ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ

Αθήνα, 8 Νοεμβρίου 2004

ΟΜΙΛΙΑ

ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ

ΣΤΗΝ ΠΡΟ ΗΜΕΡΗΣΙΑΣ ΔΙΑΤΑΞΕΩΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ

Είμαστε εδώ, προκειμένου να συζητήσουμε ένα θέμα εθνικής σπουδαιότητας, που αφορά άμεσα κάθε ελληνική οικογένεια, ολόκληρη την κοινωνία, το μέλλον μας κα το μέλλον των παιδιών μας: Να συζητήσουμε για την κατάσταση στο χώρο της Παιδείας και να δρομολογήσουμε έναν εθνικό διάλογο για τη σύνθεση των απόψεων. Είναι βαθιά μου πεποίθηση ότι στα εθνικά θέματα, όπως στα θέματα εξωτερικής πολιτικής και στην Παιδεία χρειάζεται εθνική συνεννόηση. Και αυτό απαιτείται και στο θέμα που προέκυψε τις τελευταίες ημέρες στην επικαιρότητα για την FYROM.

Θέλω να πιστεύω ότι όλες οι πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις του Τόπου αντιμετωπίζουμε με ψυχραιμία, υπευθυνότητα και σοβαρότητα την κατάσταση ώστε να επιτύχουμε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Ήδη έχω τοποθετηθεί για το θέμα. Η Βουλή θα έχει την ευκαιρία να ασχοληθεί διεξοδικότερα στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων και Άμυνας, μεθαύριο Τετάρτη, την οποία θα ενημερώσει ο ΥΠΕΞ. Επιπλέον, την Πέμπτη πρόκειται ο ΥΠΕΞ να έχει χωριστές συναντήσεις με όλους τους πολιτικούς αρχηγούς προκειμένου να τους ενημερώσει, αλλά και να ακούσει τις απόψεις τους. Και βεβαίως σε κάθε βήμα θα υπάρχει και ενημέρωση και διάλογος όπως ακριβώς κάναμε και στον χειρισμό του Κυπριακού. Αυτό επιβάλλει το εθνικό συμφέρον. Αυτή είναι η πολιτική φιλοσοφία μας: Υπεύθυνη ενημέρωση, ειλικρινής συζήτηση, αποτελεσματική πολιτική.

Ζούμε σε μια εποχή ραγδαίων εξελίξεων. Στην εποχή της ταχύτητας, της Γνώσης, της Τεχνολογικής Επανάστασης, της Κοινωνίας της Πληροφορίας, της Νέας Οικονομίας, των Λεωφόρων του Κυβερνοχώρου. Οι εξελίξεις στο πεδίο των επικοινωνιών και της πληροφορικής επηρεάζουν όλο και περισσότερο τις οικονομικές και τις κοινωνικές δομές. Η ταχύτητα στην παραγωγή νέων δεδομένων, επηρεάζει και -σε μεγάλο βαθμό-  κινεί τα εκπαιδευτικά συστήματα, σ’ ολόκληρο τον Κόσμο. Η επανάσταση της τεχνολογίας και οι αναδιαρθρώσεις που συντελούνται, στην Οικονομία και την αγορά εργασίας, μεταμορφώνουν, με καταλυτικό τρόπο, τις απαιτήσεις για κατάρτιση, εκπαίδευση, Παιδεία.  Η επένδυση στις νέες τεχνολογίες,  είναι, πλέον, βασική προϋπόθεση για την ανάπτυξη και τη δημιουργία νέων, σταθερών και καλύτερα αμειβόμενων θέσεων εργασίας.  Είναι πρωταρχικός όρος για την αντιμετώπιση του πιο μεγάλου κοινωνικού προβλήματος στον Τόπο μας, του προβλήματος της ανεργίας.

Ζούμε σε μια εποχή στην οποία καλούμαστε να απαντήσουμε σε βασικά αιτήματα που μας παρέδωσε η περίοδος που έκλεισε, αλλά και σε νέες (αυξημένες) απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας. Μια εποχή που, αφενός διψά για Πολιτισμό (για αρχές και αξίες) και, αφετέρου απαιτεί να κατακτήσουμε τις νέες τεχνολογίες. Μια εποχή στην οποία η Παιδεία και ο Πολιτισμός αποτελούν την πιο δυναμική ατμομηχανή για την ανάπτυξη, τον πιο αποτελεσματικό μοχλό για δίκαιη αναδιανομή του εισοδήματος,  το πιο ισχυρό εφόδιο για κάθε πολίτη, κυρίως κάθε νέα και νέο. Μια Εποχή, την οποία θα κερδίσουν οι λαοί που επενδύουν πρωτίστως στο ανθρώπινο κεφάλαιο, στις νέες τεχνολογίες και την πληροφορική, την Παιδεία και τον Πολιτισμό.

Σ’ αυτές τις γενικές διαπιστώσεις συμφωνούμε πιστεύω όλοι σ’ αυτή την αίθουσα. Πέρα όμως από αυτά, έχω την πεποίθηση ότι συμφωνούμε σε πολύ περισσότερα. Άκουσα πολλές φορές τον Αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης να διατυπώνει, στα θέματα της Παιδείας, θέσεις που βρίσκονται δίπλα ή ταυτίζονται με τις δικές μας. Όπως, επίσης, άκουσα τις ηγεσίες του Κομμουνιστικού Κόμματος και του Συνασπισμού να προβάλλουν, στους αγώνες τους για την Παιδεία, προτάσεις ευρείας αποδοχής. Πιστεύω, λοιπόν, ότι οι πολιτικές δυνάμεις μπορούμε σήμερα να συμφωνήσουμε σε βασικές αρχές, σε κοινούς άξονες, σε νέες πολιτικές, αλλά και σε συγκεκριμένες αποφάσεις άμεσης εφαρμογής. Οι πολιτικές δυνάμεις καλούμαστε, σήμερα, να κάνουμε μια επιλογή:

  • Από τη μια πλευρά, έχουμε την πρακτική της απουσίας διαλόγου, της δυσπιστίας, της στείρας κομματικής αντιπαράθεσης.
  • Από την άλλη, έχουμε το δρόμο του εθνικού διαλόγου. Το δρόμο της πλατειάς και ουσιαστικής συστράτευσης, που μπορεί να δώσει στη Χώρα μας ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα, μακράς πνοής. Πιστεύω ότι το οφείλουμε στα παιδιά μας και στις νεότερες γενιές.

Η Εκπαιδευτική πολιτική αποδίδει μόνον σε βάθος χρόνου. Αποδίδει όταν υπάρχει ένα σύστημα σταθερό στο χρόνο, ανοικτό στο μέλλον, αποδεκτό από όλους. Αυτό είναι σήμερα το ζητούμενο.  Αυτό απαιτεί η κοινωνία.  Από όλους μας. Από το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων:

  • Να χαράξουμε μια πολιτική Παιδείας, που θα χαρακτηρίζεται από συνέχεια, συνέπεια και όραμα.
  • Να διαμορφώσουμε ένα σύστημα εκπαίδευσης, που θα έχει διάρκεια και σταθερότητα, αλλά και ευελιξία προσαρμογής στην ταχύτατα αναπτυσσόμενη Γνώση.
  • Να χτίσουμε δηλαδή σήμερα, το σχολείο του μέλλοντος.
  • Να μετατρέψουμε την Πατρίδα μας σε κέντρο Παιδείας και Πολιτισμού, για ολόκληρη την ευρύτερη περιοχή μας. Αυτός είναι ο λόγος, αυτός είναι ο σκοπός, που ζήτησα τη σημερινή προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση: Μια δημιουργική σύνθεση απόψεων όλων των πολιτικών δυνάμεων για την Παιδεία και τα παιδιά μας, για το μέλλον της Πατρίδας μας, για την κοινωνία που όλοι οραματιζόμαστε. Την κοινωνία της συνοχής, της συμμετοχής και της δικαιοσύνης. Την κοινωνία των ευκαιριών.

Δεν πρόκειται να επεκταθώ σε αναφορές στο παρελθόν. Ούτε σε αναζητήσεις ευθυνών και υπευθύνων. Δεν είναι αυτός ο σκοπός της σημερινής συζήτησης. Εκείνο που προέχει τώρα είναι

  • Να εντοπίσουμε τις αδυναμίες, τα προβλήματα, τις παθογένειες, που εξακολουθούν να καθηλώνουν το εκπαιδευτικό σύστημα της Χώρας μας.
  • Να αξιολογήσουμε τις ανάγκες του σήμερα και του αύριο.
  • Να δούμε καθαρά από πού ξεκινούμε και πού θέλουμε να πάμε.

Σίγουρα το εκπαιδευτικό σύστημα για την Ελλάδα του 2010

  • Δεν μπορεί να είναι ένα σύστημα στατικό, ξεπερασμένο από τη διαρκή παραγωγή νέων γνωστικών δεδομένων.
  • Δεν μπορεί να είναι ένα σύστημα απομονωμένο από όσα συμβαίνουν στο διεθνή χώρο, και ειδικότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
  • Δεν μπορεί να είναι άδικο σε σχέση με τις ευκαιρίες που προσφέρει.
  • Δεν μπορεί να παραμένει αδιάφορο στην κοινή διαπίστωση ότι παράγει άνεργους πτυχιούχους. Το σχολείο του μέλλοντος πρέπει να είναι:
  • Μια ανοιχτή διαδρομή μόρφωσης του ανθρώπου.
  • Μια διαρκής πορεία στο συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον γνώσεων και πληροφοριών.
  • Μια διαδικασία που παρέχει τα εφόδια για την πρόοδο και την εξέλιξη σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Αν δεν το κάνουμε αυτό, αν μείνουμε πίσω, είναι βέβαιο πως θα βρεθούμε σε έναν ιδιότυπο γνωστικό δεύτερο ή και τρίτο κόσμο χωρών, νεόπτωχων στην γνώση και την τεχνολογία. Και αυτό δεν έχουμε το δικαίωμα να το αφήσουμε να συμβεί.

Ξεκινούμε από τα θετικά του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Κρατούμε ό,τι θετικό έχει δημιουργηθεί στα χρόνια που πέρασαν. Το αναγνωρίζουμε, το συμπληρώνουμε, το βελτιώνουμε. Ταυτόχρονα, εντοπίζουμε τις ενότητες των βασικών προβλημάτων και προωθούμε τις λύσεις που απαιτούνται. Οι αλήθειες είναι σε όλους γνωστές. Επισημαίνω τις πιο βασικές:

1ον: Η δήθεν δωρεάν Παιδεία κατάντησε σήμερα το πιο βαρύ οικονομικό φορτίο για κάθε ελληνική οικογένεια και ακόμη περισσότερο για τις οικονομικά ασθενέστερες. Κοστίζει σχεδόν 4,5 χιλ. ευρώ το χρόνο,  για κάθε παιδί στο Λύκειο. Είμαστε στις τελευταίες θέσεις των παλαιότερων μελών της Ε.Ε., αλλά και των χωρών του ΟΟΣΑ σ’ ό,τι αφορά τις δημόσιες δαπάνες για την Παιδεία και την έρευνα.

2ον: Έχουμε ένα από τα υψηλότερα μορφωτικά επίπεδα στην Ε.Ε. (αφού το 81,7% των νέων ηλικίας 20 – 24 χρονών είναι απόφοιτοι Λυκείου έναντι κοινοτικού μέσου όρου 73,8%). Ταυτόχρονα όμως, έχουμε ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης (58% έναντι 65,5% του κοινοτικού μέσου όρου). Και αυτό είναι αντιφατικό. Επισημαίνει (πέρα από προβλήματα της Οικονομίας) σημαντικές αδυναμίες στο χώρο της Παιδείας.

  • Το παραγόμενο έργο στα σχολεία μας(αξιολογούμενο σε διεθνές επίπεδο από τον ΟΟΣΑ) χαρακτηρίζεται ελλειμματικό.
  • Είμαστε ουραγοί, τόσο στο ποσοστό χρηστών του Διαδικτύου, όσο και στην ευρεσιτεχνία.
  • Επενδύουμε ελάχιστα στην έρευνα. Ενώ ο στόχος της Λισσαβόνας θέλει το 3% του ΑΕΠ (των δημόσιων και ιδιωτικών δαπανών) να κατευθύνεται στην έρευνα, εμείς παραμένουμε, σταθερά, στην τελευταία θέση των ‘’15’’, με 0,6%.

Δεν έχουμε την αναγκαία σύνδεση της εκπαίδευσης με την παραγωγική διαδικασία και την αγορά εργασίας. Δεν έχουμε την εκπαίδευση που απαιτούν οι παγκόσμιες ανταγωνιστικές συνθήκες, η Οικονομία της Γνώσης, η Κοινωνία της Πληροφορίας, ο νέος αιώνας. Παραμένουμε μακριά από το σχολείο του μέλλοντος. Από το σχολείο, δηλαδή, που υιοθετεί τη σύγχρονη παιδαγωγική και διδάσκει στα παιδιά,  όχι τί να αποστηθίζουν, αλλά πώς να μαθαίνουν και πώς να δημιουργούν. Είμαστε μακριά από το σχολείο, που αξιοποιεί τις νέες τεχνολογίες, υποκαθιστώντας το μαυροπίνακα και την κιμωλία με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, το CD, τη δισκέτα, το διαδίκτυο. Αποτέλεσμα; Εξακολουθούμε να παράγουμε (και μάλιστα μαζικά) άνεργους πτυχιούχους. Εξακολουθούμε να υποθάλπουμε τη δομική ανεργία.

3ον: Έως τα 15 χρόνια τους (μέχρι το τέλος του Γυμνασίου, δηλαδή) τα παιδιά μας παρακολουθούν 1034 ώρες υποχρεωτικής διδασκαλίας, έναντι 873 ωρών (κατά μέσο όρο) στις χώρες του ΟΟΣΑ. Αυτό εξηγεί και τον συγκριτικά μεγάλο αριθμό δασκάλων και καθηγητών. Παράλληλα, υπολογίζεται ότι ένας καθηγητής Γυμνασίου ή Λυκείου στην Ελλάδα διδάσκει κατά μέσο όρο 629 ώρες, έναντι 674 ωρών του μέσου όρου των χωρών του ΟΟΣΑ. Συνοπτικά: Τα παιδιά μας παρακολουθούν περισσότερες ώρες διδασκαλίας, ενώ οι εκπαιδευτικοί διδάσκουν λιγότερες. Οι μαθητές φορτώνονται καθημερινά με ύλη που δεν μπορούν να αφομοιώσουν. Αληθές, όμως, είναι και το γεγονός ότι οι εκπαιδευτικοί μας έχουν μισθούς χαμηλότερους, σε σχέση με τους συναδέλφους τους, στις άλλες χώρες της Ε.Ε.

4ον: Το ελληνικό σχολείο λειτουργεί υπερσυγκεντρωτικά, αφού μόνον το 13% των αποφάσεων λαμβάνεται από αυτό, και μόνον το 7% από την Αυτοδιοίκηση. Είναι προφανώς αυτό που κάνει τον Αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης (και το λεω παρόλο που δεν μου αρέσει ο όρος) να υποστηρίζει ότι το εκπαιδευτικό σύστημα στην Πατρίδα μας ‘’με τον τρόπο που λειτουργεί,  θυμίζει πολλές φορές το σοβιετικό σύστημα’’.

5ον: Το σύστημα εισαγωγής στα ΑΕΙ και τα ΤΕΙ, παρά την αξιοπιστία που απέκτησε, εγείρει σημαντικά ζητήματα.  Αναφέρομαι στο γεγονός ότι η πίεση του εξεταστικού συστήματος αφαίρεσε από το Λύκειο κάθε παιδευτική αυτονομία και το έχει μετατρέψει σε είδος εξεταστικού φροντιστηρίου, που αυξάνει το άγχος των μαθητών και αποθεώνει την παραπαιδεία. Αναφέρομαι στην επισήμανση ότι ικανοί μαθητές (ακόμη και αριστούχοι)μπορεί να αποτυγχάνουν στον κλάδο που προτιμούν και να καταφεύγουν στο εξωτερικό. Αναφέρομαι στη διαπίστωση ότι απόφοιτοι Λυκείου με βαθμούς κάτω από τη βάση (βαθμούς που δεν θα επέτρεπαν την προαγωγή τους) εισάγονται τελικά στα Πανεπιστήμια της Χώρας. Όλα αυτά δεν μπορεί να συνεχίζονται. Και δεν θα συνεχιστούν.

6ον: Αυτός ο Τόπος, ο Τόπος που γέννησε και διέδωσε σ΄ ολόκληρο τον Κόσμο την έννοια της Παιδείας και του Πολιτισμού, στέλνει σήμερα, αλλού τα παιδιά του για σπουδές. Περηφανευόμαστε για τον Πολιτισμό μας, αλλά κατέχουμε, κατ’ αναλογία του πληθυσμού, το παγκόσμιο ρεκόρ στην εξαγωγή φοιτητών(με περίπου 63 χιλ. φοιτητές) στα πανεπιστήμια του εξωτερικού. Μας πνίγει η ανεργία, αλλά χρηματοδοτούμε με το φοιτητικό συνάλλαγμά μας (με περίπου 880 εκ. ευρώ το χρόνο)τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης στο εξωτερικό. Αναγνωρίζουμε μη κρατικά πανεπιστήμια που λειτουργούν ακόμα και στα Βαλκάνια, αλλά δεν επιτρέπουμε την ίδρυσή τους στη Χώρα μας.

7ον: Η Ελλάδα, υπογράφοντας (το 1999 και επαναβεβαιώνοντας το 2001 και το 2003)τη διακήρυξη της Μπολόνια, έχει αναλάβει απέναντι στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σημαντικές δεσμεύσεις σε πέντε θεματικές ενότητες, με χρονικό όριο τον ερχόμενο Μάιο.

  • Σ’ ό,τι αφορά στην πρώτη ενότητα (τη διασφάλιση της ποιότητας της εκπαίδευσης) οι ελληνικές υποχρεώσεις αφορούν κυρίως θέματα αξιολόγησης της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, πιστοποίησης των πανεπιστημιακών προγραμμάτων και συμμετοχής των ιδρυμάτων σε δίκτυα διευρωπαϊκών προσεγγίσεων. Επείγει η θεσμοθέτηση εθνικού φορέα αξιολόγησης της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης.
  • Σ’ ό,τι αφορά στη δεύτερη θεματική ενότητα, η Ευρωπαϊκή δέσμευση συνίσταται στην εφαρμογή από το 2005 δύο κύκλων σπουδών, από τους οποίους ο πρώτος να είναι προπτυχιακός, (με τουλάχιστον τριετή διάρκεια) και ο δεύτερος μεταπτυχιακός (με διετή διάρκεια). Προϋπόθεση για την εφαρμογή της δέσμευσης αυτής είναι η νομοθετική ρύθμιση και η αναδιάρθρωση των σπουδών.
  • Σ’ ό,τι αφορά στην τρίτη θεματική ενότητα, η Ελλάδα δεσμεύτηκε αφενός για την εφαρμογή, από το 2005, του Ευρωπαϊκού Συστήματος Μεταφοράς Ακαδημαϊκών Μονάδων (ECTS) και αφετέρου για την έκδοση από τα ιδρύματα συμπληρώματος του διπλώματος (Diploma Supplement).
  • Η τέταρτη θεματική ενότητα αφορά την κινητικότητα και την αναγνώριση πτυχίων. Και
  • Η πέμπτη, τα κοινά διευρωπαϊκά – διαπανεπιστημιακά προγράμματα σπουδών, για τα οποία έχει γίνει πρόσφατα νομοθετική ρύθμιση.

Αυτές είναι μόνον μερικές από τις αλήθειες που καλούμαστε να δούμε και να αντιμετωπίσουμε. Οι εκκρεμότητες, οι ανάγκες, τα αιτήματα της εποχής και της κοινωνίας σχετικά με την Παιδεία είναι πολλά.   Ως Κυβέρνηση έχουμε πλήρη ευθύνη για όλα και δεν ζητούμε (δεν δικαιούμαστε και δεν θέλουμε) να μεταθέσουμε, πουθενά αλλού, τις υποχρεώσεις μας.

  • Ξεκινήσαμε (όπως ακριβώς είχαμε δεσμευτεί) από την κατάργηση των εξετάσεων στη Β΄ Λυκείου και τον περιορισμό των πανελλαδικά εξεταζόμενων μαθημάτων της Γ΄ Λυκείου από τα εννιά, στα έξι.
  • Προχωρήσαμε στην επίλυση σοβαρών εκκρεμοτήτων.
  • Προετοιμάσαμε τα νομοσχέδια για τα αμέσως επόμενα βήματα.
  • Προγραμματίσαμε σημαντικές αυξήσεις πόρων για την Παιδεία και τις υποδομές που έχει ανάγκη. Υπογραμμίζω ότι στο νέο προϋπολογισμό οι μεγαλύτερες απόλυτες αυξήσεις κρατικών δαπανών δίνονται στην Απασχόληση και την Παιδεία. Επιπλέον, όμως! Δαπάνες που ξεπερνούν το 10% του συνολικού Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων αφορούν (και αυτές) στην Παιδεία. Παράλληλα, η Παιδεία ενισχύεται με δεσμεύσεις δαπανών σχεδόν 65 εκ. ευρώ από το επιχειρησιακό πρόγραμμα ‘’Κοινωνία της Πληροφορίας’’ για προηγμένες τηλεματικές υπηρεσίες, επιμόρφωση εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων, εξοπλισμό και δικτύωση νέων σχολικών εργαστηρίων υπολογιστών. Επισημαίνω ότι, ήδη, έχει προγραμματιστεί (και ξεκινά τις αμέσως επόμενες ημέρες) ο εξοπλισμός νηπιαγωγείων, δημοτικών, Γυμνασίων και Λυκείων με Η/Υ. Παράλληλα, ενισχύουμε τις επενδύσεις στις νέες τεχνολογίες και την έρευνα. Ενθαρρύνουμε τη συνεργασία των ΑΕΙ με τα Ερευνητικά Κέντρα και τις επιχειρήσεις.  Ιδρύουμε Εθνική Επιτροπή Έρευνας και Τεχνολογίας για τη χάραξη ολοκληρωμένης πολιτικής στη λεωφόρο της γνώσης. Τα Υπουργεία Ανάπτυξης και Παιδείας βρίσκονται σε στενή συνεργασία για το σκοπό αυτό. Θέλω, ωστόσο, να επαναλάβω και τη δέσμευση σταδιακής αύξησης των κρατικών δαπανών για την Παιδεία στο 5%,  μέσα στην τετραετία.

Πρωταρχικής σημασίας για την Παιδεία είναι τα ζητήματα που απαιτούν μακρόπνοο σχεδιασμό. Τα ζητήματα που αφορούν σε διαδικασίες, λειτουργίες και δομές, οι οποίες δεν μπορεί να αλλάζουν, ούτε από υπουργό σε υπουργό, ούτε από Κυβέρνηση σε Κυβέρνηση. Γνώμονας της πολιτικής μας είναι η ανταπόκριση του συστήματος στις εκπαιδευτικές ανάγκες της Χώρας και του πολίτη με ορίζοντα εικοσαετίας. Οι στρατηγικές κατευθύνσεις μας (εναρμονισμένες με τις ευρωπαϊκές αρχές) συνοψίζονται στο τρίπτυχο: ποιοτική εκπαίδευση, προσβάσιμη από όλους, ανοικτή στην κοινωνία.

Ειδικότερα:

  • Για τη σχολική εκπαίδευση επιδιώκουμε:
  • Αναλυτικά προγράμματα σπουδών, που ενσωματώνουν νέες γνώσεις, ικανότητες, δεξιότητες, αλλά και αξίες, ως απάντηση στο ερώτημα για την κοινωνία που επιδιώκουμε.
  • Εκπαιδευτικό υλικό που δίνει έμφαση στην ηλεκτρονική εκπαίδευση και βιβλία ελκυστικά και χρηστικά.
  • Παιδαγωγικές πρακτικές, με έμφαση στην άμεση εμπειρία.
  • Σύνδεση εκπαιδευτικών μονάδων με τον κόσμο της εργασίας.
  • Λειτουργική διασύνδεση όλων των τομέων και βαθμίδων εκπαίδευσης και κατάρτισης.
  • Επαγγελματική καταξίωση των εκπαιδευτικών και νέα κουλτούρα, με υπέρβαση της δημοσιοϋπαλληλικής νοοτροπίας.
  • Βασικός στόχος μας για τη σχολική εκπαίδευση είναι η μείωση της διαρροής μαθητών, που να μπορεί να επιτευχθεί όταν το σχολείο γίνεται ελκυστικότερο.
  • Βασική παράμετρος της προσπάθειάς μας είναι η ποιότητα του εκπαιδευτικού έργου σε όλες τις πτυχές και όλες τις διαδικασίες του.
  • Σε ό,τι αφορά στην επαγγελματική κατάρτιση:

Πιστεύουμε ότι ο τομέας αυτός αποκτά πλέον όλα τα χαρακτηριστικά της δια βίου κατάρτισης και απαιτεί ευέλικτα προγράμματα.  Δίνουμε άμεση προτεραιότητα στον εκσυγχρονισμό των δομών και των προγραμμάτων σπουδών, ώστε να αντανακλούν τις ανάγκες της παραγωγικής διαδικασίας και της αγοράς εργασίας, όχι μόνο στο παρόν, αλλά και στο μέλλον. Δίνουμε ιδιαίτερη έμφαση

  • Στην αξιοποίηση της ηλεκτρονικής τεχνολογίας στη μάθηση.
  • Στη δημιουργία όρων και προϋποθέσεων που να ευνοούν τη μάθηση σε χώρους εργασίας (μαθητεία-εξειδίκευση, δίαυλοι ανάμεσα σε επιχειρήσεις και φορείς κατάρτισης).
  • Στη δημιουργία νέων δεσμών ανάμεσα στην επαγγελματική κατάρτιση, τη γενική εκπαίδευση και την Ανώτατη Εκπαίδευση.
  • Σε στοχευμένες πολιτικές κατάρτισης για τις μειονεκτούσες ομάδες του πληθυσμού με σκοπό την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού.
  • Στη μέτρηση και την αξιολόγηση των επιδόσεων μονάδων και συστημάτων κατάρτισης σε όλες τις πτυχές τους.
  • Σε ό,τι αφορά στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, πρώτο στην ατζέντα τίθεται το ζήτημα της ποιότητας. Κατευθυντήριες γραμμές μας είναι:
  • Η συνάρτηση των σπουδών με τις ανάγκες των ευρωπαϊκών κοινωνιών και οικονομιών.
  • Η αναγνώριση σπουδών και προσόντων σε πλαίσιο διαφάνειας και εμπιστοσύνης.
  • Η διασύνδεση με κέντρα έρευνας και δυναμικές επιχειρήσεις.
  • Η ουσιαστικότερη παρουσία στην ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών.
  • Η συνεργασία ιδρυμάτων σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο και η συμμετοχή σε ευρωπαϊκά προγράμματα (κινητικότητα, ανταλλαγές φοιτητών, καθηγητών, ερευνητών).
  • Η έμφαση, όχι μόνο στη διδασκαλία, αλλά και στην έρευνα και στην παραγωγή καινοτόμων γνώσεων, που είναι βασικοί παράγοντες οικονομικού δυναμισμού.
  • Σε ό,τι αφορά στη δια βίου εκπαίδευση, βασικοί στόχοι μας είναι η ενεργός συμμετοχή όλων των πολιτών στη μάθηση, η προσωπική ολοκλήρωση, η κοινωνική ένταξη, η επαγγελματική ανέλιξη. Δίνουμε ιδιαίτερη έμφαση
  • Σε νέες κατηγορίες ικανοτήτων. Ιδίως μάλιστα στην τεχνολογία, την ψηφιακή παιδεία, την επιχειρηματικότητα, τις ξένες γλώσσες, τις κοινωνικές δεξιότητες.
  • Στη συνεργασία με όλους τους φορείς εκπαίδευσης και κατάρτισης.
  • Στη θέσπιση καινοτόμων παιδαγωγικών μεθόδων και τη μετατόπιση της έμφασης από τις γνώσεις στις ικανότητες, και από τη διδασκαλία στη μάθηση.

Αντιλαμβάνομαι ότι ίσως να μη συμφωνούμε όλοι σε όλα. Πιστεύω όμως, ότι μπορούμε σήμερα να ξεκινήσουμε ένα νέο εθνικό διάλογο για την Παιδεία. Μπορούμε να συνθέσουμε γόνιμα τις όποιες διαφορετικές απόψεις και να καταλήξουμε σε κοινές θέσεις, για τα πιο πολλά και ίσως για τα πιο σοβαρά από αυτά. Η Παιδεία απαιτεί διαρκή δημόσιο διάλογο, όπως αρμόζει σε μια Χώρα, στην πρώτη γραμμή της Ευρώπης. Σε κάθε περίπτωση, ο διάλογος αποτελεί θετικό στοιχείο στον πολιτικό πολιτισμό και την αναβάθμιση της ποιότητας της Δημοκρατίας μας. Σίγουρα όμως, αυτή τη φορά (και αυτός είναι ο σκοπός μας) οφείλουμε να επιδιώξουμε κάτι παραπάνω:

  • Διάλογο για ουσιαστικές παρεμβάσεις, (αναμόρφωση, ανασχεδιασμό και μεταρρυθμίσεις) σε όλα τα επίπεδα και όλη την έκταση (τη δομή και τη λειτουργία) της ελληνικής Παιδείας.
  • Διάλογο με χρονοδιαγράμματα και αποτελεσματικές διαδικασίες.
  • Διάλογο αποτελεσμάτων.
  • Διάλογο με πρόθεση συνεννόησης, σύνθεσης, συνένωσης δυνάμεων και προσπαθειών. Κανένας δεν έχει λόγο για δογματικές εμμονές. Γι’ αυτό, θέλω να υπογραμμίσω ότι είμαστε έτοιμοι να συζητήσουμε κάθε συμπληρωματική, βελτιωτική και όποια άλλη πρόταση. Τόσο από τα πολιτικά κόμματα, όσο και από τους φορείς της εκπαιδευτικής κοινότητας. Τόσο για το περιεχόμενο των σπουδών, όσο και για τα ζητήματα των εκπαιδευτικών, που ασφαλώς είναι και πολλά και σοβαρά. Θέλουμε η Νέα Πολιτική για την Παιδεία να είναι, όχι απλά και μόνον κυβερνητική, αλλά εθνική. Η Παιδεία και ο Πολιτισμός είναι εθνικό κεφάλαιο.

Ξεκινούμε από τη θέση ότι, στο διάλογο αυτό, θέλουμε τη συμμετοχή όλων των πολιτικών δυνάμεων και εκπροσώπων από ολόκληρη την εκπαιδευτική κοινότητα. Για το σκοπό αυτό είχαμε καταθέσει (δύο φορές στο παρελθόν) πρόταση νόμου για τη σύσταση ‘’Διακομματικής Επιτροπής’’ και ‘’Ειδικής Εθνικής Επιτροπής Παιδείας’’. Λαμβάνοντας υπόψη τα νέα δεδομένα και τις διατυπωμένες θέσεις της Αντιπολίτευσης (ως πρώτο δείγμα σύνθεσης απόψεων) προτείνουμε να αξιοποιήσουμε την Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής, το Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας το οποίο θα χρησιμοποιήσουμε ως συμβουλευτικό όργανο αλλά και αλλά και ειδικούς εμπειρογνώμονες και συνεργάτες, οι οποίοι θα ορίζονται από το Εθνικό Συμβούλιο για να διεκπεραιώσουν συγκεκριμένο έργο σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

Αναλυτικότερα:

  • Θέλουμε (όπως ακριβώς είχαμε δεσμευτεί) τη συμμετοχή εκπροσώπων ολόκληρης της εκπαιδευτικής κοινότητας. Θεωρούμε επιβεβλημένη την έμπρακτη αναβάθμιση του ρόλου, αλλά και τη διασφάλιση της λειτουργικότητας και της αποτελεσματικότητας του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας. Όπως επίσης, και τη διαμόρφωση μιας ουσιαστικής διασύνδεσής του με τη Βουλή.
  • Θέλουμε (όπως ακριβώς είχαμε δεσμευτεί) να συμμετέχουν στο διάλογο αυτό όλες οι πολιτικές δυνάμεις. Για το σκοπό αυτό προτείνουμε στενή συνεργασία του Εθνικού Συμβουλίου με την Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής. Η συμμετοχή και η σύμπραξη των πολιτικών δυνάμεων μπορεί να υλοποιείται κατά τον πλέον επίσημο τρόπο στο πλαίσιο των δομών του Κοινοβουλίου. Έτσι άλλωστε, αναβαθμίζουμε στην πράξη και το ρόλο του Βουλευτή.

Σε ό,τι αφορά στις προτεραιότητες και τα χρονοδιαγράμματα, σ’ ένα μεγάλο βαθμό, υπαγορεύονται εκ των πραγμάτων: Είναι, πρώτ’ απ’ όλα τα θέματα για τα οποία έχουμε αναλάβει δεσμεύσεις απέναντι στην Ε.Ε. Για όλα αυτά, η πρώτη φάση του διαλόγου είναι ανάγκη να ολοκληρωθεί έως τους πρώτους μήνες τους 2005 έτσι ώστε, μέχρι το Μάιο (που θα γίνει η συνάντηση των υπουργών Παιδείας των χωρών που υπέγραψαν τη Διακήρυξη της Μπολόνια) να έχουμε κάνει συγκεκριμένα βήματα σε ό,τι έχει δεσμευτεί η Χώρα μας. (Ιδίως σε ό,τι αφορά την τριτοβάθμια Εκπαίδευση). Η πρώτη, λοιπόν, ενότητα αφορά την προσαρμογή του εκπαιδευτικού μας συστήματος στα δεδομένα και στις τάσσεις που αναπτύσσονται διεθνώς και ειδικότερα στις δεσμεύσεις που έχουμε αναλάβει απέναντι στην Ε.Ε.

  • Η δεύτερη ενότητα αφορά τα πολλά και μεγάλα ζητήματα που όλοι αναγνωρίζουμε. Έχουμε αναπτύξει τις θέσεις μας με υπευθυνότητα και διορατικότητα. Επιδιώκουμε εθνική συνεννόηση για όλα. Προτείνουμε να θέσουμε σε εθνική συζήτηση, τους εξής 8 άξονες:

1ον: Τη θέσπιση γενικών αρχών λειτουργίας του εκπαιδευτικού συστήματος,  ώστε να διασφαλίζεται η σταθερότητα, αλλά και ευελιξία του, η ανάπτυξη πρωτοβουλιών και αυτενέργειας,  η παιδευτική αυτονομία κάθε βαθμίδας εκπαίδευσης.

2ον: Τις αλλαγές στον προσανατολισμότων δύο πρώτων βαθμίδων (στη σχολική εκπαίδευση) και ιδίως σε ό,τι αφορά την έμφαση που πρέπει να δώσουμε στην ανθρωπιστική Παιδεία, την δημιουργική μάθηση, την εισαγωγή της πληροφορικής και των δικτύων.

3ον: Τον τρόπο με τον οποίο θα προχωρήσουμε στην επέκταση της υποχρεωτικής φοίτησης από τα εννέα (9) στα δώδεκα (12) χρόνια.

4ον: Την ουσιαστική ενίσχυση της αυτοτέλειας των Πανεπιστημίων,  την απαλλαγή τους από τη γραφειοκρατία, και την αναβάθμιση των σπουδών. Σημειώνω ότι η οικονομική αυτοτέλεια των Ιδρυμάτων δεν μπορεί παρά να έχει άμεση σχέση με την ικανοποίηση των στόχων που θα έχουν τεθεί ως βάση σε μια (ας πούμε) προγραμματική συμφωνία ανάμεσα στο Κράτος και τα Ιδρύματα.

5ον: Την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου, σε όλες τις βαθμίδες. Την αξιολόγηση μαθητών, σπουδαστών, φοιτητών και σχολικών μονάδων.

6ον: Τα ζητήματα που αφορούν τη δια βίου εκπαίδευση,  αλλά και την αξιοποίηση της ανοικτής και εξ αποστάσεως εκπαίδευσης.

7ον: Τη σύνδεση της εκπαίδευσης με κορυφαίες επιλογές στη σύγχρονη κοινωνία και τη Νέα Οικονομία. Με την προώθηση της έρευνας, την παραγωγική διαδικασία, την αγορά εργασίας, την εξασφάλιση μεγαλύτερων δυνατοτήτων για όλους.

8ον: Τον τρόπο με τον οποίο θα κάνουμε την Πατρίδα μας κέντρο Παιδείας και Πολιτισμού

για ολόκληρη τη Ν.Α. Ευρώπη και την Αν. Μεσόγειο. Υπογραμμίζω ότι, ανάμεσα στ’ άλλα, για το σκοπό αυτό έχουμε ήδη προετοιμάσει νομοσχέδιο για την ίδρυση Δημοσίου Διεθνούς Πανεπιστημίου με έδρα τη Θεσσαλονίκη, που θα δέχεται φοιτητές, κυρίως από βαλκανικές και μεσογειακές, αλλά και από κοινοτικές χώρες. Το Πανεπιστήμιο αυτό σχεδιάζεται με βάση τα υψηλότερα διεθνή πρότυπα, ώστε  να αναγνωρίζεται για την ποιότητά του ως ένα από τα σημαντικότερα στον Κόσμο. Επιδίωξή μας είναι να δοθεί ευκαιρία σε νέες και νέους άλλων (και ιδίως των γειτονικών) χωρών να επωφεληθούν από υψηλού επιπέδου εκπαιδευτικές υπηρεσίες, πολύ κοντά στη χώρα τους, γεγονός που θα δημιουργήσει στενότερους επιστημονικούς δεσμούς, αλλά και ευρύτερη συνεργασία στην περιοχή μας.

Είναι προφανές ότι παραμένει σε εκκρεμότητα και η προοπτική ίδρυσης μη κρατικών μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων στη Χώρα μας. Προοπτική που συνδέεται, πρώτον, με την ανάγκη συγκράτησης της φοιτητικής μετανάστευσης, δεύτερον, με το στόχο μας να γίνει η Ελλάδα κέντρο Παιδείας για την ευρύτερη περιοχή και τρίτον, με τις τάσεις που ήδη αναπτύσσονται στην Ε.Ε. Βεβαίως (και θέλω να το υπογραμμίσω) η εκπαιδευτική πολιτική είναι συμπληρωματική αρμοδιότητα της Ε.Ε. και οι υπουργοί Παιδείας των ‘’25’’ μπορούν να διαμορφώνουν κοινές πολιτικές μόνον με ομοφωνία.

Το ερώτημα είναι: Στη Χώρα μας τί θέλουμε να κάνουμε; Θα διαμορφώσουμε εμείς το νομικό πλαίσιο για την ίδρυση και λειτουργία(στο πλαίσιο του Συντάγματος και υπό την εποπτεία του Κράτους) μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών Πανεπιστημίων… ή θα αφήσουμε να επικρατήσουν καταστάσεις που δημιουργούν τον κίνδυνο ενός ακόμη άναρχου πεδίου, όπως έγινε με το ραδιοτηλεοπτικό; Έχουμε δεσμευτεί, ιδίως στο σημείο αυτό, να κάνουμε μια νέα αρχή. Και η αρχή αυτή πρέπει να γίνει από όλους μαζί. Ας διαμορφώσουμε, με οδηγό και βάση το Σύνταγμα, ένα καθαρό νομικό πλαίσιο, που θα ορίζει σήμερα εκείνα που έρχονται αύριο, αντί να αναζητούμε αύριο πως να τακτοποιήσουμε εκκρεμότητες που θα έχουμε αφήσει σήμερα. Περιορίζομαι να προσθέσω ένα μόνον: Η εκπαίδευση, σε κάθε επίπεδο, από όποιον φορέα κι αν παρέχεται, δεν μπορεί παρά να υπόκειται στο σύστημα πιστοποίησης, ελέγχου και αξιολόγησης, που ισχύει για τη δημόσια εκπαίδευση. Για λόγους αποτελεσματικότητας και συστηματοποίησης των εργασιών θεωρώ ότι το χρονοδιάγραμμα αυτού του διαλόγου θα  πρέπει να εκτείνεται μέχρι το καλοκαίρι του 2005.

Έχω πει πολλές φορές ότι βασικός άξονας της στρατηγικής μας για την Ελλάδα του 2010,

ότι πρώτη επιλογή μας στη Νέα Διακυβέρνηση είναι η επένδυση στην Παιδεία και τον Πολιτισμό, στο ανθρώπινο κεφάλαιο της Πατρίδας μας. Δεν έχουμε περιθώρια χαμένων ευκαιριών. Δεν έχουμε καιρό για χάσιμο. Το μέλλον είναι ήδη παρόν.

  • Είναι η ώρα να αποφασίσουμε αν θέλουμε τα παιδιά μας να παίρνουν πτυχία που τα κρεμάνε στα ράφια ή να αποκτούν τα εφόδια που χρειάζονται για πετύχουν στη ζωή τους.
  • Είναι η ώρα να αποφασίσουμε εάν θέλουμε πολίτες παθητικούς και αφοπλισμένους ή πολίτες εφοδιασμένους με δεξιότητες, κοινωνικά ενεργούς και ισχυρούς.
  • Είναι η ώρα να αποφασίσουμε εάν θέλουμε να αφήσουμε την Ελλάδα αιχμάλωτη
  • στο συντηρητισμό και τους δογματισμούς του παρελθόντος ή να κάνουμε την Πατρίδα μας Κέντρο Εκπαίδευσης, για ολόκληρη την περιοχή της Ν.Α. Ευρώπης και της Αν. Μεσογείου, κέντρο Παιδείας και Πολιτισμού, κέντρο προσφοράς υπηρεσιών στον άνθρωπο.

Βεβαίως η Παιδεία δεν παρέχει λύσεις για όλα τα προβλήματα.  Όμως! Χωρίς σύγχρονη Παιδεία, χωρίς εκπαιδευτικό σύστημα μακράς πνοής, δεν μπορεί να υπάρξει λύση σε κανένα πρόβλημα. Εάν δεν επιταχύνουμε, εάν δεν υπερνικήσουμε τη στασιμότητα, εάν δεν στηρίξουμε μια εκπαιδευτική πολιτική με διάρκεια (μια εκπαιδευτική πολιτική για την Ελλάδα του 2010), εάν δεν οδηγήσουμε την Παιδεία μας στο μέλλον θα είμαστε υπόλογοι στις επόμενες γενιές, στα παιδιά μας και στα παιδιά των παιδιών μας. Η διαπίστωση είναι πλέον κοινή: Είτε θα επενδύσουμε στην Παιδεία και τον Πολιτισμό, είτε θα χάσουμε τον προσανατολισμό μας και κάθε δυνατότητα να κερδίσουμε τη Νέα Εποχή. Και αυτό δεν είναι δικαίωμά μας. Είναι υποχρέωσή μας να κοιτάξουμε όλοι μαζί μπροστά. Να κινηθούμε πιο γρήγορα, πιο τολμηρά, πιο δυναμικά. Να κινηθούμε με την αυτοπεποίθηση και τη δύναμη που δίνουν οι δεξιότητες και η γνώση, η Παιδεία και ο Πολιτισμός. Να βγούμε δυνατά στη Νέα Εποχή. Με εμπιστοσύνη στις νέες και τους νέους μας. Με σιγουριά και αισιοδοξία για το αύριο.  Με την απόφαση να παράγουμε εμείς, να παράγουμε εδώ, Παιδεία και Πολιτισμό.