μας πείτε αν οι πέντε χώρες που διαφώνησαν είχαν ταυτόσημες θέσεις, ή διαφώνησαν για διαφορετικά πράγματα. Ποιες είναι αυτές οι χώρες;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Είναι η Μεγάλη Βρετανία, η Σουηδία, η Ολλανδία, η Ισπανία και η Φιλανδία. Δεν θα σας πω για ποιο λόγο διαφώνησε η κάθε χώρα, γιατί θα μας έπαιρνε όλη τη νύχτα να το συζητάμε. Άλλωστε δεν είναι ένα σημείο. Θα σας έλεγα πάντως ότι δεν είναι ταυτόσημες οι απόψεις. Υπάρχουν ετερόκλητες προσεγγίσεις. Το καταλαβαίνετε άλλωστε κι εσείς από την διάρθρωση της ομάδας αυτής.
Κ. ΑΔΑΜ: Κύριε Πρόεδρε, η εθνική συναίνεση στην Ελλάδα βασίζεται σε δύο βασικά θέματα: Στο ότι η Ελλάδα ανήκει στον σκληρό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρώτον και, δεύτερον, ότι όλα τα κόμματα, ή η πλειοψηφία τους επιθυμούν την πλήρη ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τις τελευταίες ημέρες και μέσα στο Συμβούλιο βλέπουμε τον σκληρό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή τον γαλλογερμανικό άξονα, να φυλλορροεί ή να έχει τελειώσει. Βλέπουμε, εντός κι εκτός Κοινοβουλίων, μέσα σ΄ αυτήν την αίθουσα και στο Συμβούλιο πάρα πολλές από τις χώρες-μέλη να μην θέλουν, ή να τίθενται αρνητικά στην προοπτική ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πώς πιστεύετε ότι θα μπορέσετε, από δω και πέρα, να προχωρήσετε αυτά τα δύο θέματα; Θα πρέπει να υπάρξει εθνική συναίνεση σε διαφορετικό επίπεδο; Και, αν μπορείτε, δώστε μας μία άποψη για το ποιο θα είναι το περιεχόμενο των συνομιλιών σας με τον κύριο Μπλέρ, τον οποίο σπεύδετε να δείτε στο τέλος του μήνα.
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Να ξεκινήσουμε από το τελευταίο που είπατε. Διορθώστε το ρήμα που χρησιμοποιήσατε, γιατί η συνάντηση ήταν προκαθορισμένη από τις εξελίξεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Έχει σχέση με μία μεγάλη γκάμα θεμάτων και όχι κατ’ ανάγκη με τις δημοσιονομικές προοπτικές. Ως προς το γενικότερο που είπατε, να σας πω ότι θεωρώ, καταρχήν, πολύ σημαντικό για την Ελλάδα ότι, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας, υπάρχει πράγματι, μία ευρύτερη σύμπτωση απόψεων. Αυτό είναι καίριο. Ελπίζω ότι αυτό θα διατηρηθεί ακόμα και όταν η Ευρώπη περνάει δυσκολίες. Και είναι προφανές ότι περνάει σοβαρές δυσκολίες. Δεν θεωρώ, όμως, ότι αυτό είναι αιτία για αναθεώρηση μίας ξεκάθαρης εθνικής στρατηγικής, που έχει ακολουθηθεί -με τις όποιες παραλλαγές- από όλες τις κυβερνήσεις, από την Μεταπολίτευση και μετά. Σε ό,τι αφορά την ένταξη της Τουρκίας, τις θέσεις μου τις γνωρίζετε. Δεν μπορώ βεβαίως να εγγυηθώ ότι θα είναι απρόσκοπτη η πορεία αυτή, η οποία άλλωστε, σε πολύ μεγάλο βαθμό, εξαρτάται από την ίδια την Τουρκία, όπως πάρα πολλές φορές έχουμε πει.
Μ. ΣΠΥΡΑΚΗ: Κύριε Πρόεδρε, δεδομένου ότι η Ισπανία ανήκει στους διαφωνούντες και συγχρόνως έχει συμφέροντα που είναι πολύ κοντά στα ελληνικά, με την έννοια ότι είναι χώρα της πρώην συνοχής και απορροφά μεγάλο ποσοστό επιδοτήσεων από την αγροτική πολιτική, θέλω να ρωτήσω σε ποιο βαθμό υπήρξε συνεννόηση δική σας με τον Ισπανό ομόλογό σας και με τον Πορτογάλο, τις χώρες της πρώην συνοχής. Και τι είναι εκείνο που διαφοροποιεί την ελληνική στάση από την Ισπανική, όπως φάνηκε στο Συμβούλιο;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Με όλους υπήρξε συνεννόηση. Και κυρίως με εκείνους οι οποίοι είναι, κατά βάση, αποδέκτες οικονομικής ενίσχυσης. Αλλά, βεβαίως, πρέπει να σας πω -και δεν το εντοπίζω μόνο στην συγκεκριμένη χώρα που αναφέρετε- με καμία χώρα δεν υπάρχει σύμπτωση απόψεων και αυτό είναι κατανοητό. Με άλλες χώρες είναι πιο κοντά οι απόψεις και τα συμφέροντα, με άλλες υπάρχουν κοινοί τόποι αλλά και διιστάμενες απόψεις. Δεν είμαι σε θέση να σας κάνω ενδελεχή παρουσίαση των λεπτομερειών των ισπανικών αναζητήσεων. Αλλά είναι προφανές, ότι, για μία σειρά από λόγους, ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της Ισπανίας, στην ουσία, βρισκόταν εκτός της κοινοτικής χρηματοδότησης. Και στους δείκτες της ανάπτυξης και στους δείκτες της ευημερίας με την Ισπανία δεν είμαστε ταυτόσημοι. Με την Πορτογαλία είμαστε αρκετά πιο κοντά -και πάλι όχι ταυτόσημοι- αλλά αρκετά πιο κοντά. Εν πάση περιπτώσει, αυτά είναι λεπτομέρειες. Αξιόλογες, ενδιαφέρουσες αλλά λεπτομέρειες. Η ουσία είναι, πέρα από την άποψή μας ως Ελλάδα, ότι σήμερα θα ήταν ευρωπαϊκή επιτυχία να είχαμε μία ευρωπαϊκή συμφωνία. Και αυτό θέλω να καταγραφεί και να τονιστεί, όπως το ανέφερα και στην διάρκεια της συνεδρίασης.
Ε. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ: Κύριε Πρόεδρε, μέχρι σήμερα η ελληνική θέση ήταν ‘’καλύτερα μία κακή λύση, αλλά λύση’’. Σε ό,τι αφορά τα οικονομικά: Θέλετε να μας πείτε ποια είναι η νέα θέση της Ελλάδας αυτή την στιγμή; Και μία διευκρίνιση: Αν αρχίσει η συζήτηση για τα οικονομικά επί βρετανικής Προεδρίας, από τα 20 δις που είχατε εξασφαλίσει, τι θα πάρουμε;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ:: Καταρχήν, ποτέ δεν υπήρξε η θέση ‘’καλύτερα μία κακή λύση’’. Δεν ξέρω πού το βρήκε και ποιος το βρήκε γραμμένο. Υπήρχε μία πολύ μεγάλη, πάρα πολύ συντονισμένη προσπάθεια, όχι μόνο σε πολιτικό, αλλά σε τεχνοκρατικό επίπεδο. Η διαπραγμάτευση είναι πολύ πιο δύσκολη σε μία Ευρώπη που έχει συρρικνούμενο προϋπολογισμό, πολύ περισσότερα μέλη και, σε πολύ μεγάλο βαθμό- όχι όλα βέβαια- τα μέλη αυτά έχουν μεγαλύτερες ανάγκες από ό,τι η Ελλάδα. Την προοπτική από εδώ και εμπρός κανένας δεν μπορεί να την πει. Ξεκινάει όταν θα ξεκινήσει μία καινούρια διαπραγμάτευση. Και εκεί πρέπει να είμαστε πάλι παρόντες, με τα επιχειρήματά μας, την διάθεσή μας για συντονισμένη προσπάθεια διαπραγμάτευσης, με στόχο να πετύχουμε το καλύτερο δυνατό. Θα μου επιτρέψετε να πω, λοιπόν, ότι σήμερα που ανακοινώνεται η μη επίτευξη συμφωνίας, είναι πάρα πολύ νωρίς να κάνω πρόβλεψη για το αν θα υπάρξει και πού η επόμενη συμφωνία.
Γ. ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, είπατε προηγουμένως ότι δε θα αντιμετωπίσει η Ελλάδα πρόβλημα χρηματοδότησης. Ωστόσο, η αδυναμία συμφωνίας για έναν κοινοτικό προϋπολογισμό, πιστεύετε ότι μπορεί να δημιουργήσει κλυδωνισμούς στις οικονομίες των χωρών-μελών; Αυτά τα προβλήματα συνδυάζονται με το πότε θα ξεκινήσει και πάλι αυτή η διαπραγμάτευση των κοινοτικών προϋπολογισμών;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Ξέρετε ότι με μεγάλη διάθεση απαντώ σε όλες τις ερωτήσεις, αλλά επιχειρείται να μπούμε σε μια συζήτηση προβλέψεων. Δεν είναι εφικτές σήμερα οι προβλέψεις. Σήμερα έχουμε ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Ακούσατε τα σχόλιά μου και τις απόψεις μου για το συγκεκριμένο γεγονός και τις όποιες προοπτικές παρουσιάζονται, αλλά πρόβλεψη δεν μπορεί να γίνει. Σε κάθε περίπτωση επιμένω ότι, τουλάχιστον για τα επόμενα χρόνια, δεν υπάρχει ζήτημα χρηματοδότησης. Άλλωστε, το πλαίσιο των δημοσιονομικών προοπτικών που ήταν υπό συζήτηση αφορούσε από το έτος 2007 και πέρα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι ύψιστος ευρωπαϊκός στόχος -και βεβαίως ελληνικός- να ανοίξει πάλι, το συντομότερο δυνατόν, αυτή τη συζήτηση και να φτάσουμε σε ένα επιθυμητό αποτέλεσμα.
Β. ΧΙΩΤΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, αντιλαμβανόμαστε ότι σε αυτή τη Σύνοδο δημιουργήθηκε ένα νέο σκηνικό διαπραγματεύσεων, με χώρες που πρωταγωνιστούν, ενώ δεν πρωταγωνιστούσαν στο παρελθόν. Σας ανησυχεί αυτό το νέο σκηνικό διαπραγματεύσεων που στήνεται στην Ευρώπη, με 25 κράτη μέλη γύρω από το τραπέζι, που δύσκολα πλέον συμφωνούν; Θα έχει αυτό επιπτώσεις και για τη χώρα μας;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Για όποιον έχει μπει στον κόπο να δει την ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι εύκολο να αντιληφθεί ότι έχει περάσει από πολύ δύσκολες διαπραγματευτικές φάσεις και, ευτυχώς, έβρισκε τη δυνατότητα κάθε φορά να τις ξεπερνάει. Βεβαίως, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, ότι μία Ένωση των 25 ή αύριο των 27 κρατών – μελών είναι ένας πολύ πιο σύνθετος και περίπλοκος μηχανισμός συζήτησης, διαπραγμάτευσης, κατάληξης σε συμφωνίες. Αλλά αυτό, για να είμαστε ειλικρινείς, το ξέραμε εξαρχής. Δεν είναι σημερινή ανακάλυψη. Ξέραμε ότι η διεύρυνση θα οδηγήσει σε μία τέτοια πρόσθετη δυσκολία. Αλλά νομίζω -και τουλάχιστον σε ό,τι με αφορά δεν αναιρώ την άποψή μου- υπερτερούσε η λογική, η προοπτική της διεύρυνσης για πάρα πολλούς λόγους, που είμαι βέβαιος ότι γνωρίζουμε όλοι. Συν το γεγονός ότι για μας βέβαια είναι η κορυφαία προτεραιότητα της ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Σ. ΓΚΟΥΤΖΑΝΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα λίγο την εκτίμησή σας από την όλη διαδικασία. Η αποτυχία οφείλεται στην αδυναμία συμβιβασμού των διαφορετικών οικονομικών συμφερόντων, ήταν ασυμβίβαστα, στην πολιτική βούληση ή πολιτική απροθυμία κάποιων χωρών να καταλήξουν σε συμφωνία για πολιτικούς λόγους;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Δεν μπορώ να σας απαντήσω. Άκουσα τι ειπώθηκε και έβλεπα ότι υπήρχε αδυναμία σύμπτωσης, παρά τις πολύ έντονες προσπάθειες που κατέβαλε, πράγματι, η Προεδρία, ώστε να βρεθεί σημείο συμφωνίας για τις δημοσιονομικές προοπτικές. Για το τί μπορεί να διαβάσει κανείς πίσω απ΄ τις γραμμές, εγώ δεν έχω αυτή την ικανότητα.