ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ ΚΑΙ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
κ. ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ
ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΔΙΑΒΑΖΩ»
Κύριε πρωθυπουργέ, ποια είναι τα πρώτα βιβλία που θυμάστε ότι διαβάσατε και από αυτά ποια είναι εκείνα που νομίζετε ότι σας καθόρισαν (εννοώ στις πρώτες τάξεις του δημοτικού);
Στα χρόνια του δημοτικού σχολείου διάβαζα τα κλασικά βιβλία που προτιμούν ακόμη και σήμερα τα παιδιά αυτής της ηλικίας. Ένα από τα πρώτα, που με έκανε να αγαπήσω το διάβασμα ήταν ο Γύρος του Κόσμου σε 80 μέρες του Ιουλίου Βερν και, στη συνέχεια, τα βιβλία της Πηνελόπης Δέλτα και του Ζαχαρία Παπαντωνίου.
Η πρώτη αυτή επαφή με το βιβλίο είναι για κάθε παιδί καθοριστική για τη σχέση που θα έχει στην υπόλοιπη ζωή του με το διάβασμα. Και γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό το παιδί να γνωρίσει το βιβλίο ως συντροφιά και όχι σαν βαρετή υποχρέωση.
Μια που το έφερε η ευκαιρία, θέλω να πω ότι χαίρομαι πάρα πολύ που τα παιδιά σήμερα διαβάζουν και μάλιστα περισσότερο από ότι στο παρελθόν, διαψεύδοντας έτσι όσους πίστευαν ότι η «ψηφιακή γενιά» θα διαβάζει μόνο μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή. Σήμερα τα παιδιά έχουν πρόσβαση από πολύ μικρά σε μια τεράστια δεξαμενή πληροφοριών. Και μια από τις μεγαλύτερες υποχρεώσεις μας είναι να φέρουμε τα παιδιά και τους νέους ανθρώπους κοντά στη γνώση και τον πολιτισμό, είτε πρόκειται για τα βιβλία, για την εκπαιδευτική τηλεόραση, για το διαδίκτυο είτε για το παιδικό θέατρο και τα μουσεία. Η «επένδυση» στα παιδιά και την Παιδεία είναι η αποδοτικότερη και η πιο σίγουρη επένδυση που μπορεί να κάνει μια κοινωνία.
Μεγαλώνοντας και πηγαίνοντας στο γυμνάσιο – ως έφηβος πια – ποια είναι αντίστοιχα τα βιβλία που σας καθόρισαν;
Γνώρισα τους κλασικούς συγγραφείς αρχικά χωρίς καμία καθοδήγηση, κατεβάζοντας βιβλία από το ράφι της βιβλιοθήκης του σπιτιού μου. Μου άρεσε πάρα πολύ να διαβάζω την αρχαία γραμματεία. Ένα από τα αγαπημένα βιβλία, ήταν για μένα και παραμένει ακόμη και σήμερα η Ιλιάδα. Όπως ακόμη διαβάζω με ευχαρίστηση, ξανά και ξανά, Ηρόδοτο και Θουκυδίδη.
Τα βιβλία που σε σημαδεύουν, τα θυμάσαι για πάντα. Θυμάμαι ακόμη την εντύπωση που μου είχε κάνει το βάθος της ανθρώπινης ψυχής στο οποίο φτάνει ο Ντοστογιέφσκι, το χιούμορ του Λώρενς Στερν στον «Τρίσταμ Σάντι», αλλά και η δύναμη του «Φύλακα στη Σίκαλη» του Σάλιντζερ ή η μαεστρία των μικρών ιστοριών του Μπόρχες. Ποτέ δεν θα ξεχάσω την πρώτη φορά που διάβασα Νερούδα ή τη «Μαρία Νεφέλη» του Ελύτη. Για το πότε και πού διάβασα τα βιβλία αυτά θυμάμαι ακόμη και σήμερα μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια.
Από την «ηρωική» εποχή της εφηβείας είχατε κάποιον ήρωα που θαυμάζατε, μισούσατε ή δεν καταλαβαίνατε;
Πρώτος στο μυαλό μου έρχεται ο καπετάν – Έηχαμπ του Μόμπυ Ντικ, ένας από τους πιο έντονους, τους πιο ολοκληρωμένους ήρωες της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Η επιμονή του ανθρώπου που κυνηγά το πεπρωμένο του με κάθε κόστος ποτέ δεν περιγράφηκε τόσο δυνατά.
Ο συνειρμός της θάλασσας μου φέρνει στο μυαλό επίσης τον Γέρο του Χέμινγουεη. Πάντα μου φαινόταν ότι σ’ αυτό το βιβλίο ο Χέμινγουεη μας κλείνει πονηρά το μάτι. Αφαιρεί κάθε εξωτερικό στοιχείο, κάθε συνομιλία ή σκηνικό, κάθε τέχνασμα για την προώθηση της πλοκής και περιγράφει κάτι που προσεγγίζει πάρα πολύ αυτό που θα λέγαμε «νόημα της ζωής».
Σας αρέσανε τα λαϊκά μυθιστορήματα και τα κόμικ;
Για τη γενιά μας, τα κόμικ ήταν κάτι σαν απαγορευμένος καρπός. Θυμάμαι έντονα τους δασκάλους μου στο σχολείο να μας λένε ότι διαβάζοντας κόμικ χάνουμε τον καιρό μας. Εννοείται ότι διάβαζα κόμικ. Και μπορώ πλέον με την απόσταση κάποιων χρόνων από εκείνη την εποχή να πω ότι δεν τα θεωρώ καθόλου χάσιμο χρόνου.
Μάλιστα μερικά από αυτά, έχουν πραγματικό καλλιτεχνικό και, τολμώ να πω, λογοτεχνικό ενδιαφέρον. Το σχέδιο και το χιούμορ του Αστερίξ για παράδειγμα δεν απευθύνεται μόνο σε παιδιά.
Ο αγαπημένος μου κομίστας όμως είναι ο Καρλ Μπαρκς. Από μικρός μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση η απλή γραμμή του και το ταλέντο του να αφηγείται αστείες και ταυτόχρονα συναρπαστικές ιστορίες με σχεδόν μυθιστορηματικό τρόπο. Μόνο πολύ πρόσφατα έμαθα ότι οι ιστορίες που ως παιδί διάβασα και αγάπησα ήταν έργα του, ή ότι ήρωες όπως ο Σκρουτζ και ο Κύρος είναι δικά του δημιουργήματα. Ο Μπαρκς πιστεύω ότι είναι ένας από τους μεγαλύτερους δασκάλους της αφήγησης και του χιούμορ για τον αιώνα που πέρασε. Όταν λοιπόν σε λίγα χρόνια τα παιδιά μου μάθουν να διαβάζουν όχι μόνο δεν θα τα εμποδίζω, αλλά θα τα παροτρύνω στον ελεύθερο τους χρόνο να διαβάζουν ποιοτικά κόμικ.
Ως μικρός διαβάζατε έντυπα που διαβάζανε οι «μεγάλοι»; Τι θυμάστε από αυτά;
Διάβαζα κάθε μέρα τις εφημερίδες που έφερνε στο σπίτι ο πατέρας μου. Ξέρετε, όταν ζεις σε ένα σπίτι που η πολιτική επικαιρότητα είναι κάτι παραπάνω από το κύριο θέμα της καθημερινότητας, από νωρίς αποφασίζεις είτε να μπεις στα βαθιά και να ενημερώνεσαι για τα πάντα, ώστε να μετέχεις όσο το δυνατόν περισσότερο στις συζητήσεις, είτε να απέχεις τελείως από αυτή τη διαδικασία. Ξεκινούσα λοιπόν από το πρωτοσέλιδο και τις διάβαζα σχεδόν μονορούφι μέχρι και τα αθλητικά. Όσοι έχουν διαβάσει αθλητικά ρεπορτάζ σε άπταιστη καθαρεύουσα με τίτλους όπως «Ο Παναθηναϊκός κατήγαγε περηφανή νίκη επί του Φωστήρος» ξέρουν ακριβώς για τι μιλάω.
Από νωρίς ξεχώρισα τα ιστορικά βιβλία. Σας είπα πριν πόσο μου άρεσε ο Ηρόδοτος και ο Θουκυδίδης. Από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, τα βιβλία του Ηρόδοτου, που μιλούν για την Αίγυπτο και την Ανατολή, μου άρεσαν περισσότερο και από παραμύθια. Αν λοιπόν ακόμη και σήμερα απολαμβάνω να διαβάζω Ιστορία, πιστεύω ότι οι ρίζες της προτίμησής μου αυτής πρέπει να βρίσκονται στα παιδικά μου χρόνια.
Είχατε σε εκείνη την εποχή κάποιον καθηγητή ή άλλο γνωστό που σας παρότρυνε με τον ένα ή άλλο τρόπο να διαβάσετε κάτι και τι;
Βέβαια. Είχα την τύχη να είμαι μαθητής στο Πειραματικό Σχολείο της Αθήνας. Εκεί οι δάσκαλοί μας ήταν άνθρωποι με ξεχωριστό ενδιαφέρον για τους μαθητές τους και μεγάλη μεταδοτικότητα. Ανεξάρτητα από το διδακτικό τους αντικείμενο, οι άνθρωποι αυτοί είχαν μεγάλη εγκυκλοπαιδική μόρφωση και βαθιά παιδεία.
Στους δασκάλους αυτούς και ιδιαίτερα στους φιλολόγους του σχολείου μου, οφείλω σε πολύ μεγάλο βαθμό την αγάπη μου για το βιβλίο. Συχνά μάλιστα έχω την χαρά και τη συγκίνηση μετά από όλα αυτά τα χρόνια, να συναντώ κάποιους από αυτούς τους δασκάλους αλλά και συμμαθητές μου.
Οι γονείς σας διαβάζανε και τι;
Ο πατέρας μου κυρίως βιβλία για την ιστορία και την πολιτική. Η μητέρα μου, χωρίς να της είναι αδιάφορα αυτά, προτιμούσε τη λογοτεχνία. Όπως βλέπετε έχω επηρεαστεί από τις προτιμήσεις και των δύο.
Στη φοιτητική σας εποχή επηρεαστήκατε καθόλου από τα «επαναστατικά» βιβλία (Μπακούνιν, Τσε, Προυντόν, Μαρξ); Από ποιο και γιατί;
Διάβαζα με επιμονή και υπομονή τους αριστερούς στοχαστές. Και το λέω αυτό γιατί πραγματικά θέλει πολύ κουράγιο για να διαβάσει κανείς ολόκληρο το Κεφάλαιο του Μαρξ. Έχοντας περάσει αυτή τη «δοκιμασία», μπορώ να σας πω ότι αυτή την επιμονή και την υπομονή είναι κάτι που ανέκαθεν το αναγνώριζα ανοιχτά στους αριστερούς φίλους μου.
Διάβαζα τους στοχαστές αυτούς όχι μόνο για να γνωρίζω την «άλλη πλευρά», αλλά γιατί πίστευα – και πιστεύω ακόμη – ότι στα κείμενα αυτά υπάρχει μια μεγάλη αλήθεια που πρέπει να λαμβάνουμε όλοι όσοι ασχολούμαστε με τα κοινά πολύ σοβαρά υπόψη. Ο Μαρξ ήταν ο πρώτος πολιτικός στοχαστής που έσκυψε με τόση ευαισθησία και αναλυτική οξυδέρκεια στο μεγάλο πρόβλημα της εξαθλίωσης των εργατών της εποχής του. Μπορεί η ιστορία να δείχνει ότι έκανε λάθος ως προς το κανονιστικό τουλάχιστον κομμάτι της θεωρίας του. Όμως η προσεκτική μελέτη της περιγραφής των συνθηκών της ζωής των προλετάριων, αλλά και των δρόμων που μπορεί να πάρει μια κοινωνία που δεν φροντίζει στην πράξη για τα λιγότερο προνομιούχα μέλη της, είναι πιστεύω απαραίτητο ανάγνωσμα για όλους, ανεξάρτητα από ιδεολογική αφετηρία, βλέπουν τον άνθρωπο στο κέντρο της πολιτικής δράσης.
Διαβάζατε σε εκείνη την εποχή τους φιλελεύθερους στοχαστές και ποιους; Τι σας άρεσε σε αυτούς;
Ε, όπως μπορείτε να φανταστείτε, δεν διάβαζα μόνο τους αριστερούς! Οι περισσότεροι φιλελεύθεροι στοχαστές μάλιστα και ιδιαίτερα οι κλασικοί είναι άλλωστε μεγάλοι τεχνίτες του λόγου.
Αυτό που ξεχωρίζω στη σκέψη του Λοκ, του Τζον Στιούαρτ Μιλλ και του Τοκβίλ από τους παλιότερους, αλλά και του Ρωλς, του Μπερλίν και του Χάγιεκ από τους πιο «νέους», είναι η πίστη ότι το ατομικό συμφέρον μπορεί, υπό συγκεκριμένους και εφικτούς όρους, να είναι συμβατό με το συλλογικό. Και αυτό είναι το μεγαλύτερο στοίχημα της πολιτικής σκέψης όλων των εποχών. Αυτός είναι ο στόχος στον οποίο κατατείνουν όλες οι ιδεολογίες. Σε αντίθεση με όλες τις υπόλοιπες όμως, ο φιλελευθερισμός ξεκινά από τον άνθρωπο όπως αυτός είναι στην πραγματικότητα και θεωρεί την ατομική ελευθερία όχι ως εμπόδιο που πρέπει να υπερβούμε, αλλά ως το μεγαλύτερο όπλο που διαθέτουμε σε αυτή την κοινή προσπάθεια. Γοητευτική ιδέα, δεν βρίσκετε;
Θεωρείτε ότι κάτι από τα φοιτητικά σας διαβάσματα μένουν ακόμα και σας βοηθούν;
Βέβαια. Τα βιβλία που διαβάζεις ως νέος, οι γνώσεις που παίρνεις σ’ αυτά τα κρίσιμα χρόνια είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίζεις το σύστημα με το οποίο ερμηνεύεις τον κόσμο. Ό,τι άλλο διαβάσεις, σ’ αυτές τις γνώσεις προσαρμόζεται και αναπτύσσεται.
Ξένισε τους λογοτεχνικούς κύκλους ότι έχετε φιλικές σχέσεις με την Κική Δημουλά, τη Μάρω Δούκα και την Ιωάννα Καρυστιάνη. Σας κατηγόρησαν ότι κάνατε «δημόσιες σχέσεις». Τι τους απαντάτε; Τι σας άρεσε σε αυτές τις λογοτέχνιδες;
Για να μιλά κανείς για «δημόσιες σχέσεις» πρέπει, εξ ορισμού οι σχέσεις για τις οποίες μιλά να είναι δημόσιες. Αυτό δεν συμβαίνει.
Μου είπαν ότι διαβάζετε ελληνική λογοτεχνία. Ποια είναι τα κριτήριά σας για να διαβάσετε ένα βιβλίο; Από που ενημερώνεστε; Ποιος σας το λέει;
Οι συνεργάτες μου γνωρίζουν την αγάπη μου για τα βιβλία και τις προτιμήσεις μου. Έτσι σχεδόν καμία ενδιαφέρουσα έκδοση δεν μου διαφεύγει. Το αναπόφευκτο τίμημα βέβαια είναι ότι δεν έχω τον χρόνο που χρειάζεται για να διαβάσω όλα τα βιβλία που θα ήθελα. Γράφω όμως υποθήκες για το απώτερο μέλλον.
Τι λέτε για τους σημερινούς Έλληνες λογοτέχνες;
Τα τελευταία χρόνια αναδεικνύεται μια νέα γενιά λογοτεχνών, με ξεχωριστή θεματολογία και έκφραση. Οι συγγραφείς αυτοί τολμούν να πειραματίζονται σε νέους για την ελληνική λογοτεχνία δρόμους, διευρύνοντας έτσι τα όρια της τέχνης τους. Και μάλιστα, το πετυχαίνουν αυτό, συνδυάζοντας στα έργα τους ποιότητα και εμπορικότητα.
Αυτό δείχνει ωριμότητα τόσο από την πλευρά των ίδιων συγγραφέων, όσο και από εκείνη των αναγνωστών που αναγνωρίζουν το καλό βιβλίο και στηρίζουν την εκδοτική προσπάθεια στην πράξη. Πιστεύω ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια σημαντική στροφή για την λογοτεχνία μας, την οποία παρακολουθώ με μεγάλο ενδιαφέρον.
Ας πούμε κάτι φανταστικό. Θα θέλατε να συναντούσατε έναν συγγραφέα που δεν ζει και τι θα του λέγατε;
Ναι αλλά όχι για να τους μιλήσω εγώ. Θα ήταν πολύ εγωιστικό εκ μέρους μου. Αντίθετα, θα ήθελα να τους ακούσω και, εφόσον με βάζετε στη διαδικασία αυτή, θα ήθελα να τους ακούσω να απαγγέλλουν τα έργα τους. Φανταστείτε τον Όμηρο – ή εν πάσει περιπτώσει τους πρώτους ραψωδούς – να απαγγέλλουν την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Φανταστείτε την Σαπφώ να απαγγέλλει τα χαμένα ποιήματά της, τον Σαίξπηρ τα σονέτα, τις τραγωδίες και τις κωμωδίες του και τον Δάντη τη Θεία Κωμωδία.
Θα θέλατε να κάνετε κάτι για τη λογοτεχνία και το βιβλίο που να συζητηθεί;
Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να παραχθεί συγκεκριμένο θετικό αποτέλεσμα ως προς δύο στόχους: από τη μία πλευρά να φέρουμε το βιβλίο κοντά σε όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους, και ιδιαίτερα νέες και νέους, και από την άλλη να κάνουμε γνωστή την σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία στο κοινό του εξωτερικού.
Στην κατεύθυνση αυτή θεωρώ σημαντική την αναβάθμιση των Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων που θα ξεκινήσει μέσα στο 2006 και την καθιέρωση της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη με την προοπτική να εξελιχθεί γρήγορα σε γεγονός αναφοράς για τον κόσμο του βιβλίου για ολόκληρη την ευρύτερη περιοχή. Πρέπει να αναφέρω επίσης την περαιτέρω ανάπτυξη της ηλεκτρονικής βάσης δεδομένων για τη βιβλιογραφική αναζήτηση, η οποία με την ολοκλήρωσή της, θα αποτελέσει ένα πολύτιμο εργαλείο δουλειάς, προσβάσιμο από όλους τους πολίτες.
Για να ανοίξουμε νέες ξένες αγορές στα ελληνικά βιβλία, προχωρά ο σχεδιασμός για την ενθάρρυνση της μετάφρασης έργων της νεοελληνικής λογοτεχνίας σε ξένες γλώσσες, με ιδιαίτερη έμφαση στα Ισπανικά, ενώ ενισχύουμε τη συμμετοχή και την παρουσία μας στις Διεθνείς Εκθέσεις του εξωτερικού.
Κύριε πρωθυπουργέ, γνωρίζετε πολύ καλά ότι η φροντίδα και η αγάπη για την ανάγνωση καλλιεργείται πρώτα και κύρια μέσα στις βιβλιοθήκες και ειδικά στις σχολικές. Είναι γνωστό ότι παρόλο που υπήρχαν κοινοτικά χρήματα, από τις 1000 σχολικές βιβλιοθήκες που ήταν προγραμματισμένες έγιναν μόνο 500 και αυτές είναι οι περισσότερες κλειστές (έλλειψη αιθουσών, ειδικευμένου προσωπικού, αδυναμία ένταξης στο σχολικό πρόγραμμα κλπ). Σκοπεύετε να κάνετε κάτι συγκεκριμένο γι’ αυτές;
Το πρόγραμμα για τις βιβλιοθήκες είναι σε εξέλιξη. Είναι ένα πεδίο στο οποίο όλα αυτά τα χρόνια είχαμε μείνει αδικαιολόγητα πίσω και σήμερα αγωνιζόμαστε να καλύψουμε το χαμένο έδαφος.
Πρέπει να σας πω ότι οι πόροι από το Β’ ΚΠΣ επαρκούσαν για την ίδρυση περίπου 500 Σχολικών Βιβλιοθηκών, αν θέλαμε αυτές να πληρούν τις προδιαγραφές που έχουμε θέσει. Σήμερα, με πόρους του Γ’ ΚΠΣ, περίπου 300 βιβλιοθήκες ακόμη σε σχολεία όλης της χώρας θα λειτουργούν ως το τέλος του 2006. Παράλληλα, από το Φεβρουάριο επανασυγκροτήθηκε και λειτουργεί η διαρκής Επιτροπή για την έγκριση βιβλίων και άλλου υλικού για τον εμπλουτισμό των σχολικών βιβλιοθηκών που ήδη λειτουργούν.
Τα προβλήματα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε προκειμένου να φέρουμε το ποιοτικό βιβλίο σε όλους τους μαθητές της χώρας είναι πολλά και γνωστά σε όλους. Το σημαντικό όμως είναι να κάνουμε βήματα προς τα μπροστά, να δίνουμε λύσεις μέρα με τη μέρα. Αυτή είναι η δέσμευσή μας. Και χαίρομαι γιατί σήμερα μπορούμε να δούμε τα απτά αποτελέσματα της δράσης μας σ’ αυτή την κατεύθυνση.
Η προσπάθειά μας όμως δεν περιορίζεται στο χώρο των σχολικών βιβλιοθηκών. Στηρίζουμε τις δημοτικές και δημόσιες βιβλιοθήκες της χώρα, τις ερευνητικές, ειδικές και πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες και φυσικά την Εθνική Βιβλιοθήκη.