ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ
Αθήνα, 13 Μαΐου 2005
ΔΕΥΤΕΡΟΛΟΓΙΑ
ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ κ. ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ
ΣΤΗΝ ΠΡΟ ΗΜΕΡΗΣΙΑΣ ΔΙΑΤΑΞΕΩΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Ακούστηκαν και σήμερα ισχυρισμοί για, δήθεν, εγκατάλειψη του Ελσίνκι. Λυπάμαι, γιατί επιλέγεται, ακόμη και στα εθνικά θέματα, η γκρίζα προπαγάνδα. Οχι απλώς δεν υπάρχει καμία εγκατάλειψη, αλλά υπάρχει συνέχεια και συνεχής βελτίωση των ευρωπαϊκών θέσεων, σε ό,τι αφορά τα ελληνικά ενδιαφέροντα. Το είπα και στην αρχική μου ομιλία, θα το υπογραμμίσω και πάλι: Στα συμπεράσματα της 17ης Δεκεμβρίου υπάρχει η πιο ξεκάθαρη υπογράμμιση, αλλά και μια σημαντική διεύρυνση των υποχρεώσεων που έχει η Τουρκία για την προσαρμογή της στο ευρωπαϊκό κεκτημένο, στις αρχές και τις αξίες της Ένωσης. Αυτό άλλωστε αποδεικνύεται και από το κείμενο της κοινής θέσης των ‘’25’’, όπως διατυπώθηκε στο πρόσφατο Συμβούλιο Σύνδεσης ΕΕ – Τουρκίας. Υπήρξε μάλιστα – το είπα και θέλω να το επαναλάβω – και το εξαιρετικά σημαντικό γεγονός, ότι ορισμένες από τις υποχρεώσεις της Τουρκίας διατυπώνονται για πρώτη φορά.
Σε ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς, σύμφωνα με τους οποίους ο Δεκέμβριος του 2004 ετίθετο ως απώτατο όριο, απάντησε ο Υπουργός Εξωτερικών. Απλώς να πω, ότι η εμμονή σε ένα επιχείρημα τέτοιο, είναι αίολη. Αφού, από τον Δεκέμβριο του ΄99, μέχρι και τον Μάρτιο του 2004, για πέντε ολόκληρα χρόνια δεν αξιοποιήθηκε η υποτιθέμενη αυτή καταληκτική προθεσμία, θα έπρεπε να γίνει μέσα σε λίγους μήνες; Πώς γίνεται να φταίμε εμείς για εκείνα που δεν μπορέσατε να κάνετε εσείς;
Για να είμαστε όμως ειλικρινείς, για να μη δημιουργούμε ψευδείς εντυπώσεις, είναι ανάγκη να πούμε την αλήθεια. Η 17η Δεκεμβρίου του 2004 δεν ετίθετο ως τελικό όριο για κάθε προσπάθεια. Εκείνο που αναφερόταν ήταν πως θα υπάρξει επανεξέταση από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Η επανεξέταση αυτή έγινε και θα συνεχίσει να γίνεται για όσο χρόνο διαρκεί η προσπάθεια ευρωπαϊκής προσαρμογής της Τουρκίας. Η Τουρκία, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θα είναι συνεχώς κρινόμενη και όχι κριτής. Θα είναι διαρκώς κρινόμενη από τα 25 κράτη-μέλη της Ένωσης και, βέβαια, από την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία. Θα έλεγα μάλιστα ότι οι όροι που έχουν τεθεί για την Τουρκία, είναι ιδιαίτερα αυστηροί. Και πάντως πολύ αυστηρότεροι απ΄ ό,τι για οποιαδήποτε άλλη υποψήφια χώρα. Και το λέω αυτό γιατί είναι πέρα για πέρα λάθος ο ισχυρισμός ότι δεν τέθηκαν όροι στην Τουρκία. Δεν είναι μόνο λάθος. Είναι και εσκεμμένη διαστρέβλωση της αλήθειας. Και είναι ακόμα πιο απαράδεκτος ο ισχυρισμός αυτός, διότι πάει να φορτώσει σε μας αυτά που κάνατε εσείς. Έχω εδώ συνέντευξη του κ. Παπανδρέου (στις 21 Σεπτεμβρίου του 1999 στη Milliet): ‘’Εμείς έχουμε προβεί στις ενέργειές μας υπέρ της τουρκικής πλευράς στο πλαίσιο της Ευρώπης, ως μια μονομερή χειρονομία, για να επιδείξουμε την καλή μας πρόθεση και δεν περιμέναμε οποιαδήποτε χειρονομία ή ανταπόδοση’’. Πώς λοιπόν μέμφεστε εμάς για κάτι το οποίο ήταν δική σας πολιτική; Και δεν το είπατε μόνο μία φορά. Το επαναλάβατε σε συνεντεύξεις, στον ΣΚΑΪ, στο Mega και αλλού.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Άκουσα και σήμερα τον Αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης να παριστάνει τον κατήγορο σε ό,τι αφορά τους χειρισμούς μας στο Κυπριακό. Κατά καιρούς μάλιστα χρησιμοποιεί και βαρειές εκφράσεις. Εγώ δεν ακολουθώ σε αυτό. Δείχνει όμως να έχει ένα ‘’παράπονο’’, επειδή δεν πιέσαμε την κυπριακή ηγεσία να υποχωρήσει στη Λουκέρνη. Είναι μόνιμο παράπονο, δείχνει οργισμένος, αγανακτισμένος, που δεν ‘’πιέσαμε’’, δεν ‘’αναγκάσαμε’’ τους Ελληνοκυπρίους να αποδεχθούν στο δημοψήφισμα μια συμφωνία, που οι ίδιοι θεωρούσαν ότι δεν οδηγεί σε λειτουργική και βιώσιμη λύση. Ότι δεν ακολουθήσαμε, δηλαδή, τη δική σας πρακτική, των πιέσεων και των ισχυρισμών για τελευταία, δήθεν, ευκαιρία, που ακόμα και διαπραγματευτικά ήταν λάθος βήμα. Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αυτό δεν γινόταν. Και πάντως εγώ δεν θα το έκανα ποτέ, γιατί αντιβαίνει στις αρχές μου. Θεωρώ χρέος μου να συνεργάζομαι στενά με την κυπριακή ηγεσία, με όλους- με τον σημερινό Πρόεδρο, με τον προηγούμενο Πρόεδρο- να συνεννοούμαστε και να επιδιώκουμε να επιτύχουμε τα μέγιστα δυνατά οφέλη για τα εθνικά μας συμφέροντα. Θεωρώ, όχι απλώς ότι δεν έχω το δικαίωμα της απόπειρας χειραγώγησης, αλλά θα ήμουν και ηθικά κατηγορούμενος αν επιχειρούσα να χειραγωγήσω.
Άκουσα τις αιτιάσεις απέναντι στην θέση μας για πολιτική συνεννόησης. Φαίνεται ότι υπάρχει είτε προσποίηση, είτε αμνησία. βέβαια δεν συμβαίνει το ίδιο και στην κοινωνία. Οι πολίτες έχουν και μνήμη και κρίση. Εμείς συγκαλέσαμε το Συμβούλιο των Πολιτικών Αρχηγών στην περίπτωση του Κυπριακού. Δεσμευτήκαμε ότι θα υπάρξει μια συνεδρίαση, εφόσον και αν το απαιτήσουν οι συνθήκες ή οι εξελίξεις στο θέμα των Σκοπίων. Εσείς, κύριε Αρχηγέ της Αντιπολίτευσης, ως Υπουργός των Εξωτερικών τί κάνατε; Πότε συγκάλεσε η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ το Συμβούλιο Πολιτικών Αρχηγών; Ποτέ! Θυμάστε τί λέγατε στα επίμονα αιτήματά μας, όσο είχατε την ευθύνη για την διακυβέρνηση του τόπου; Απαξιωτικά μιλούσατε γι΄ αυτούς τους θεσμούς ή τις διαδικασίες στοιχειώδους συνεννόησης. Πώς μπορείτε λοιπόν να κατηγορείτε άλλους για εκείνα που χαρακτήριζαν -και το τονίζω- μόνο τη δική σας πολιτική; Πότε στο παρελθόν συνεδρίαζε τόσο τακτικά το Εθνικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής; Και πότε υπήρξε τόσο τακτική ενημέρωση των πολιτικών κομμάτων και της Βουλής;
Εγώ να δεχθώ αυτό που λέει ο κ. Αλαβάνος. Να γίνει ακόμη πιο συχνά, ακόμη πιο ουσιαστικά. Σύμφωνοι. Αλλά, εν πάση περιπτώσει, να έχουμε και ένα μέτρο σύγκρισης. Τί γινόταν μέχρι το πρόσφατο παρελθόν και τί γίνεται σήμερα. Διότι η σύγκριση είναι καταλυτική. Πότε ενημερώσατε την κοινή γνώμη για τις προτάσεις που υποβάλλονταν σχετικά με την ονομασία της FYROM; Ποιές από τις προτάσεις εκείνες έγιναν γνωστές στους πολίτες; Και κάτι ακόμη, γιατί είπατε πολλά. Στην ενημέρωση που σας έγινε από τον Υπουργό Εξωτερικών δεν ζητήθηκε συναίνεση για κάποια συμφωνία. Το είπα από την πρώτη ώρα: Εάν φτάσουμε ποτέ εκεί -και εύχομαι να φτάσουμε, γιατί είναι προς το εθνικό συμφέρον να φτάσουμε -τότε θα γίνει σύγκληση του Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών και όλοι θα πάρουμε τις ευθύνες μας. Το θέμα της στιγμής εκείνης ήταν το ‘’ναι’’ για την έναρξη διαλόγου. Και θέλω να πω ότι -άσχετα από τις αντιπαραθέσεις, σε επίπεδο εντυπώσεων φοβούμαι, η αλήθεια είναι πως συμφωνήσαμε όλοι στην έναρξη διαλόγου. Και αυτό είναι θετικό, γιατί με τη στάση μας αυτή τα βλέμματα στρέφονταν πλέον στο γειτονικό κράτος. Υπενθυμίζω, πως, από την πρώτη ώρα είπαμε, ότι το πλαίσιο που μας παρουσιάζεται γίνεται κατ΄ αρχήν δεκτό, ως βάση διαπραγμάτευσης, αλλά χρήζει πάρα πολλών βελτιώσεων.
Άκουσα σήμερα να λέτε ότι κάποιοι χρησιμοποιούν τη συνταγματική ονομασία του γειτονικού κράτους. Επιτρέψτε μου να πω ότι αυτό είναι το αποκορύφωμα της υποκρισίας και του στρουθοκαμηλισμού. Τόσα χρόνια δεν το ακούγατε; Τόσα χρόνια που το διαχειριζόσασταν -έντεκα συναπτά χρόνια- δεν βλέπατε που πηγαίνει η διεθνής πρακτική; Και τί κάνατε γι΄ αυτό; Πάντως τίποτα για το οποίο να μας έχετε ενημερώσει.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Η εξωτερική πολιτική απαιτεί υπευθυνότητα και συνέπεια. Δεν γίνεται με αντιφάσεις που παραπαίουν πότε στο ένα και πότε στο άλλο άκρο. Δεν γίνεται με μικροκομματικούς υπολογισμούς και παιχνίδια. Και, επί τέλους, πώς μπορείτε τη μια να απαιτείτε από την Κυβέρνηση να εκβιάσει στην ουσία την απόφαση των Ελληνοκυπρίων και, από την άλλη, να υποδεικνύετε στον Υπουργό Εξωτερικών να εγκαταλείψει στη μέση την επίσκεψή του στην Άγκυρα; Τί από τα δύο σας εκφράζει;
Ατυχώς ακούστηκαν και πάλι οι γνωστοί ισχυρισμοί για το ‘’βασικό μέτοχο’’. Είναι ακόμη μια προσποίηση αμνησίας. Και θέλω εδώ να υπογραμμίσω:
Πρώτον, η ΕΕ έχει αντιρρήσεις, τόσο ως προς το νόμο που ψηφίστηκε από εσάς, όσο και ως προς το νόμο που ψηφίσαμε εμείς. Αυτή είναι η αλήθεια και αναφέρεται καθαρά στη σχετική αλληλογραφία. Η διαφορά ίσως είναι ότι εσείς ψηφίζατε νόμους και δεν τους εφαρμόζατε, ενώ εμείς θέλουμε και να εφαρμόζονται οι νόμοι και να εφαρμόζονται προς κάθε κατεύθυνση.
Δεύτερον, δεν πρόκειται να χαθεί ούτε ένα ευρώ εξαιτίας του νόμου αυτού. Το πρόβλημα σήμερα είναι οι κοινοτικές καταδίκες, που έρχονται για πράξεις και μεθοδεύσεις που εφαρμόζονταν από την προηγούμενη Κυβέρνηση. Μόλις πρόσφατο παράδειγμα η περίπτωση της Ολυμπιακής. Το πρόβλημα είναι ότι χάνονται πόροι από τις κακοτεχνίες, τις παρατυπίες στα δημόσια έργα, από τα φαινόμενα διαφθοράς και διαπλοκής της περιόδου 2001-2003. Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε σήμερα. Και για το πρόβλημα αυτό είμαστε επίσης σε εντατική διαβούλευση με τα αρμόδια κοινοτικά όργανα. Δεν βλέπω όμως γι΄ αυτό το θέμα να κάνετε καμία κουβέντα. Δεν γίνεται καμία συζήτηση, κανένας θόρυβος για όλα αυτά. Μιλάτε γι΄ αυτά που, δήθεν ,θα χάνονταν και δεν θα χαθούν. Δεν μιλάτε όμως γι΄ αυτά που χάθηκαν και γι΄ αυτά που κινδυνεύουν να χαθούν, εξαιτίας κακοδιαχείρισης, κατασπατάλησης πόρων, διαφθοράς και διαπλοκής. Ρωτώ: Αυτό δείχνει, ή δεν δείχνει, ότι η έγνοια δεν είναι τα συμφέροντα του τόπου, αλλά τα συμφέροντα των λίγων; Δείχνει ή δεν δείχνει με ποιον συμμαχεί κανένας και ποιόν υπερασπίζεται;
Για το θέμα του Βασικού Μετόχου θα βρούμε, σε συνεργασία με την ΕΕ, κοινό τόπο. Το είπα και το επαναλαμβάνω: Συνεχίζουμε τον αγώνα. Στο σημείο αυτό δεν χωρά συμβιβασμός. Οι πολίτες απαιτούν διαρκή αναβάθμιση της ουσίας και της ποιότητας της Δημοκρατίας. Απαιτούν διαφάνεια. Αυτή είναι η πολιτική μας. Άκουσα σήμερα –και το θεωρώ θετικό- ότι θέλετε να συνεισφέρετε στο ζήτημα αυτό. Καλοδεχούμενη η προσφορά αυτή. Ευπρόσδεκτη, αρκεί να αποδεικνύεται συνεχώς στην πράξη.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Έρχομαι τώρα σ΄ ένα γενικότερο θέμα. Ακούω αβασάνιστους αφορισμούς -επαναλήφθηκαν και σήμερα- για δήθεν μειωμένο κύρος της Ελλάδας στην Ευρώπη.
Θα ήθελα να σας πω ευθέως την άποψή μου, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι. Είναι ανεύθυνο και επιζήμιο να υποτιμά κάποιος και να δυσφημεί τη χώρα του, κατασκευάζοντας ανυπόστατους ισχυρισμούς. Δεν διακρίνω ίχνος αυτοκριτικής στα λεγόμενά σας. Δεν διακρίνω καμία διάθεση να αντιληφθείτε παθογένειες και λάθη του παρελθόντος. Κάποια στιγμή όμως θα έπρεπε να απαντήσετε σε μερικά από τα ερωτήματα που θέτουν οι πολίτες: Διαπλοκή, εκτεταμένη διαφθορά, γκρίζα λογιστική, συνιστούσαν για σας αυξημένο κύρος της Ελλάδας; Αύξηση του δημόσιου χρέους, αύξηση των ελλειμμάτων, διεύρυνση των κοινωνικών και περιφερειακών ανισοτήτων, συνιστούσαν για σας ισχυρή Ελλάδα; Παραπομπές της Ελλάδας, κοινοτικά πρόστιμα για πράξεις και παραλείψεις σε βάρος του Περιβάλλοντος – θυμίζω το Κτηματολόγιο για παράδειγμα – αφαίρεση κοινοτικών πόρων για παρανομίες και παρατυπίες, ήταν δύναμη και κύρος; Αυτά αφήσατε πίσω.
Δεν προέρχεστε όμως, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι της Αντιπολίτευσης, από παρθενογένεση. Και κάποια στιγμή, επιτέλους, πρέπει να πάρετε θέση. Να κοιτάξετε γύρω σας, χωρίς παρωπίδες, την προσπάθεια που γίνεται σήμερα. Σας έχω πει επανειλημμένα σ΄ αυτή την αίθουσα πως δεν ισχυρίζομαι ότι είμαστε αλάνθαστοι, ούτε ισοπεδώνω την όποια προσπάθεια έγινε στο παρελθόν. Υπάρχει όμως και ένα όριο στις υπερβολές της ανυπόστατης κριτικής. Το κύρος της Ελλάδας και το συλλογικό συμφέρον, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, το υπηρετεί η διαφάνεια, η νομιμότητα, η εξυγίανση, η Δικαιοσύνη. Και αυτές είναι αδιαπραγμάτευτες αρχές μας, με τις οποίες προχωράμε, χωρίς δισταγμούς, χωρίς συμψηφισμούς.
Τέλος, άκουσα να επαναλαμβάνονται κάποιες λέξεις: ‘’Τουρίστες’’, ‘’σφαλιάρες’’, ‘’πάτρονες’’. Όταν τις πρωτάκουστα, θέλησα να πείσω τον εαυτό μου ότι οφείλονται σε ένδεια έκφρασης, ή, έστω, σε παραδρομή του λόγου. Όταν τις ακούω όμως, για δεύτερη φορά, και μάλιστα από αυτό το επίσημο βήμα, σας λέω ευθέως ότι θλίβομαι. Θλίβομαι βαθύτατα διότι αυτό σημαίνει ότι κάποιοι επιχειρούν να πάνε τον τόπο πενήντα χρόνια πίσω. Εμείς μ’ αυτό το παρελθόν έχουμε τελειώσει οριστικά. Σήμερα άκουσα άλλη μια βαρειά έκφραση: ‘’Μικραίνετε την Ελλάδα’’. Πώς λέγεται αυτό σ΄ αυτή την αίθουσα; Αυτό μπορεί να το έλεγαν σ΄ αυτή την αίθουσα, προς μεγάλη βλάβη του τόπου, πριν σαράντα, εξήντα, εβδομήντα, ογδόντα χρόνια. Στο μισό της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα δεν έχει θέση εδώ. Αυτή είναι η δική μου άποψη. Θα μπορούσα να σας πω πολλά και ξέρετε ότι το αποφεύγω. Θα μπορούσα να σας πω ποιοι ήταν εκείνοι που ευχαριστούσαν ξένες Κυβερνήσεις από αυτό εδώ το βήμα. Ποιοί οδήγησαν σε ταπεινώσεις τη χώρα. Το μόνο που θα σας πω είναι ότι με αυτούς τους χαρακτηρισμούς δεν μειώνετε εμένα. Είμαι ανοικτός σε κριτική, σας το έχω πει πολλές φορές. Είμαι ανοικτός σε προτάσεις και σε υποδείξεις. Αλλά μ΄ αυτές τις εκφράσεις μειώνετε τον εαυτό σας και βλάπτετε τη χώρα. Ελπίζω να το συνειδητοποιήσετε το συντομότερο δυνατόν.
Κλείνω λέγοντας το εξής: Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, όταν σας μιλώ για συναίνεση, τουλάχιστον σε κάποια μεγάλα ζητήματα, δεν είναι γιατί αυτό εξυπηρετεί κομματική σκοπιμότητα. Δεν το κάνω γιατί αυτό ευνοεί τα συμφέροντα της Νέας Δημοκρατίας αλλά γιατί βαθύτατα πιστεύω ότι σ΄ έναν κόσμο με πολλά προβλήματα, με πολλές δυσκολίες, με πολλές προκλήσεις, πρέπει σε κάποια ζητήματα να έχουμε ενιαία στάση. Βεβαίως με διαφωνίες σε επιμέρους χειρισμούς. Βεβαίως με σκεπτικισμό, με αντιπροτάσεις σε κινήσεις τακτικής. Αλλά στους στρατηγικούς στόχους πρέπει να έχουμε την ευρύτερη δυνατή συμφωνία. Και ξέρετε ποιο είναι το οξύμωρο; Στην ουσία την έχουμε. Σκεφτείτε να άκουγαν τη σημερινή συζήτηση ξένοι παρατηρητές. Θα έλεγαν ότι βεβαίως υπάρχουν κάποιες αψιμαχίες -που προφανώς γίνονται για λόγους εντυπώσεων ή για να συγκρατούνται κάποια κομματικά κοινά- αλλά στα ευρωπαϊκά, στα ευρωατλαντικά στα βαλκανικά, στα ζητήματα που έχουν να κάνουν με τα ελληνοτουρκικά, με το Κυπριακό, με την υπόθεση της FYROM, αν εξαιρέσει κανείς επιμέρους διαφοροποιήσεις, στην ουσία, στρατηγικά, μεγάλη απόκλιση δεν υπάρχει. Επιτρέψτε μου να πω ότι από ένα σημείο και μετά, είναι υποκριτικό – για να το πως επιεικώς – όταν στην ουσία δεν υπάρχουν μεγάλες διαφορές, να προσπαθούμε να τις εφεύρουμε, για να δημιουργούμε εντυπώσεις.