ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ
Αθήνα, 2 Νοεμβρίου 2006
ΔΕΥΤΕΡΟΛΟΓΙΑ
ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ κ. ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ
ΣΤΗΝ ΠΡΟ ΗΜΕΡΗΣΙΑΣ ΔΙΑΤΑΞΕΩΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ
ΜΕ ΘΕΜΑ: «ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ»
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Η ελληνική στρατηγική είναι σταθερή και συνεπής. Είναι στρατηγική αρχών, με ξεκάθαρους στόχους. Στρατηγική στη βάση του Διεθνούς Δικαίου και των Διεθνών Συνθηκών. Στρατηγική ανοικτών οριζόντων. Σχεδόν όλοι σ’ αυτήν την αίθουσα έχουμε υποστηρίξει την προοπτική μιας ευρωπαϊκής Τουρκίας. Πήραμε -και η προηγούμενη και η σημερινή κυβέρνηση- μια ξεκάθαρη θέση: Ενθαρρύναμε και ενθαρρύνουμε την ευρωπαϊκή προσαρμογή της γείτονος. Καταλήξαμε στη στρατηγική αυτή επιλογή, γιατί πιστεύουμε στη μεταρρυθμιστική δύναμη της Ε.E.. Πιστεύουμε στη δυνατότητα της Ευρώπης να δημιουργεί πρότυπα. Πιστεύουμε στη δυνατότητα της Ε.Ε. να αλλάζει τις χώρες και τις κοινωνίες, που επιλέγουν το δρόμο της προσαρμογής και της ένταξης.
Είπα -και το επαναλαμβάνω- ότι, εφόσον η Τουρκία εκπληρώσει όλα τα ευρωπαϊκά κριτήρια, όλα τα προαπαιτούμενα, όλες τις προϋποθέσεις που θέτει η Ε.Ε., τότε η κατάληξη των προσπαθειών της πρέπει να είναι η πλήρης ένταξη. Απαιτείται, λοιπόν, όπως και για κάθε υποψήφια προς ένταξη, χώρα, πλήρης προσαρμογή της Τουρκίας. Τα κείμενα των «25», που ορίζουν το πλαίσιο πορείας της γείτονος, είναι συγκεκριμένα και δεσμευτικά.
Υπαγορεύουν, ανάμεσα στ’ άλλα, στην Τουρκία…
- να υιοθετεί ειρηνικές διαδικασίες στην εξωτερική πολιτική της και να εφαρμόζει στην πράξη την καλή γειτονία.
- Να απέχει από απειλές, ή οιαδήποτε πράξη βίας, στις σχέσεις με τους γείτονές της.
- Να εφαρμόσει το Πρωτόκολλο Προσαρμογής της Συμφωνίας της Άγκυρας.
- Να άρει κάθε εμπόδιο στις μεταφορές και το εμπόριο με όλα τα κράτη-μέλη της Ένωσης.
- Να μεταβάλει την πολιτική της σε ό,τι αφορά τη συμμετοχή της Κύπρου στους διεθνείς οργανισμούς.
- Να σέβεται τα ανθρώπινα, τα θρησκευτικά και τα μειονοτικά δικαιώματα.
- Να δώσει λύσεις στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι μη μουσουλμανικές μειονότητες και, ιδίως, η ελληνική μειονότητα της Ίμβρου και της Τενέδου.
- Να υιοθετήσει τα ευρωπαϊκά δεδομένα σε ό,τι αφορά τα ευαγή ιδρύματα και ν΄ ανοίξει το δρόμο στην επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Κανείς, βέβαια, δεν είχε την εντύπωση ότι η Τουρκία θα μεταβάλλονταν, από τη μια στιγμή στην άλλη, σε κάτι τελείως διαφορετικό απ’ αυτό που ξέραμε και ξέρουμε. Δεν μπορεί, όμως, η Τουρκία, ούτε να παραγνωρίσει, ούτε να αναβάλλει συνεχώς τις δεσμεύσεις που ανέλαβε. Ο ρυθμός και η τελική έκβαση της ευρωπαϊκής προσπάθειάς της εξαρτάται, πρωτίστως, από την ίδια. Η Τουρκία, σε κάθε βήμα της, θα είναι κρινόμενη από τους «25». Θα είναι κρινόμενη και από την Ελλάδα και από την Κυπριακή Δημοκρατία.
Αυτή είναι η πολιτική μας. Ξεκάθαρη, κρυστάλλινη, κατηγορηματική. Και, βέβαια, γνωστή σε όλους. Το να αναρωτιέται κανείς, όπως ακούστηκε σήμερα, αν αλλάξαμε πολιτική, δύο τινά μπορεί να σημαίνει: Η δεν κατάλαβε τί λέμε – και τί λέμε χρόνια τώρα – πράγμα που δεν μπορώ να το δεχθώ, ή ότι έγινε η αναφορά αυτή για λόγους ρητορικούς για να δημιουργηθεί ένταση, εντυπώσεις, εικόνα σοβαρής διαφωνίας. Η αλήθεια ξέρετε ποια είναι, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι; Η αλήθεια είναι ότι αυτές οι ‘’κορώνες’’ γίνονται για να συσκοτίζουν μια απλή πραγματικότητα: Ότι, κατά βάση, συμφωνούμε στις καίριες στρατηγικές επιλογές.
Άκουσα τον Αρχηγό της Αντιπολίτευσης να μιλάει για ‘’αναξιόπιστη Ελλάδα’’, για ‘’υποβάθμιση’’, για ‘’απαξίωση της Χώρας’’. Για ‘’υπόσκαψη του κύρους της Ελλάδας’’. Ισχυρίζεστε ότι η ‘’Ελλάδα έγινε μέρος του προβλήματος’’. Κανένας, μα κανένας, πουθενά στον κόσμο, δεν έχει παρόμοια άποψη. Κανένας, μα κανένας, πουθενά στον κόσμο, δεν αναπτύσσει τόσο βαριές καταγγελίες εναντίον της Ελλάδος. Κανένας. Μόνο εσείς το κάνετε, κύριε Παπανδρέου. Μόνο εσείς τα λέτε αυτά. Και ρωτώ: Γιατί τόσο έλλειμμα ευθύνης; Και μια κρίσιμη απορία. Όταν βρίσκεστε στο εξωτερικό αυτά λέτε στους συνομιλητές σας; Αυτή είναι η άποψη που έχετε για την Ελλάδα; Γιατί έχω προσέξει πως δεν είναι λίγες οι φορές που, ευρισκόμενος στο εξωτερικό, σε δηλώσεις σας υποτιμάτε και τη Χώρα και την Κυβέρνηση.
Αναφερθήκατε στις υποχρεώσεις που επεσήμανα προς την Τουρκία. Ρωτήσατε γιατί, τάχα, δεν θέσαμε αυτόν τον κατάλογο. Γιατί τόση άγνοια; Γιατί τόση προσποίηση άγνοιας, θα έλεγα καλύτερα; Δεν ξέρετε ότι όλα αυτά τα θέματα περιλαμβάνονται στα κείμενα Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας, που διαμορφώθηκαν στα συμπεράσματα Κορυφής του 2004 και το διαπραγματευτικό πλαίσιο του Οκτωβρίου του 2005; Ξεχνάτε ότι τα θέματα αυτά προωθήθηκαν από τη δική μας Κυβέρνηση, σε αντίθεση με τη δική σας πολιτική;
Επανέρχεστε, διαρκώς – το κάνατε και σήμερα – στο θέμα του Ελσίνκι. Επιμένετε ότι ο Δεκέμβριος του 2004 ετίθετο σαν απώτατη δεσμευτική προθεσμία προς την Τουρκία. Δεν εξηγείτε βεβαίως για ποιό λόγο δεν μπορέσατε να αξιοποιήσετε το διάστημα που μεσολάβησε, από τη Σύνοδο του Ελσίνκι, έως το Μάρτιο του 2004, σχεδόν πέντε χρόνια. Δεν σας καταγγέλλουμε, όμως, γι’ αυτό. Λέμε, ευθέως, ότι η ευθύνη δεν ήταν στην ελληνική πλευρά.
Επιμένετε να μιλάτε για εγκατάλειψη του Ελσίνκι, από τη σημερινή Κυβέρνηση. Δεν λέτε, όμως, τι έγινε το Δεκέμβριο του 2002, τρία χρόνια μετά τη Σύνοδο του Ελσίνκι. Ξεχνάτε ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Δεκέμβριο του 2002, καθόρισε ότι η Τουρκία θα κρινόταν το 2004, στη βάση μόνο εσωτερικών πολιτικών κριτηρίων; Ξεχνάτε ότι δεν γινόταν τότε καμία αναφορά σε δεσμεύσεις της Τουρκίας για τις εξωτερικές σχέσεις της; Σας θυμίζω, λοιπόν, ότι τα Συμπεράσματα του 2002, δεν σας επιτρέπουν να επαναλαμβάνετε αβάσιμους ισχυρισμούς. Σας διαψεύδουν. Τα κείμενα σας εκθέτουν. Τα Συμπεράσματα του 2002 έλεγαν άλλα. Και διαβάζω κατά λέξη: «Εφόσον το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου 2004, με βάση την έκθεση και την εισήγηση της Επιτροπής, αποφασίσει ότι η Τουρκία πληροί τα πολιτικά κριτήρια της Κοπεγχάγης, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα αρχίσει, χωρίς καθυστέρηση, ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Τουρκία».Αυτό ήταν το κείμενο που υιοθετήθηκε το Δεκέμβριο του 2002. Και το κείμενο αυτό όριζε ως μόνο προαπαιτούμενο τα κριτήρια της Κοπεγχάγης. Και το κείμενο αυτό διαμορφώθηκε με συμφωνία της τότε Κυβέρνησης. Διαμορφώθηκε με τη δική σας σύμφωνη γνώμη. Σας θυμίζω ότι εσείς ο ίδιος, λίγες ημέρες πριν τη Σύνοδο Κορυφής στην Κοπεγχάγη, το Νοέμβριο του 2002,
δηλώνατε σε τουρκική εφημερίδα: «Μαχόμαστε για σας….. Αγωνιζόμαστε, έτσι ώστε η Τουρκία να εξασφαλίσει ημερομηνία στην Κοπεγχάγη». Εάν, λοιπόν, υπήρξε εγκατάλειψη του Ελσίνκι, αναζητήστε την το Δεκέμβριο του 2002.
Αυτή την πραγματικότητα βρίσκαμε μπροστά μας όταν διαπραγματευόμασταν, τον Δεκέμβριο του 2004. Και, όμως, την αλλάξαμε. Η διπλωματία μας, από το Μάρτιο του 2004 και μετά, πέτυχε να διευρύνει τα κριτήρια για την ευρωπαϊκή προσαρμογή της Τουρκίας, με συγκεκριμένα προαπαιτούμενα. Πέτυχε να υπάρχει σαφής αναφορά σχεδόν σε όλα τα ζητήματα ιδιαίτερου ελληνικού ενδιαφέροντος. Η Κυβέρνηση βελτίωσε και ενίσχυσε τα κείμενα που προϋπήρχαν, προτάσσοντας τα ενδιαφέροντα της Πατρίδας μας. Διαμορφώσαμε, μαζί με τους Ευρωπαίους εταίρους μας, ένα ξεκάθαρο, λεπτομερές πλαίσιο υποχρεώσεων και προαπαιτούμενων για την Τουρκία.
Ένα πλαίσιο στο οποίο, ως υποψήφια χώρα η Τουρκία, εάν πράγματι επιθυμεί να προχωρήσει, οφείλει να ανταποκρίνεται στο ακέραιο.
Επιμένετε ακόμα στη λογική της χειραγώγησης της Κύπρου. Είμαστε – και σας το έχω πει πολλές φορές– τελείως αντίθετοι σ΄αυτή τη λογική. Η συνεργασία μας με τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, με την Κυπριακή Κυβέρνηση, με την κυπριακή πολιτική ηγεσία είναι στενή, είναι αρμονική, είναι αποδοτική. Αλλά, δεν ήμασταν εμείς που επιχειρήσαμε να πιέσουμε τους Έλληνες της Κύπρου να αποδεχτούν ένα Σχέδιο, που οι ίδιοι θεωρούσαν λάθος. Δεν ήμασταν εμείς που επιχειρούσαμε να τους επιβάλουμε μια λύση, που οι ίδιοι δεν θεωρούσαν βιώσιμη. Συνεπώς, στο σπίτι του κρεμασμένου μην μιλάτε για σκοινί.
Όπως, επίσης, στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάνε περί στατιστικής. Την ώρα που ακούγατε διάφορα, φθηνού τύπου, τάχα ανέκδοτα, σαν αυτό που αναφέρατε στην αρχή της ομιλίας σας, στην Κομισιόν, στο Ecofin, στη Eurostat, όλοι μα όλοι είναι ακόμα με ανοικτό το στόμα, όχι από γέλια, αλλά από το σοκ για το ανήκουστο, χωρίς προηγούμενο γεγονός, Κυβέρνηση ευρωπαϊκής χώρας να παρουσιάζει έλλειμμα του 7% ως 1,2%. Αυτό έκανε η δική σας Κυβέρνηση.
Και τέλος, θέλω να κάνω ένα σχόλιο για ένα θέμα το οποίο έθεσε η κα Παπαρήγα. Με τον προβληματισμό που ανέπτυξε γύρω από ψηφίσματα, ή τοποθετήσεις, με ορολογία που μπορεί να είναι ακραία ή υπερβολική. Θέλω λοιπόν να κάνω μια τοποθέτηση εδώ. Βεβαίως υπάρχουν -και γίνονται σεβαστές- οι διαφορετικές απόψεις και οι διαφορετικές ερμηνείες της ιστορίας. Το γεγονός είναι θεμιτό. Θα έλεγα χρήσιμο και θετικό. Αλλά, θέλω να ξεκαθαρίσω κάτι. Είμαι – και θέλω να το πω ξεκάθαρα – ιδιαίτερα επιφυλακτικός σ΄ αυτό που θα ονόμαζε κανείς ιδεολογικοποίηση της ιστορίας. Η επιλεκτική, η αποσπασματική αξιοποίηση ιστορικών γεγονότων είναι έδαφος ιδιαίτερα ολισθηρό. Κατά κανόνα προσφέρεται για στρεβλώσεις και ανακρίβειες και, ακόμα χειρότερα, σχεδόν πάντα, για πυροδότηση παθών και φανατισμού. Αυτό με οδηγεί σ΄ ένα τελικό συλλογισμό, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι. Συχνά κάνουμε αυτοκριτική αποτίμηση της ιστορικής μας διαδρομής. Όμως, οι προηγούμενες αναφορές μπορεί να οδηγούν σ΄ ένα συμπέρασμα, το οποίο πιστεύω είναι εθνικά ελπιδοφόρο: Μέσα από τις δραματικές, τις τραυματικές εμπειρίες της εμφύλιας διαμάχης, δημιουργήθηκε, σταδιακά βέβαια, και εμπεδώνεται πιστεύω ένας ώριμος πολιτικός πολιτισμός. Οι πολίτες -‘’αριστεροί’’ και ‘’δεξιοί’’ του προχθές, ‘’πράσινοι’’, ‘’κόκκινοι’’, ‘’μπλε’’ του χθες- σήμερα αξιώνουν και τελικά επιβάλλουν μετριοπάθεια, ανεκτικότητα, συνεννόηση. Θέλω λοιπόν να τονίσω ότι είμαι αποφασισμένος να υπηρετήσω, μέχρι τέλους, αυτήν την επιταγή.