ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ

Αθήνα, 14 Νοεμβρίου 2008

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ κ. ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ

ΣΕ ΕΠΙΚΑΙΡΗ ΕΡΩΤΗΣΗ

ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΚΟ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ κ. ΑΛ. ΑΛΑΒΑΝΟΥ

 

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Οφείλω πρώτα απ’ όλα να υπογραμμίσω την επισήμανση με την οποία κλείνει το εισαγωγικό της ερώτησης. Πράγματι η Ελλάδα επιβαρύνεται σήμερα με ένα δημόσιο χρέος, το τεράστιο ύψος του οποίου είναι το πιο σοβαρό εμπόδιο στην άσκηση της αναπτυξιακής και, βεβαίως, κοινωνικής πολιτικής που θέλουμε. Οφείλουμε, λοιπόν, να μη λησμονούμε, ούτε πότε, ούτε πόσο αυξήθηκε το δημόσιο χρέος. Ήταν στο 29,7% του ΑΕΠ το 1981 και έφτασε στο 98,6% το 2004. Υπερτριπλασιάστηκε δηλαδή  στη διάρκεια των προηγούμενων κυβερνήσεων. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Το αποτέλεσμα είναι να πληρώνουμε, σήμερα, πάνω από 11 δις ευρώ μόνο για τους τόκους. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν όλοι μας πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα, εάν δεν είχαμε την έκρηξη αυτή του δημόσιου χρέους στα χρόνια της πολιτικής ανευθυνότητας. Μόνο από τους τόκους, η χώρα θα «γλίτωνε» σήμερα 7 δις ευρώ, ένα τεράστιο ποσό για τη στήριξη της ανάπτυξης, της απασχόλησης και, πάνω απ’ όλα, των συμπολιτών μας που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη.

Και, βέβαια, δεν ήταν μόνον αυτό. Θυμίζω ότι το 2004 το έλλειμμα ξεπερνούσε το 7,5% του ΑΕΠ. Εάν δεν το μειώναμε κάτω από το 3%, δεν θα είχαμε σήμερα κανένα περιθώριο ευελιξίας.

Θέλω, όμως, να υπογραμμίσω κάτι ακόμη: Το γεγονός ότι οι αντοχές της οικονομίας μας αποδεικνύονται πολύ ισχυρότερες σε σχέση με άλλες χώρες. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ενώ προβλέπει για το 2009 καθήλωση της ανάπτυξης σ’ ολόκληρη την Ευρωζώνη, εκτιμά ότι η ανάπτυξη στην Ελλάδα θα είναι στο 2,5% του ΑΕΠ. Και η εκτίμηση αυτή δεν μπορεί και δεν πρέπει να αγνοείται από κανένα. Είναι -για να επικαλεστώ μια φράση που χρησιμοποιείται στην ερώτηση που συζητούμε- μια σοβαρή «ασπίδα προστασίας» απέναντι στις συνέπειες της πιο μεγάλης οικονομικής κρίσης που γνώρισε ο μεταπολεμικός κόσμος.

Έρχομαι στις αμυντικές και εξοπλιστικές δαπάνες. Θέλω πρώτ’ απ’ όλα να υπογραμμίσω ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις έχουν σήμερα έναν επιπλέον καίριο ρόλο, για τον οποίον αισθάνονται -και πιστεύω όλοι αισθανόμαστε- μεγάλη περηφάνια. Είναι ο κοινωνικός τους ρόλος. Είναι η συμμετοχή τους στην έρευνα και τη διάσωση, στην αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών, στις αεροδιακομιδές, στα προγράμματα προληπτικής ιατρικής που εφαρμόζουν στα ακριτικά νησιά μας. Είναι δηλαδή δραστηριότητες που σώζουν ζωές συνανθρώπων μας. Θέλω, λοιπόν, να τονίσω με έμφαση ότι η μονοδιάστατη θεώρηση των αριθμών πίσω από τη φράση «στρατιωτικές δαπάνες» δεν απεικονίζει σε όλες τις διαστάσεις της τη σημερινή πραγματικότητα. Αδικεί – και μάλιστα κατάφωρα – τις Ένοπλες Δυνάμεις μας.

Πέρα από αυτά, υπάρχει ένα ακόμη στοιχείο το οποίο έχει τη δική του αξία. Είναι η στήριξη στην εγχώρια αμυντική βιομηχανία για να σταθεί στα πόδια της και να φέρει σε πέρας την αποστολή της, τόσο για τους εργαζόμενους όσο και για την εθνική οικονομία και την άμυνα της χώρας. Είναι αυτονόητο ότι, και γι’ αυτήν την περίπτωση, απαιτούνται κονδύλια. Το όφελος όμως από την αξιοποίησή τους είναι πολλαπλάσιο, γιατί κατοχυρώνουν το εργασιακό μέλλον για χιλιάδες ανθρώπους και δημιουργούν μια νέα προοπτική για την ελληνική αμυντική βιομηχανία. Έρχομαι στα ειδικότερα:

  • Πρώτον: Ένα από τα πιο σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε είναι το χρέος από τα εξοπλιστικά του παρελθόντος (ύψους περίπου 9,5 δις ευρώ, το οποίο αφενός χρειάζεται να αποπληρωθεί και αφετέρου δεσμεύει το 75% του τρέχοντος Ενιαίου Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Ανάπτυξης και Εκσυγχρονισμού των Ενόπλων Δυνάμεων.
  • Δεύτερον: Οι εξοπλιστικές δαπάνες στη διάρκεια των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ χρηματοδοτούνταν από δύο πηγές: Αφενός από τον Προϋπολογισμό και αφετέρου με απευθείας δανεισμό. Θυμίζω ότι ακολουθώντας την πρακτική αυτή οι προηγούμενες κυβερνήσεις δεν είχαν εγγράψει εξοπλιστικές δαπάνες περίπου 8,7 δις ευρώ. Δημιούργησαν έτσι τα γνωστά σοβαρά προβλήματα με την Eurostat. Από το 2004, το σύνολο των πληρωμών γίνεται αποκλειστικά και μόνο από τις πιστώσεις που είναι εγγεγραμμένες στον Προϋπολογισμό του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Με απλά λόγια, καταργήθηκαν τα διπλά βιβλία και έκλεισαν τα κρυφά συρτάρια.
  • Τρίτον: Πράγματι -όπως επισημαίνεται και στην ερώτηση- οι αμυντικές δαπάνες κατά την περίοδο 1999-2003 ξεπερνούσαν το 4% του ΑΕΠ. Δεν είναι όμως στο ίδιο ποσοστό σήμερα. Από το 2004 και μετά, οι αμυντικές δαπάνες έχουν μειωθεί κάτω από το 3% του ΑΕΠ, ενώ οι εξοπλιστικές είναι κατά μέσο όρο κάτω από το 1% του ΑΕΠ.
  • Τέταρτον: Στον Προϋπολογισμό για το 2009 -και φαίνεται ξεκάθαρα στο Προσχέδιο- οι δαπάνες για το υπουργείο Εθνικής Άμυνας αυξάνονται μόνο κατά 4,2%.Και αυτή είναι η χαμηλότερη αύξηση που δίνεται σε σχέση με όλα τα άλλα υπουργεία. Σημειώνω ότι η αύξηση αυτή σ’ ένα μεγάλο βαθμό οφείλεται στον αυξανόμενο αριθμό των επαγγελματιών οπλιτών και το θεσμό των Εφέδρων Υψηλής Ετοιμότητας, που ενισχύει τα ακριτικά νησιά και δυναμώνει το αίσθημα ασφάλειας των κατοίκων τους.
  • Οφείλεται στην αναμόρφωση του βασικού μισθού για τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης όλου του ανθρώπινου δυναμικού τους.
  • Οφείλεται στη δημιουργία υποδομών και τη διασφάλιση του αξιόμαχου των Ενόπλων Δυνάμεων.
  • Πέμπτον: Οι δαπάνες για εξοπλιστικά προγράμματα στον Προϋπολογισμό για το 2009 όχι μόνο δεν αυξάνονται, αλλά μειώνονται κατά 15%. Αυτή είναι η αλήθεια, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι. Και η αλήθεια αυτή σημαίνει ότι το αίτημα που περιέχεται στην ερώτηση παραβιάζει «ανοιχτές πόρτες»! Γίνεται ήδη πραγματικότητα.

Το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο:  Οι δαπάνες για την εθνική άμυνα μεταβλήθηκαν ριζικά: Ποσοτικά και ποιοτικά. Η πολιτική μας διασφαλίζει ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις με μεγάλη αποτρεπτική ισχύ, με αδιαμφισβήτητο κοινωνικό έργο,  με διαφάνεια στις προμήθειες, με απόλυτο σεβασμό στα χρήματα του Έλληνα φορολογούμενου. Με μια φράση: Αποδεδειγμένα -στα έργα και όχι στα λόγια- μειώνουμε τις αμυντικές δαπάνες και εξασφαλίζουμε ολοένα και περισσότερους πόρους για την κοινωνική αποστολή του κράτους.

 

ΔΕΥΤΕΡΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Να ξεκινήσω με μια βασική παραδοχή: Όλες οι Ελληνίδες και όλοι οι Έλληνες θέλουμε την πατρίδα μας παράγοντα σταθερότητας και ανάπτυξης για ολόκληρη την περιοχή.  Θέλουμε την πατρίδα μας ασφαλή και περήφανη. Η Κυβέρνηση, υπερασπιζόμενη στο ακέραιο τα εθνικά μας συμφέροντα, μετουσιώνει τη βούληση των Ελλήνων σε πολιτική ειρήνης και συνεργασίας με όλους τους γείτονές μας. Η πολιτική ωστόσο αυτή –και θέλω να το υπογραμμίσω αυτό- απαιτεί ισχυρή αποτρεπτική δύναμη. Αυτή είναι η πραγματικότητα.  Απαιτεί κόστος που εξαρτάται, όπως για κάθε χώρα, από το γεωστρατηγικό της περιβάλλον. Θυμίζω λοιπόν σε όσους προσποιούνται άγνοια ότι γειτονικές μας χώρες διατηρούν ποσοστά αμυντικών δαπανών, που φτάνουν σχεδόν το 5% του ΑΕΠ. Και αυτό δεν μπορεί να παραγνωρίζεται! Δεν είναι επιλογή μας η αντιπαράθεση. Δεν είναι επιλογή μας η εμπλοκή σε αναγνωρίσεις και αναχαιτίσεις αεροσκαφών. Αλλά δεν πρόκειται να εγκαταλείψουμε την οφειλόμενη επαγρύπνηση απέναντι σε πρακτικές μέσα από τις οποίες επιχειρείται αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων και αποκλειστικών δικαιοδοσιών της πατρίδας μας. Να είναι σαφές αυτό. Στο ζήτημα αυτό, δεύτερη σκέψη δε χωρά. Λαϊκισμοί σε τέτοιας καίριας σημασίας ζητήματα δεν νοούνται.

Θέλω να βάλω και μια παράμετρο ακόμα: Υπάρχει το ζήτημα της συμμετοχής της Ελλάδας σε διεθνείς στρατιωτικές αποστολές. Και αναφέρομαι εδώ για παράδειγμα στην συμμετοχή μας στην αποστολή για τη Σομαλία.

Πρώτον, η συμμετοχή της Ελλάδας βασίζεται σε αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών. Έχει την απόλυτη διεθνή νομιμοποίηση και γίνεται με όρους που εγγυώνται τη μέγιστη δυνατή ασφάλεια. Και

Δεύτερον, η Ελλάδα πρωτοπόρος στην παγκόσμια Ναυτιλία δεν μπορεί να απουσιάζει από διεθνείς αποστολές απέναντι στους διογκούμενους κινδύνους της πειρατείας.

Είμαστε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, οι πρώτοι που θέλουμε μείωση των αμυντικών δαπανών. Αλλά μείωση όχι σε βάρος της ασφάλειας. Όχι σε βάρος της ίδιας της ειρήνης. Το αποδεικνύουμε στην πράξη. Επαναλαμβάνω εν συντομία:

  • Πρώτον: Επιλέξαμε τη διαφάνεια, απέναντι στις κρυφές εγγραφές και τα διπλά βιβλία της περιόδου ΠΑΣΟΚ.
  • Δεύτερον: Έχουμε ήδη μειώσει τις αμυντικές δαπάνες σε ποσοστό κάτω από το 3% του ΑΕΠ, θωρακίζοντας ωστόσο στον πιο υψηλό βαθμό το αξιόμαχο των Ενόπλων Δυνάμεών μας.
  • Τρίτον: Το υπουργείο Άμυνας έχει για το 2009 τη χαμηλότερη αύξηση δαπανών σε σχέση με όλα τα άλλα υπουργεία. Και
  • Τέταρτον: Οι εξοπλιστικές δαπάνες για το 2009 μειώνονται κατά 15% σε σχέση με τις φετινές.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Εργαστήκαμε και εργαζόμαστε με βαθύ αίσθημα πολιτικής και κοινωνικής ευθύνης για την ασφάλεια, την ανάπτυξη, τη συλλογική πρόοδο. Κι αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο στη σημερινή κρίσιμη οικονομική συγκυρία. Συγκυρία με πολλά ανοιχτά μέτωπα σε διεθνές επίπεδο. Συγκυρία που απαιτεί κρίσιμες μάχες τόσο στο εξωτερικό, όσο και στο εσωτερικό. Ιδίως μάλιστα για τη στήριξη της πραγματικής οικονομίας, την προστασία της εργασίας, την ενίσχυση των οικονομικά ασθενέστερων. Σ’ αυτό το φορτισμένο περιβάλλον, κάποιοι εμφανίζονται με «πακέτα» υποσχέσεων, ακοστολόγητα και ανεφάρμοστα. Κάποιοι προσποιούνται ότι παρέχουν «υπηρεσίες υποδείξεων» και επιδίδονται σε ευχολόγια. Κάποιοι δηλώνουν ότι έχουν μαγικές λύσεις και ότι τάχα δεν μπορεί να τις βρει η Κυβέρνηση. Είναι πρωτίστως (αλλ’ όχι μόνον) εκείνοι που ισχυρίζονταν ότι «η οικονομική κρίση τάχα δεν είναι τίποτε άλλο, παρά μόνο ένα άλλοθι της Κυβέρνησης». Είναι εκείνοι που δεν νοιάζονται για λύσεις, αλλά μόνο για τις εντυπώσεις της στιγμής. Είναι οι διαχρονικοί δημαγωγοί, οι εκφραστές της αντίδρασης και της καθήλωσης.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Δεν πρόκειται να παρασυρθούμε. Δεν πρόκειται να λυγίσουμε. Δεν πρόκειται να ακολουθήσουμε πρακτικές ανέξοδου και κοινωνικά ανώφελου λαϊκισμού. Δεν παίζουμε ούτε σε βάρος του τόπου, ούτε σε βάρος των πολιτών. Έχουμε ξεκάθαρη αντίληψη των αδυναμιών, αλλά και των δυνατοτήτων της Οικονομίας μας. Καταλαβαίνουμε πολύ καλά τους συμπολίτες μας που δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα. Καταλαβαίνουμε τους μικρούς και μεσαίους επιχειρηματίες που αισθάνονται πιο έντονη την πίεση του διεθνούς περιβάλλοντος. Καταλαβαίνουμε τον άνεργο, αλλά και τον πολίτη που φοβάται για τη δουλειά του.

Μπροστά στην κρισιμότητα της οικονομικής συγκυρίας, ρόλος της Κυβέρνησης δεν είναι να επιδίδεται στην καλλιέργεια εφήμερων εντυπώσεων. Ρόλος της Κυβέρνησης είναι να αποφασίζει με σύνεση, συνυπολογίζοντας όλες τις παραμέτρους, συνυπολογίζοντας όλα τα ενδεχόμενα. Ρόλος της Κυβέρνησης είναι να διασφαλίζει τα συμφέροντα της χώρας και των πολιτών με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Αυτό είπαμε και αυτό κάνουμε. Η Κυβέρνηση προχωρά με ρεαλιστικό σχέδιο, με ισχυρή βούληση, με πραγματική κοινωνική ευαισθησία. Διανύει μαζί με τους πολίτες, βήμα-βήμα, τη δύσκολη αυτή περίοδο κρατώντας όμως σταθερά, γερά το τιμόνι της πορείας του τόπου. Προχωρούμε με υπευθυνότητα. Κυρίως, προχωρούμε με έναν τρόπο που εγγυάται το μέγιστο δυνατό αποτέλεσμα χωρίς όμως να υποθηκεύεται το αύριο.