ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ

Άγκυρα, 23 Ιανουαρίου 2008

Δήλωση

του Πρωθυπουργού κ. Κώστα Καραμανλή

μετά τη συνάντησή του

με τον Πρωθυπουργό της Τουρκίας κ. Recep Tayyip Erdoğan

 

Θα ήθελα κατ’ αρχάς να ευχαριστήσω τον φίλο Πρωθυπουργό της Τουρκίας για τη θερμή υποδοχή και φιλοξενία που επεφύλαξε σ’ εμένα και την ελληνική αντιπροσωπεία. Όπως γνωρίζετε, η σημερινή μου επίσκεψη είναι η πρώτη επίσημη επίσκεψη Έλληνα Πρωθυπουργού στην Άγκυρα, από το 1959. Το γεγονός αυτό αντικατοπτρίζει τη βούληση της Ελλάδας να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες του παρελθόντος και να αδράξουμε τις ευκαιρίες του μέλλοντος.

 

Εξετάσαμε, σήμερα, θέματα διμερούς και διεθνούς ενδιαφέροντος που μας απασχολούν. Είναι γεγονός ότι, τα τελευταία χρόνια, έχει σημειωθεί σημαντική, μεγάλη πρόοδος σε ορισμένους τομείς συνεργασίας σε σχέση με το παρελθόν. Σε ό,τι αφορά τις οικονομικές μας σχέσεις, διαπιστώσαμε ότι η συστηματική προσπάθεια έχει αποφέρει τα πρώτα απτά θετικά αποτελέσματα και ότι παρουσιάζονται μεγάλες ευκαιρίες για το μέλλον. Ιδιαίτερα θέλω να αναφερθώ στη συνεργασία μας στον ενεργειακό τομέα, η οποία προσδίδει μοναδικά πλεονεκτήματα στις δύο χώρες μας και καταδεικνύει τα ισχυρά κοινά συμφέροντα που μπορεί να προκύψουν από περαιτέρω μελλοντικές μας συνεργασίες.

 

Μας απασχόλησαν, βεβαίως, ιδιαιτέρως οι σχέσεις της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ευρωπαϊκή προσαρμογή της Τουρκίας, η ευρωπαϊκή προσαρμογή κάθε υποψήφιας χώρας, είναι μια δύσκολη διαδικασία που απαιτεί μεγάλη προσπάθεια, αλλά κυρίως αποφασιστικότητα και δέσμευση. Διαβεβαίωσα τον κ. Πρωθυπουργό ότι η Ελλάδα υποστηρίζει απαρέγκλιτα την αρχή «πλήρης προσαρμογή – πλήρης ένταξη». Με απλά λόγια, εφόσον η Τουρκία προχωρήσει στο δρόμο των μεταρρυθμίσεων και εκπληρώσει τα κριτήρια και τα προαπαιτούμενα και τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πρέπει και η Ευρώπη να την δεχθεί ως πλήρες μέλος στην μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια.

 

Σ’ αυτό το ευρωπαϊκό πλαίσιο, εντάσσονται και τα ζητήματα ενός ειλικρινούς πρεσβευτή της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας στην Ευρώπη και τον κόσμο, του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ζητήματα, όπως η επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Η προστασία των δικαιωμάτων των μειονοτήτων αποτελεί, επίσης, ένα από τα πιο θεμελιώδη ευρωπαϊκά κριτήρια.

 

Κεντρικός στόχος παραμένει πάντα η πλήρης εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Αυτός είναι ο μόνος δρόμος για μια ουσιαστική πρόοδο στις διμερείς μας σχέσεις, που θα μας επιτρέψει να αξιοποιήσουμε όλες τις ευκαιρίες που ανοίγονται μπροστά μας, σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο. Και, για να μπορέσουν να προχωρήσουν ουσιαστικά οι σχέσεις μας, επεσήμανα ότι μοναδικός γνώμονας είναι το Διεθνές Δίκαιο και οι Διεθνείς Συνθήκες. Είναι αυτονόητο ότι για δύο χώρες που συμμετέχουν στην ίδια Συμμαχία, που φιλοδοξούν να συνεργαστούν μελλοντικά στο πλαίσιο της ίδιας ευρωπαϊκής οικογένειας, δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την ειρηνική επίλυση του όποιου ζητήματος στο πλαίσιο της διεθνούς νομιμότητας. Και σε σχέση με όλα αυτά, εκτιμούμε ότι πρέπει οι διερευνητικές επαφές να συνεχιστούν και να εντατικοποιηθούν.

 

Ακόμα συζητήσαμε το Κυπριακό. Υπάρχει ήδη μια συμφωνημένη διαδικασία, η συμφωνία της 8ης Ιουλίου, η πλήρης εφαρμογή της οποίας θα οδηγήσει σε μια νέα, καλά προετοιμασμένη προσπάθεια επίλυσης. Στόχος παραμένει μια λύση δίκαιη, βιώσιμη, λειτουργική, στα πλαίσια των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας, που θα οδηγήσει στην επανένωση της Κύπρου, για να μπορέσουν έτσι όλοι οι κάτοικοί της, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, να απολαύσουν μαζί τα αγαθά της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

 

Θα ήθελα, για μια ακόμη φορά, να ευχαριστήσω τον Πρωθυπουργό κ. Ερντογάν για τη θερμή φιλοξενία που μας προσφέρει.

 

 

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Θα ήθελα να ρωτήσω και τους δύο Πρωθυπουργούς: Η Ελλάδα δέχεται  ως μοναδική  νομική εκκρεμότητα σε ό,τι αφορά τα θέματα στο Αιγαίο το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας. Συζητήσατε για το θέμα αυτό ή και για άλλα θέματα που αφορούν στο Αιγαίο; Και, επιπρόσθετα στην ερώτησή μου αυτή, θα ήθελα να πω ότι, όπως και οι δύο σας ξέρετε, και οι δύο λαοί περιμένουν θετικά αποτελέσματα και περαιτέρω βελτίωση των συνομιλιών και των εργασιών σας σε ό,τι αφορά τη μείωση της έντασης στην περιοχή. Συζητήθηκε και αυτό το θέμα;

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Κατ’ αρχάς να τονίσω ότι υπάρχει πράγματι στις διμερείς μας σχέσεις μια εκκρεμότητα που αφορά στην οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και βεβαίως τα εργαλεία για τη διευθέτηση αυτού του ζητήματος είναι τα απολύτως δεδομένα, τα απολύτως αυτονόητα που εφαρμόζονται στις σύγχρονες διακρατικές σχέσεις για την ειρηνική επίλυση τέτοιου είδους ζητημάτων: το διεθνές δίκαιο και οι διεθνείς συνθήκες.

 

Η Ελλάδα έχει δηλώσει την ετοιμότητά της για την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και βεβαίως η επίλυση του ζητήματος αυτού θα δημιουργήσει μεγάλη δυναμική για τη βελτίωση των σχέσεών μας.

 

Σε κάθε περίπτωση, σταθερός μας στόχος παραμένει η πλήρης εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων και, στο πλαίσιο αυτό, οι σχέσεις καλής γειτονίας αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση. Είναι αδιανόητο για χώρες που φιλοδοξούν να συνεργαστούν μέσα σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο να εξακολουθούν να παραμένουν εντάσεις, προκλήσεις ή απειλή χρήσης βίας.

 

Προς την κατεύθυνση αυτή εργαζόμαστε διαρκώς. Η ελληνική Κυβέρνηση και εγώ προσωπικά είμαστε πεπεισμένοι πως ήρθε η ώρα να γυρίσουμε σελίδα.

 

ΕΡΩΤΗΣΗ: Η πρώτη ερώτηση από την τουρκική πλευρά είναι σχετικά με την Κύπρο. Θα αρχίσουν οι συνομιλίες μεταξύ των δύο πλευρών στην Κύπρο, όπως αναφέρατε προηγουμένως, όπως δηλώσατε, μετά τις επικείμενες εκλογές; Ποια είναι η άποψή σας για αυτό το θέμα; Δεύτερον, ειπώθηκε ότι αναφέρθηκε το θέμα της επαναλειτουργίας της Θεολογικής Σχολής στη Χάλκη και επίσης το θέμα του Πατριαρχείου. Ποια είναι η άποψή σας σχετικά με αυτό;

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Κατ’ αρχάς για το θέμα της Κύπρου. Εμείς έχουμε μια πολύ ξεκάθαρη και, θα έλεγα, πάγια πολιτική, ότι πρέπει επιτέλους να επιλυθεί το πολιτικό πρόβλημα στο νησί. Πρέπει επιτέλους να υπάρξει επανένωση του νησιού για τους λόγους τους οποίους ήδη εξήγησα: Πρώτα απ’ όλα, προς όφελος όλων των κατοίκων της Κύπρου, αλλά επίσης, παρ’ ότι πρόκειται για ένα διεθνές πρόβλημα –  δεν είναι διμερές, όπως ξέρετε, το Κυπριακό – εν πάση περιπτώσει σίγουρα η επίλυσή του  θα βοηθήσει πάρα πολύ και την ατμόσφαιρα στις σχέσεις μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας. Το πλαίσιο οριοθετείται από το Διεθνές Δίκαιο, από τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας, από τις Αρχές της ΕΕ, και βέβαια, πρόσφατα, από τη συμφωνία που έγινε στις 8 Ιουλίου 2006. Εμείς είμαστε έτοιμοι να βοηθήσουμε με όλες μας δυνάμεις στην προσπάθεια εξεύρεσης μια λύσης βάσει αυτών των αρχών, μιας λύσης η οποία θα είναι και βιώσιμη και λειτουργική.

 

Σε ό,τι αφορά το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος, να πω απλώς, επειδή το έχω απαντήσει ήδη με τις αρχικές μου δηλώσεις, ότι θεωρώ πως για την Τουρκία είναι πολύ μεγάλη ωφέλεια, πολύ μεγάλο ευρωπαϊκό διαβατήριο και κριτήριο το ότι έχει την έδρα του το Οικουμενικού Πατριαρχείου εδώ.

 

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Δράττομαι από αυτό που είπε ο Έλληνας Πρωθυπουργός ότι τελικώς θα δράσει επ’ ωφελεία της Τουρκίας στην Ε.Ε, όχι μόνο το Πατριαρχείο, αλλά και η επίλυση του Κυπριακού. Από όσα μας είπατε αυτήν τη στιγμή μπορείτε να μας πείτε αν υπάρχει ένα ουσιαστικό κοινό σημείο ανάμεσα σε σας τους δύο Πρωθυπουργούς για την επίλυση του Κυπριακού; Ο κ. Καραμανλής επιμένει ότι η βάση είναι οι αποφάσεις της 8ης Ιουλίου, ο κ. Ερντογάν επιμένει στις συνομιλίες προσθέτοντας τις δύο εγγυήτριες δυνάμεις. Τελικά εσείς οι δύο έχετε βρει ένα κοινό σημείο που θα διευκολύνει τις επαφές; Και ένα τελευταίο αν μου επιτρέπετε: Και οι δύο Πρωθυπουργοί αναφέρθηκαν στην εντατικοποίηση των διερευνητικών επαφών. Μπορείτε να γίνετε λίγο πιο συγκεκριμένοι; Έχουμε φτάσει πιο κοντά στην επίλυση της υφαλοκρηπίδας ή άλλων συναφών ζητημάτων, ή ακριβώς θα τα τρέχουμε λίγο πιο γρήγορα;

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Να ξεκινήσω λοιπόν με το δεύτερο σκέλος και να σας πω ότι αν είχαν λυθεί τα θέματα, ή αν ήμασταν πολύ κοντά στην επίλυση, δεν θα χρειαζόταν να μιλάμε για επιτάχυνση και εντατικοποίηση. Απλώς εκφράζουμε – και νομίζω ότι είναι σημαντικό σημείο αυτό – την πολιτική βούληση να εντατικοποιηθεί η προσπάθεια.

 

Σε ό,τι αφορά το πρώτο σκέλος, όπως είπα ήδη, στο δρόμο της Τουρκίας προς την Ε.Ε. είναι βεβαίως κρίσιμης σημασίας η επίλυση του Κυπριακού προβλήματος. Και είναι σε κάθε περίπτωση απαραίτητη και η ομαλοποίηση των σχέσεων της Τουρκίας με την Κύπρο. Η συμφωνία της 8ης Ιουλίου, στην οποία ήδη αναφέρθηκα, που έχει επιτευχθεί ανάμεσα στην Κυπριακή Κυβέρνηση και την Τουρκοκυπριακή κοινότητα υπό την αιγίδα του ΟΗΕ προσφέρει τη βάση για την επανεκκίνηση μιας καλά προετοιμασμένης προσπάθειας επίλυσης. Αυτό είναι  και το ήδη υπάρχον σημείο επαφής. Από την πλευρά μας, είμαστε έτοιμοι να συνεισφέρουμε στις προσπάθειες αυτές και να καταλήξουμε σε μια λειτουργική και δίκαιη λύση στο πλαίσιο των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας και των Ευρωπαϊκών Αρχών.

 

Κλείνω λέγοντας ότι πιστεύω  – και το πιστεύω βαθειά – ότι πρέπει να πιάσουμε την ευκαιρία για να εξαλειφθεί και το τελευταίο τείχος που στέκεται ακόμα στην Ευρώπη.

 

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Σε δημοσιεύματα που βγήκανε στον σημερινό τύπο, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Τουρκία γίνεται αναφορά σε σφυγμομέτρηση που έγινε στις δύο χώρες και ότι αυτοί που είναι εναντίον της Τουρκίας στην Ελλάδα είναι πολύ περισσότεροι απ’ αυτούς που είναι εναντίον των Ελλήνων στην Τουρκία. 70% είναι στην Ελλάδα, πολύ χαμηλότερο στην Τουρκία. Ένα 73% σκέφτεται θετικά για την επίσκεψη του Πρωθυπουργού κ. Καραμανλή στην Τουρκία, ενώ στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό είναι 40%. Είναι κοινό δημοσίευμα της «Χουριέτ» στην Τουρκία και μιας ελληνικής εφημερίδας. Κατά τη γνώμη σας ποια είναι η αιτία για το αποτέλεσμα αυτό; Άραγε για την επόμενη επίσκεψη Πρωθυπουργού της Ελλάδας στην Τουρκία θα πρέπει να περιμένουμε άλλα 49 χρόνια;

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Να ξεκινήσω με το εξής: δεν είναι η δική μου δουλειά να σχολιάζω σφυγμομετρήσεις, τις οποίες τις θεωρώ ένα χρήσιμο εργαλείο, αλλά πάντως όχι γνώμονα για τη χάραξη της πολιτικής. Μπορώ, όμως, να σας πω τη δική μου άποψη για το πώς αισθάνονται οι Έλληνες. Πιστεύω ότι οι Έλληνες έχουν πολύ καλά αισθήματα για τον τουρκικό λαό. Πιστεύω ακόμα ότι προσβλέπουν στην αλλαγή της σελίδας. Βεβαίως, υπάρχει ένα ιστορικό παρελθόν που έχει βαρύνει για πολλά χρόνια, για αιώνες ίσως. Και είναι φυσικό να δημιουργούνται καμιά φορά και ερωτήματα και δυσπιστίες ή να χρειάζεται χρόνος να ξεπεραστούν. Αλλά θα μου επιτρέψετε να σας πω ότι γι’ αυτό χρειάζεται το πολιτικό θάρρος και η πολιτική βούληση ηγετών για να ανοίγουν τους δρόμους. Συμπεραίνεται από την μέχρι τώρα απάντηση ότι δεν θα χρειαστούν 49 χρόνια.