ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ

Αθήνα, 5 Ιουνίου 2007

ΟΜΙΛΙΑ

ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ κ. ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ

ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

ΠΟΥ ΔΙΟΡΓΑΝΩΝΕΙ ΤΟ ΙΔΡΥΜΑ ‘’ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Γ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ’’

‘’Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ ΣΤΟΝ 2ΟΟ ΑΙΩΝΑ’’

Κυρίες και κύριοι,

Θέλω πρώτα απ’ όλα να σας καλωσορίσω – όλες και όλους τους συνέδρους – και ιδιαίτερα τους ξένους φιλοξενούμενούς μας στην Ελλάδα. Να σας ευχαριστήσω για τη συμμετοχή σας σ’ αυτό το ιδιαίτερα ενδιαφέρον συνέδριο. Και βεβαίως, να συγχαρώ το ίδρυμα «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής» για την πολύ εύστοχη πρωτοβουλία της διοργάνωσής του.

Και λέω «εύστοχη», γιατί πιστεύω βαθιά πως η επιστημονική, νηφάλια και τεκμηριωμένη αποτίμηση της προσωπικότητας και του έργου του, είναι για τον αείμνηστο Κωνσταντίνου Καραμανλή, πολιτικό της μετριοπάθειας και των έργων, το καλύτερο μνημόσυνο επ’ ευκαιρία της συμπλήρωσης ενός αιώνα από τη γέννησή του.

Είναι μια αρμόζουσα απόδοση τιμής στο Μακεδόνα πολιτικό που κατάφερε, περνώντας μέσα από τις συμπληγάδες της ιστορίας και των εθνικών παθών, να αναμορφώσει τη σύγχρονη Ελλάδα και να προσδιορίσει καθοριστικά το στίγμα και την πορεία της.

Είναι για εμάς, τις Ελληνίδες και τους Έλληνες στον 21ο αιώνα, μια ευκαιρία να στοχαστούμε τόσο το πρόσφατο ιστορικό μας παρελθόν, όσο και το κοινό μας μέλλον. Ένα μέλλον που είναι εφικτό σε μεγάλο βαθμό χάρη στη σοβαρότητα, την αίσθηση του εθνικού καθήκοντος και την στρατηγική σκέψη του Κωνσταντίνου Καραμανλή.

Κυρίες και κύριοι,

Αισθάνομαι βαθιά συγκίνηση και τιμή κάθε φορά που καλούμαι να μιλήσω για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Σήμερα, 100 χρόνια μετά τη γέννησή του – 9 χρόνια μετά το θάνατό του – η μεγάλη πλειονότητα των Ελλήνων, από κάθε πολιτικό χώρο, αναγνωρίζει τη συμβολή του Κωνσταντίνου Καραμανλή στη διαμόρφωση της νέας Ελλάδας: στην οικονομία και την ανάπτυξη, τα εθνικά ζητήματα και την εξωτερική πολιτική, τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας, την εδραίωση της Δημοκρατίας και της εθνικής ενότητας.

Για όλες και όλους όσοι αναγνωρίζουμε αυτή τη συμβολή – και ιδιαίτερα για όσους συνεχίζουμε στα βήματά του, από την παράταξη την οποία ο ίδιος ίδρυσε το 1974, τη Νέα Δημοκρατία – αυτή η καθολική αναγνώριση είναι μια τεράστια παρακαταθήκη. Μια παρακαταθήκη που μας υποχρεώνει να ανταποκριθούμε στο παράδειγμά του: Να προτάσσουμε το εθνικό συμφέρον έναντι οποιουδήποτε άλλου. Να ακυρώνουμε στην πράξη κάθε προσπάθεια διχασμού και όξυνσης του πολιτικού κλίματος. Να πολιτευόμαστε με γνώμονα την αλήθεια, με έργα και αποτελέσματα, μακριά από τις σειρήνες του λαϊκισμού και του μικροκομματισμού. Να εργαζόμαστε για τη διαρκή αναβάθμιση της Δημοκρατίας.

Δεν θέλω σήμερα να διεξέλθω λεπτομερειακά το έργο που κατέλιπε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Άλλωστε, στο πλαίσιο των εργασιών του συνεδρίου, θα έχουμε την ευκαιρία να ακούσουμε πολλούς διακεκριμένους επιστήμονες να αναφέρονται σ’ αυτό.

Θα σταθώ όμως σε δύο πεδία δράσης – κλειδιά για τη συνολική κατανόηση και τη δίκαιη αποτίμηση του έργου του.

Το πρώτο είναι η συμβολή του Κωνσταντίνου Καραμανλή στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας. Ήδη από τη δεκαετία του 1960, όταν η ιδέα της ενωμένης Ευρώπης έκανε τα πρώτα βήματά της, με την ίδρυση και τη λειτουργία των τριών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ο Καραμανλής διείδε τη σημασία που θα είχε για τη χώρα η ενεργή συμμετοχή της στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Σημασία τριπλή: για την επιτάχυνση της οικονομικής ανάπτυξης, την ενίσχυση της εθνικής ασφάλειας και ακεραιότητας, την εμπέδωση της Δημοκρατίας.

Ο Καραμανλής διείδε τις προοπτικές του ευρωπαϊκού εγχειρήματος για την ειρήνη, τη δημοκρατία και την ανάπτυξη της ηπείρου μας. Και κατάφερε να πείσει τους τότε ευρωπαίους ηγέτες ότι η υποδοχή της Ελλάδας στους κόλπους της ΕΟΚ το 1980 – με νωπές ακόμη τις μνήμες από την επταετή κατάλυση της δημοκρατίας και με μια οικονομία που πάλευε να ορθοποδήσει – θα ήταν μια κίνηση που θα υπογράμμιζε τις πραγματικές φιλοδοξίες αυτού του εγχειρήματος. Μιας ένωσης δηλαδή όχι μόνο οικονομικού και διοικητικού χαρακτήρα, αλλά ένωσης εθνών και λαών που τους ενώνουν οι θεμελιώδεις αρχές και αξίες του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Μιας ένωσης που δεν μπορούσε παρά να περιλαμβάνει και την Ελλάδα.

Ο Καραμανλής όμως, δεν έπεισε μόνο τους ευρωπαίους εταίρους του. Κατόρθωσε επίσης – και αυτό ίσως ήταν ακόμη πιο δύσκολο επίτευγμα – να πείσει τους φύσει δύσπιστους Έλληνες ότι ο ευρωπαϊκός δρόμος είναι μονόδρομος για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε η ιδέα της Ευρώπης. Ότι ανάμεσα στα έθνη είναι δυνατή η ειλικρινής και αμοιβαία επωφελής συνεργασία. Όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής υπέγραφε στις 28 Μαΐου του 1979, σ’ αυτόν εδώ το χώρο, το Ζάππειο Μέγαρο, τη συνθήκη προσχώρησης της Ελλάδας στην ΕΟΚ, είχε πλήρη επίγνωσή ότι με την υπογραφή του αυτή εξασφάλιζε με τον καλύτερο τρόπο τη μελλοντική πορεία της Ελλάδας και των Ελλήνων. Σήμερα, 28 χρόνια μετά, όλοι σχεδόν οι Έλληνες, ακόμη και όσοι με πάθος αντιτάσσονταν στην ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας, μοιραζόμαστε την ίδια επίγνωση.

Το δεύτερο πεδίο στο οποίο θέλω να αναφερθώ είναι η καθοριστική συμβολή του στην αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Τα ξημερώματα της 24ης Ιουλίου του 1974, εν μέσω των τραγικών γεγονότων στην Κύπρο που οδήγησαν στην κατάρρευση της δικτατορίας, η ελληνική κοινωνία υποδέχθηκε σύσσωμη τον Καραμανλή ως τον πολιτικό που μπορούσε να εγγυηθεί τη μετάβαση στη δημοκρατία. Πράγματι! Η νομιμοποίηση όλων των πολιτικών δυνάμεων της χώρας, η οριστική επίλυση του πολιτειακού ζητήματος με τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος που ανακήρυξε την Προεδρευόμενη Δημοκρατία, το Σύνταγμα του 1975, η ομαλοποίηση της λειτουργίας της κρατικής μηχανής ήταν κινήσεις που αναδείκνυαν πλήρως το σπάνιο πολιτικό του αισθητήριο. Πολλοί περισσότερο, ήταν κινήσεις που υπογράμμιζαν την προσήλωση του Κωνσταντίνου Καραμανλή στο στόχο της εθνικής συμφιλίωσης.

Ο Καραμανλής ανήκε σε μια γενιά που γνώρισε καλά τις πληγές της διχόνοιας: τη μικρασιατική καταστροφή και την τραγωδία της προσφυγιάς, τον εμφύλιο σπαραγμό, τα ταραχώδη χρόνια που οδήγησαν στη δικτατορία, την επταετή εκτροπή. Αντί λοιπόν να συμβιβαστεί μ’ αυτή την πραγματικότητα και να τη διαιωνίσει, έθεσε ως στόχο του ο Τόπος επιτέλους να την υπερβεί οριστικά. Γι’ αυτό και ηγήθηκε με σθένος της κοινής προσπάθειας ανθρώπων από όλους τους πολιτικούς χώρους – ακόμη και πρώην θανάσιμων αντιπάλων – να μείνουν οριστικά στο παρελθόν ο διχασμός και η διχόνοια. Σήμερα, συχνά θεωρούμε τους καρπούς της Δημοκρατίας, που ελεύθερα όλοι οι Έλληνες απολαμβάνουμε ως δεδομένους, ως αυτονόητους. Οφείλουμε όμως να θυμόμαστε με ευγνωμοσύνη ότι αυτούς τους καρπούς, τους χρωστάμε σε εκείνους τους ανθρώπους που μοιράστηκαν με τον Καραμανλή το όραμα της Δημοκρατίας και της εθνικής συμφιλίωσης και αγωνίστηκαν, πριν και μετά το 1974, για την επίτευξή του.

Επέλεξα να αναφερθώ σ’ αυτά τα δύο πεδία δράσης – την καθοριστική συμβολή του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην ευρωπαϊκή πορεία της Ελλάδας και στην αποκατάσταση της Δημοκρατίας – γιατί αναδεικνύουν ηχηρά το περιεχόμενο της έννοιας της πολιτικής ευθύνης όπως ο ίδιος ο Καραμανλής την αντιλαμβανόταν και την ενσάρκωνε.

Επέλεξα να αναφερθώ σ’ αυτά τα παραδείγματα γιατί ακυρώνουν στην πράξη την ψευδή και επικίνδυνη αντίληψη ότι δήθεν η ιστορία είναι αποτέλεσμα αναγκαιότητας. Ότι δήθεν οι άνθρωποι, οι ιδέες και οι πράξεις τους δεν επηρεάζουν την πορεία της ιστορίας. Δεν ήταν αποτέλεσμα αναγκαιότητας η Ελλάδα, σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα μετά τη Δικτατορία και με τόση επιτυχία, να στεριώσει τη Δημοκρατία. Δεν ήταν αποτέλεσμα αναγκαιότητας να μπει η Ελλάδα στην ΕΟΚ το 1980. Τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι κι αλλιώς, όπως πάντα μπορούν να είναι αλλιώς. Κι αυτή η αυτονόητη αλήθεια, η καθοριστική σημασία της υπευθυνότητας στην πολιτική, όπως και στη ζωή, είναι ένα μάθημα της ιστορίας που οφείλουμε όλοι να λαμβάνουμε πολύ σοβαρά υπόψη.

Η σημαντικότερη παρακαταθήκη του Κωνσταντίνου Καραμανλή είναι ακριβώς αυτή: ότι απέδειξε πως η ιστορία πάνω απ’ όλα γράφεται από ανθρώπους. Γράφεται από πολιτικούς και πολίτες που διαθέτουν την οξύνοια να αντιληφθούν τα μηνύματα των καιρών. Που διαθέτουν την τόλμη και την υπευθυνότητα να υπερβούν το παρελθόν και να αξιοποιήσουν τις ευκαιρίες για την κοινή προκοπή. Η ιστορία γράφεται από ανθρώπους που έχουν την τόλμη και την υπευθυνότητα να κοιτάνε μπροστά, να ανοίγουν τους δρόμους του μέλλοντος και να μπαίνουν στην πρωτοπορία.

Μίλησα προηγουμένως για τον κοινό ευρωπαϊκό πολιτισμό, στον οποίο τόσο πολύ πίστευε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Ο Κωνσταντίνος Καβάφης, εμπνεόμενος από ένα στίχο του Δάντη, μιλά σ’ ένα από τα γνωστότερα ποιήματά του για εκείνους που στη ζωή καλούνται να πουν το μεγάλο ναι ή το μεγάλο όχι. «Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα πηγαίνει στην τιμή και την πεποίθησή του» λέει ο Καβάφης. Αυτή η υπεύθυνη κατάφαση στην ιστορία ήταν λοιπόν και το κύριο χαρακτηριστικό του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Είμαστε λοιπόν ευγνώμονες οι Έλληνες στον 21ο αιώνα – οφείλουμε να είμαστε ευγνώμονες – που πολιτικοί όπως ο Καραμανλής, που πολίτες όπως οι αγωνιστές της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας, όταν ήρθε η ώρα, μπόρεσαν και είπαν το μεγάλο Ναι.