ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ

 

 

Βρυξέλλες, 24 Μαρτίου 2006

 

 

 

 

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΥΠΟΥ

ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ κ. ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ

ΜΕΤΑ ΤΗ ΣΥΝΟΔΟ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

 

 

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: «Το θέμα που, κατ’ εξοχήν, μας απασχόλησε κατά τις εργασίες του Εαρινού Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που ολοκληρώθηκε πριν από λίγο ήταν η Στρατηγική της Λισσαβώνας.

 

Οι συζητήσεις μας διεξήχθησαν στη βάση τριών θεματικών ενοτήτων:

  1. Διατήρηση της δυναμικής της Στρατηγικής της Λισσαβώνας, της Στρατηγικής δηλαδή για “δουλειές και ανάπτυξη”. Στόχος μας είναι η διατήρηση του κοινωνικού μας μοντέλου και της ποιότητας του περιβάλλοντος, μέσα από τη βελτίωση της αντα­γωνιστικότητας και την ισχυροποίηση των οικονομιών μας.
  2. Βασικές δράσεις προτεραιότητας, τις οποίες πρέπει να αναλάβει η Ευρωπαϊκή Ένωση προκειμένου να επιταχύνουμε την επίτευξη των παραπάνω στόχων. Μετά από λεπτομερείς διαπραγματεύσεις, δεσμευθήκαμε για την εφαρμογή των εξής βασικών προτεραιοτήτων:
  • πραγματοποίηση μεγαλύτερης επένδυσης στη γνώση και την καινοτομία,
  • απελευθέρωση των επιχειρηματικών δυνατοτήτων, ιδιαίτερα των Μικρομε­σαίων Επιχειρήσεων,
  • αύξηση των ευκαιριών απασχόλησης για ευαίσθητες κατηγορίες του πληθυ­σμού, όπως οι νέοι, οι γυναίκες και οι ηλικιωμένοι.
  1. Θέσπιση μιας νέας ενεργειακής πολιτικής.

Είναι πολύ σημαντικό να διατηρήσουμε τη δυναμική της αναμορφωμένης Στρατηγι­κής της Λισσαβώνας, αλλά και να προωθήσουμε πλέον δραστικά την επίτευξη των στόχων που έχουμε θέσει. Και για το σκοπό αυτό πρέπει να γίνουν ακόμη πολύ πε­ρισσότερα.

 

Σ’ αυτή την προσπάθεια των μεταρρυθμίσεων, που σε άλλες χώρες άρχισε εδώ και μερικά χρόνια, η Ελλάδα ξεκίνησε πρόσφατα και από σχετικά χαμηλή θέση. Έχουμε, λοιπόν, περισσότερο δρόμο να καλύψουμε, σε σχέση με άλλους εταίρους μας. Γι’ αυτό και η προσπάθεια της σημερινής κυβέρνησης, όπως αποτυπώνεται στο Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων, είναι για όλους τους Έλληνες ζήτημα πρώτης προτε­ραιότητας. Οι μεταρρυθμίσεις που ήδη υλοποιήσαμε και υλοποιούμε είναι ο ακρογω­νιαίος λίθος της κυβερνητικής πολιτικής.

 

Όσον αφορά το ζήτημα της ενεργειακής πολιτικής, οι πρόσφατες εξελίξεις στο ρευστό διεθνές περιβάλλον καθιστούν ολοένα και πιο επιτακτική την ανάπτυξη μιας πολιτικής που θα βασίζεται στην ισορροπημένη συνύπαρξη της ασφάλειας ενεργειακού εφο­διασμού, της αποτελεσματικότητας και της βιώσιμης ανάπτυξης. Στα πλαίσια αυτά, επεσήμανα τη σημασία της δημιουργίας Περιφερειακών Ενεργειακών Αγορών και  τόνισα το παράδειγμα, που εφαρμόσαμε πρόσφατα στην περιοχή μας, της Ενεργεια­κής Κοινότητας της ΝΑ Ευρώπης, μια Συνθήκη που υπογράψαμε πριν από λίγο καιρό στην Αθήνα.

 

Τέλος, είχα μία συνάντηση με τον Πρωθυπουργό της ΠΓΔΜ κ. Μπουτσκόφσκι. Όπως γνωρίζετε, η ΠΓΔΜ έλαβε πρόσφατα από την Ευρωπαϊκή Ένωση καθεστώς υποψή­φιας χώρας. Η θέση μας είναι σταθερή και ξεκάθαρη: Επιθυμούμε την εδραίωση της σταθερότητας, της ασφάλειας και της ευημερίας στη γειτονιά μας και, για το λόγο αυτό, στηρίζουμε την ευρωπαϊκή προοπτική των χωρών της περιοχής, η οποία είναι άμεσα και άρρηκτα συνδεδεμένη με την εκπλήρωση συγκεκριμένων κριτηρίων και προαπαιτούμενων που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Μεταξύ αυτών είναι βε­βαίως και η εξεύρεση μιας αμοιβαίως αποδεκτής λύσης στο θέμα του ονόματος. Εξε­τάσαμε, επίσης, τις διμερείς μας σχέσεις, οι οποίες παρουσιάζουν σημαντικές ευκαι­ρίες για το μέλλον».

 

 

Β. ΧΙΩΤΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, ας ξεκινήσουμε με το τελευταίο. Στην συνάντηση που είχατε με τον Πρωθυπουργό των Σκοπίων, θέλω να ρωτήσω, πρώτον, αν είδατε μία πρόθεση να αλλάξει κάπως η στάση της γειτονικής χώρας από αυτή που ακολουθούσε μέχρι σήμερα. Και, το δεύτερο, επειδή ο Πρωθυπουργός, αποχωρώντας, μίλησε για νέες ευκαιρίες που ενδεχομένως να ανοίξουν μετά τις βουλευτικές εκλογές στη χώρα αυτή, τον Ιούνιο, αναμένετε, μετά τον Ιούνιο, μία νέα πρωτοβουλία από τον ΟΗΕ;

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Τα πράγματα είναι απλά. Μας ζήτησαν μια συνάντηση. Δεν είχαμε κανένα λόγο να την αποφύγουμε. Η θέση μας είναι ξεκάθαρη. Θέλω εδώ να επαναλάβω τις βασικές συνιστώσες αυτής της θέσης. Πιστεύουμε ότι και για την ασφάλεια και για την σταθερότητα της περιοχής η ευρωπαϊκή προοπτική όλων αυτών των χωρών και βεβαίως της FYROM είναι σημαντικό συστατικό της πολιτικής, της στρατηγικής που έχουμε.

Και, βεβαίως, οι διμερείς μας σχέσεις είναι σε ικανοποιητικό επίπεδο. Οικονομικά είμαστε ο πρώτος επενδυτής και εμπορικός εταίρος της χώρας αυτής. Ο κύριος Στυλιανίδης, πρόσφατα, επισκέφτηκε τη χώρα και διανοίγονται προοπτικές περαιτέρω συνεργασιών.

Υπάρχει, βεβαίως, μία σημαντική εκκρεμότητα. Και σ’ αυτήν την σημαντική εκκρεμότητα και η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι σαφέστατη, συμπεριλαμβάνοντας στα προαπαιτούμενα και στις υποχρεώσεις την εξεύρεση αμοιβαίως αποδεκτής λύσης.

Και πρέπει, μάλιστα, να σας πω ότι η Ελλάδα τη διάθεσή της για εξεύρεση τέτοιας λύσης την έχει δείξει. Από εκεί και πέρα, μένει και η άλλη πλευρά να ανταποκριθεί.

Εικασίες δεν μπορώ να κάνω, ούτε για το ποιες θα είναι οι προθέσεις, ή για το αν θα υπάρξει κάποια εξέλιξη, στο σύντομο ή στο απώτερο μέλλον.

Θεώρησα ότι αυτή ήταν μία συνάντηση που μας έδινε την ευκαιρία να πούμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους. Οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους.

ΧΡ. ΤΑΒΟΥΛΑΡΗ: Κύριε Πρόεδρε, για μία ακόμα φορά, θέσατε ως ακρογωνιαίο λίθο, της κυβερνητικής πολιτικής, τις μεταρρυθμίσεις. Θα ήθελα, αν είναι εφικτό, να μας πείτε ποιο είναι το βασικό πακέτο μεταρρυθμίσεων που νομίζετε ότι πρέπει να προωθηθεί στην χώρα μας, με βάση και τις κατευθυντήριες γραμμές που έδωσε η Εαρινή Σύνοδος, η οποία δίνει κάποιες κατευθύνσεις και για τα θέματα της ανταγωνιστικότητας, αλλά και για τα θέματα της κοινωνικής συνοχής κλπ. Βάζει θέματα απασχόλησης, χρόνου εργασίας, εργασίας των νέων.

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Για τις μεν αποφάσεις, που περιλαμβάνονται στο μόλις ολοκληρωθέν Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, δεν θα επανέλθω, τα είπαμε.

Μου δίνετε, όμως, την ευκαιρία να σας πω το εξής: Πέρα από την υιοθέτηση αυτών των πολιτικών, σε ευρωπαϊκό και βέβαια σε εθνικό επίπεδο, εμείς προωθούμε, το έχουμε καταθέσει άλλωστε και στην Ευρωπαϊκή Ένωση εδώ και καιρό, το Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων, βάσει του οποίου κινείται η κυβερνητική πολιτική. Και μάλιστα μπορώ να σας πω ότι έχει γίνει και με σχετική ικανοποίηση αποδεκτό και στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι το εξής: Έχουμε ως χώρα, μείνει πίσω για πολλά χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι, αν δεχθούμε ότι η ευρωπαϊκή οικογένεια κατά κάποιο τρόπο αντιμετωπίζει η ίδια πρόβλημα ή προβληματισμό να βρει τον βηματισμό της, σε σχέση με την παγκόσμια οικονομική κατάσταση και τον ανταγωνισμό που δέχεται, αντιλαμβάνεστε πόσο μεγάλη πρόκληση είναι για μία χώρα, η οποία έχει μείνει πίσω μέσα στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, να φτάσει τα επίπεδα αυτά.

Αυτή, λοιπόν, είναι η πολιτική που κάνουμε. Και η πολιτική αυτή – γνωρίζετε μια σειρά από μεταρρυθμίσεις που έχουν γίνει –  μπορώ να σας πω, συμπυκνώνεται στον συγκερασμό δύο βασικών αρχών: Η χώρα μας πρέπει, επιτέλους, να παράγει περισσότερο, να γεννά περισσότερη προστιθέμενη αξία, να εξάγει περισσότερο, να προσελκύει επενδύσεις.  Και βέβαια αυτό σημαίνει να γεννά περισσότερο εισόδημα. Παράλληλα, αυτό πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή και σημασία στις προτεραιότητες της κοινωνικής ευαισθησίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης, της κοινωνικής συνοχής.

Αυτή είναι μια πρόκληση την οποία προωθούμε, επιμένουμε σ’ αυτή και είμαι βέβαιος ότι θα την πετύχουμε.  Κρίσιμο στοιχείο πάντως είναι – και θέλω να το επαναλάβω αυτό, γιατί δεν πρέπει να διαφεύγει από το μυαλό κανενός – ότι η Ευρώπη προχωρεί σε πολιτικές στη κατεύθυνση που γνωρίζετε.  Εμείς όμως έχουμε να καλύψουμε ακόμα περισσότερο έδαφος, λόγω των καθυστερήσεων, των ολιγωριών των παρελθόντων ετών.

Μ. ΣΠΥΡΑΚΗ: Κύριε Πρόεδρε, απ’ ό,τι είδαμε στο σχέδιο των συμπερασμάτων που μας δόθηκε, υπάρχει έντονος προβληματισμός για την ένταξη των νέων ανθρώπων στην αγορά εργασίας.  Υπάρχουν καταγεγραμμένες κάποιες κατευθύνσεις στα συμπεράσματα.  Πολλοί ερμήνευσαν ότι αναδίδουν ένα «γαλλικό άρωμα».  Ότι, δηλαδή, είναι ασαφείς σε ό,τι αφορά την απασχόληση των νέων, τους οποίους, ενδεχομένως, τους εξελίξει σε «απασχολήσιμους». Θέλω να ρωτήσω αν υπάρχει τέτοιο παράθυρο στην Ελλάδα να εφαρμοστούν μέτρα γαλλικού τύπου, όπως οι προτάσεις του κύριου Ντε Βιλπέν.

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Καταρχήν να ξεκαθαρίσουμε κάτι.  Στα συμπέρασμα δεν περιλαμβάνονται τέτοια πράγματα.  Είναι μια καθαρή αναφορά, με συγκεκριμένη μάλιστα, αν μου επιτρέπετε τον όρο, στοχοθέτηση του μέτρου, και μάλιστα κάπως ποσοτικά προσδιορισμένου.  Ιδίως για τους νέους ανθρώπους που εγκαταλείπουν, πριν την ολοκλήρωσή της, την δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Βεβαίως, υπάρχει ένα τεράστιο ζήτημα με την ανεργία και, κυρίως, με την ανεργία των νέων. Το ξέρουμε όλοι αυτό.  Και, βεβαίως, αυτός ο προβληματισμός υπάρχει σε όλες τις χώρες. Αυτή είναι η απάντηση στο γενικό ερώτημα.

 

Επειδή κάνατε έναν υπαινιγμό, ή μια έμμεση σύνδεση, να σας πω κάτι.  Βεβαίως κάθε χώρα έχει το δικαίωμα, το αναφαίρετο δικαίωμα, να προβληματίζεται για τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να αντιμετωπίσει αυτό το τεράστιο ζήτημα.

Η δική μας στρατηγική όμως είναι δεδομένη. Δεν θεωρούμε ότι αυτή η πολιτική είναι αποτελεσματική απάντηση στο πρόβλημα.  Θα σας έλεγα ότι λογικές ανακύκλωσης της ανεργίας δεν αποτελούν ικανοποιητική λύση.  Εμείς – και σας το λέω, για μια ακόμα φορά, ξεκάθαρα- θεωρούμε ότι μια πολιτική η οποία οδηγεί, πρώτον, στην μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, στην προσέλκυση επενδύσεων, στην προώθηση των διαρθρωτικών αλλαγών, δημιουργεί την προοπτική περισσότερων θέσεων εργασίας.

Με καμία δύναμη δεν δηλώνω ικανοποιημένος,  όμως τα πρώτα δείγματα μιας σταδιακής, μιας σχετικής μείωσης της ανεργίας είναι εμφανή.  Αυτό μου δίνει το κουράγιο να πιστεύω ότι είμαστε στο σωστό δρόμο και ότι, επιμένοντας σ’ αυτήν την πολιτική, θα έχουμε θετικά αποτελέσματα στην πορεία.

ΑΝ. ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, μπορεί στα συμπεράσματα να μην αναφέρεται τίποτα για τα περί Γαλλίας, όμως αναφέρεται για το ασφαλιστικό, ότι θα πρέπει να προωθηθούν μέτρα που να αποθαρρύνουν την πρόωρη αποχώρηση από το εργατικό δυναμικό.

Και, μια και έχουμε μπροστά μας, η Κυβέρνησή σας θέλει να ανοίξει αυτόν τον διάλογο, αυτό που ενδιαφέρει πολλούς να μάθουν είναι αν θα υιοθετήσει τέτοια μέτρα η Κυβέρνηση, ως αποτέλεσμα αυτού του διαλόγου. Δηλαδή θα κόψει τις πρόωρες συνταξιοδοτήσεις για γυναίκες, για ευαίσθητες ομάδες;

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Μέτρα, σε ό,τι αφορά την κοινωνική ασφάλιση, η Κυβέρνηση δεν έχει καμία πρόθεση να λάβει.  Εκείνο το οποίο έχουμε πει – και επιμένουμε και θα το κάνουμε – είναι ότι πρέπει να ξεκινήσει ένας ώριμος, σοβαρός, γόνιμος διάλογος για το Ασφαλιστικό.  Και μάλιστα με προαπαιτούμενη φάση, ή αν θέλετε εισαγωγική φάση, όχι προτάσεις ή συγκεκριμένες απόψεις για λύσεις, αλλά αποτύπωση του προβλήματος.

Νομίζω ότι η χώρα μας, οι πολίτες, οι πολιτικές δυνάμεις έχουν, ή πάντως πρέπει να επιδείξουν, την υπευθυνότητα και τη σοβαρότητα, τουλάχιστον, να συμφωνήσουν στις σταθερές του προβλήματος.  Όλοι ξέρουμε ότι είναι ένα μεγάλο θέμα.  Όλοι ξέρουμε ότι δεν είναι άμεσα εκρηκτικό, δεν θα το αντιμετωπίσουμε αύριο το πρωί.  Αλλά, πάντως, μια σοβαρή, μια ευνομούμενη πολιτεία οφείλει να προγραμματίζει στην μακροπρόθεσμη προοπτική.

Για αυτό ακριβώς δεν έχουμε κανένα λόγο να το κάνουμε με βιασύνη, σπεύδοντας, αλλά να το κάνουμε οργανωμένα, συγκροτημένα, συνετά.  Πρώτο βήμα λοιπόν είναι ν’ ανοίξουμε αυτόν τον διάλογο, να κάνουμε τις απαραίτητες αξιόπιστες μελέτες για να δούμε αποτυπωμένο – αν θέλετε «μαθηματικά», με τρόπο που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κανέναν, ποιες είναι όλες οι παράμετροι του προβλήματος, ώστε, μέσα από έναν ώριμο διάλογο, να το αντιμετωπίσουμε σε μακροπρόθεσμη βάση.

Αυτή είναι η πολιτική της Κυβέρνησης.  Νομίζω είναι απόλυτα σωστή πολιτική, μια πολιτική η οποία δημιουργεί και αίσθημα ασφάλειας σε όλους τους πολίτες.

ΧΡ. ΠΟΥΛΙΔΟΥ: Κύριε Πρόεδρε, έχω παρακολουθήσει έξι Ευρωπαϊκά Συμβούλια που ασχολούνται με την στρατηγική της Λισαβόνας και, κάθε χρόνο, διαβάζω στα συμπεράσματα περίπου τις ίδιες διατυπώσεις.

Όταν η Ευρώπη πάει καλύτερα, έχουν περισσότερη έμπνευση. Όταν η μεγέθυνση είναι χαμηλή, είναι οι διατυπώσεις κατ’ επανάληψη της προηγούμενης χρονιάς. Είπατε επανειλημμένα ότι η χώρα μας ξεκινά από χαμηλή θέση. Την 7η θέση μας δίνουν στους πίνακες αξιολόγησης. Δεν είναι κακή η θέση.

Το βέβαιο είναι ότι η στρατηγική της Λισαβόνας έχει αποφέρει πενιχρά αποτελέσματα και αυτό, φαντάζομαι, το συμμερίζεστε κι εσείς.

Το ερώτημά μου, λοιπόν, είναι γιατί, κατά τη γνώμη σας, η στρατηγική της Λισαβόνας έχει τις κακές επιδόσεις που έχει. Επειδή προσπάθησε να «τετραγωνίσει τον κύκλο» και να δημιουργήσει συνθήκες ανταγωνισμού, αλλά και κοινωνική σύγκλιση; Ή επειδή αυτό είναι το όριο της διακυβερνητικής συνεργασίας και βλέπουμε ότι δεν μπορεί να προχωρήσει άλλο αυτή η μέθοδος;

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Αν με προκαλείτε να εκφράσω τη μεγαλύτερη φιλοδοξία μου για τους ρυθμούς και το βηματισμό της Ευρώπης -και σ’ αυτόν τον τομέα, αλλά και σε άλλους οι οποίοι είναι υπαρκτοί, έστω κι αν δεν ήταν αντικείμενο του σημερινού Συμβουλίου – θα συμφωνήσω απόλυτα μαζί σας.

Επιτρέψτε μου να πω και την προσωπική μου άποψη. Κι εγώ θα ήμουν και είμαι πολύ περισσότερο φιλόδοξος για την Ευρώπη. Και είναι καμία φορά βασανιστικό να βλέπει κανείς ότι ο βηματισμός δεν είναι εκείνος τον οποίο θα επιθυμούσε.

Από την άλλη πλευρά όμως, ξέρετε και το ξέρουμε όλοι, η Ευρώπη των 25 είναι ένας μηχανισμός που λειτουργεί, κατά βάση, με συναινετικές και συμβιβαστικές διαδικασίες. Υπάρχουν διαφορετικές απόψεις. Ενίοτε υπάρχουν διαφορετικά και αντικρουόμενα συμφέροντα. Η εξεύρεση των σημείων ισορροπίας και συμφωνίας είναι μία δύσκολη διαδικασία. Σας θυμίζω για παράδειγμα στο προηγούμενο ακριβώς Συμβούλιο του Δεκεμβρίου, πόσο επίπονο ήταν να βρεθεί συμφωνία για τις δημοσιονομικές προοπτικές.

Ναι, θα συμφωνήσω λοιπόν απόλυτα, ότι και για την στρατηγική της Λισαβόνας πρέπει να πάμε ταχύτερα. Είναι θετικό ότι ο προβληματισμός για τα μέχρι στιγμής όχι, όσο θα θέλαμε, ικανοποιητικά αποτελέσματα, συνέχει όλες τις χώρες.

Γίνονται κάποια βήματα με τα σημερινά συμπεράσματα, τις σημερινές αποφάσεις. Αλλά, βεβαίως, το θέμα είναι ότι η Ευρώπη -πρέπει και σ’ αυτό το θέμα όπως και σε άλλα- επαναλαμβάνω, να κινηθεί ταχύτερα και πιο αποτελεσματικά.

Εν πάση περιπτώσει, για να μην βλέπουμε το ποτήρι μόνο μισοάδειο, είναι θετικό ότι όλοι καταλαβαίνουν πως αυτό είναι υπαρκτό θέμα το οποίο πρέπει να βρει επιτέλους κάποιες πιο ικανοποιητικές, πιο αποτελεσματικές απαντήσεις.

ΣΠ. ΓΚΟΥΤΖΑΝΗΣ:  Κύριε Πρόεδρε, είπατε ότι η χώρα μας ξεκίνησε από χαμηλή θέση και έχει και πολύ δρόμο να διανύσει. Ωστόσο, νομίζω ότι έχει μείνει και μία άλλη απορία, ίσως να συνδέεται. Τελικά, η Ελλάδα μπήκε στην ΟΝΕ «με το σπαθί της», ή επειδή κορόιδεψε τους Ευρωπαίους με κόλπα δημιουργικής λογιστικής;

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Αυτά τα ζητήματα έχουν ήδη απαντηθεί, έχουν ήδη επιλυθεί με τη γνώμη που εξέφρασε το Συμβούλιο του ECOFIN, τον Δεκέμβριο του 2004. Και θα σας παρότρυνα, θα σας παρακαλούσα να τα δείτε προσεκτικά.

Όμως, εν πάση περιπτώσει, μου δίνετε την ευκαιρία να πω κάτι γενικότερο. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η χώρα είχε, για πολλά χρόνια, ένα οξύτατο δημοσιονομικό πρόβλημα. Δεν το αντιμετώπισε με τον τρόπο που έπρεπε. Το αντιμετώπισε, συνήθως, κρύβοντάς το κάτω από το χαλί. Και είναι δεδομένο – δεν κάνω τώρα πολιτική αντιπαράθεση – ότι αυτό το πρόβλημα πρέπει, μία και καλή, να λυθεί για να μπορέσει η χώρα να ανταποκριθεί όχι μόνο στις υποχρεώσεις της, αυτό είναι ένα το κρατούμενο, αλλά στις προσδοκίες, στις απαιτήσεις των πολιτών.

Λοιπόν, αυτήν την στιγμή, εκείνο που γίνεται είναι μία πολύ σοβαρή προσπάθεια, με αξιοσημείωτα, ήδη, αποτελέσματα δημοσιονομικής εξυγίανσης. Με απλά λόγια, να συμμαζέψουμε τα ελλείμματα, να τα πάμε κάτω από 3% και, ταυτόχρονα, να δημιουργήσουμε το αίσθημα ασφάλειας ότι δεν θα εκτραπεί ξανά η χώρα σ’ αυτόν τον φαύλο κύκλο των ελλειμμάτων.

Αυτή είναι η μία μεγάλη προσπάθεια την οποία προωθούμε, ήδη με σημαντικά θετικά αποτελέσματα. Η δεύτερη μεγάλη προσπάθεια είναι να επιτύχουμε αυτόν τον κύκλο των μεταρρυθμίσεων, που θα οδηγήσει σε αύξηση της ανταγωνιστικότητας, αύξηση της παραγωγικότητας, αύξηση της προστιθέμενης αξίας, αύξηση των επενδύσεων, αύξηση των θέσεων εργασίας και του εισοδήματος των Ελλήνων.

Και να σημειώσω, επειδή η κυρία Πουλίδου πριν ανέφερε ότι είμαστε στην 7η θέση. Είμαστε στην 7η θέση, κυρία Πουλίδου, όχι σε ό,τι αφορά την ανταγωνιστικότητα ή τις επιδόσεις της οικονομίας. Είμαστε στην 7η θέση όσον αφορά την αξιολόγηση του Εθνικού Προγράμματος Μεταρρυθμίσεων.

ΠΑΝ. ΚΑΚΑΛΗΣ: Στον πρώτο χρόνο εφαρμογής της ενδιάμεσης συμφωνίας της Λισαβόνας, η Κυβέρνηση έχει ψηφίσει νόμους που καθιερώνουν το ελαστικό οκτάωρο, την κατάργηση της μονιμότητας για τους νεοπροσλαμβανόμενους στις ΔΕΚΟ και, γενικότερα, στηρίζει την μερική απασχόληση στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα.

Αν όλα αυτά έγιναν μέσα σ’ ένα χρόνο, το εύλογο  ερώτημα είναι τι πρόκειται να γίνει τα επόμενα χρόνια, όσον αφορά την ευλυγισία των εργαζομένων; Οι νέες θέσεις εργασίας που υπόσχεστε θα είναι θέσεις μερικής και ανασφάλιστης εργασίας;

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Σε ό,τι αφορά το ζήτημα των παρεμβάσεων στην αγορά εργασίας, όπως έχουμε πει επανειλημμένα, αυτές ολοκληρώθηκαν με την συγκεκριμένη νομοθετική παρέμβαση του περασμένου καλοκαιριού. Αυτή είναι η απάντηση στο ερώτημα.

Επειδή – και αυτό είναι σεβαστό – χρωματίζεται η ερώτηση με συγκεκριμένη, ας το πούμε, άποψη, θα σας έλεγα το εξής. Εν πάση περιπτώσει, εμείς θέλουμε να υπάρχει αίσθημα ασφάλειας στους εργαζομένους, περισσότερες θέσεις εργασίας και, ταυτόχρονα, ένα σημαντικό κριτήριο, σεβασμός στο χρήμα του Έλληνα φορολογούμενου.

Και το λέω αυτό επειδή κάνατε αναφορά και στις ΔΕΚΟ. Πιστεύω – και νομίζω ότι η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών στην Ελλάδα συμμερίζεται αυτήν την άποψη – ότι, χωρίς να καταργούμε τις όποιες κατακτήσεις έχει ο εργαζόμενος, εν πάση περιπτώσει πρέπει να εξαντλήσουμε κάθε προσπάθεια ώστε σε πολλές περιπτώσεις που οι ΔΕΚΟ έγιναν χοάνες διασπάθισης, ή κακής χρήσης του δημόσιου χρήματος, αυτό να συμμαζευτεί. Και αυτή η προσπάθεια γίνεται και θα συνεχιστεί με συνέπεια ώστε να επιτύχουμε τα αποτελέσματα τα οποία, σε τελική ανάλυση, απαιτεί η ελληνική κοινωνία.

ΑΝΤ. ΦΟΥΡΛΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, με αφορμή τις ΔΕΚΟ και πάλι, επειδή μιλήσατε με έμφαση για τις μεταρρυθμίσεις, από την αρχή κιόλας το ξεκαθαρίσατε.  Δίνεται ωστόσο η εντύπωση πως όταν ξεκινά μια προσπάθεια κάθε φορά για μια μεγάλη μεταρρύθμιση ή μια ρήξη, να «σπάσουν αυγά» όπως το λένε δηλαδή στην καθομιλουμένη, συχνά βλέπουμε αντιδράσεις, είτε συνδικαλιστικών ομάδων, είτε της κοινής γνώμης, που εκδηλώνονται κυρίως μέσω των δημοσκοπήσεων βέβαια και μετά η προσπάθεια μένει πάλι πίσω.

Για παράδειγμα στις ΔΕΚΟ, ο κύριος Αλογοσκούφης που είναι δίπλα σας, νομίζω πολύ δυνατά ξεκίνησε μια προσπάθεια και, εκ των υστέρων, είδαμε να πηγαίνει πάλι πίσω, να μαζεύεται πάρα πολύ το αρχικό σχέδιο δηλαδή.  Αυτό σας έχει προβληματίσει, ή θεωρείτε πως είναι φυσιολογικό;

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Μόλις προχθές έγινε διυπουργική επιτροπή και έστειλε ένα πολύ καθαρό μήνυμα.  Και το καθαρό μήνυμα είναι ότι και η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση εφαρμόζεται με συνέπεια, με σταθερότητα, χωρίς καμία υπαναχώρηση.

Και θα σας έλεγα μάλιστα ότι μέσα σε δύο χρόνια έχουν γίνει τόσες τομές, αλλαγές και μεταρρυθμίσεις στην κατεύθυνση που επιδιώκουμε, ώστε εγώ τουλάχιστον αισθάνομαι πολύ ικανοποιημένος από τις επιδόσεις αυτές.  Αλλά βεβαίως αυτό δεν είναι στοιχείο επανάπαυσης.

Κατά συνέπεια, μου δίνετε την ευκαιρία με την ερώτησή σας να πω ξεκάθαρα ότι εδώ δεν χωρά καμία υποχώρηση και καμία υπαναχώρηση.  Το πρόγραμμα θα εφαρμοστεί. Και θα εφαρμοστεί, όχι γιατί είναι απλώς προσωπική ή κυβερνητική αντίληψη, αλλά γιατί υπηρετεί τα συμφέροντα του Έλληνα πολίτη.

Γ. ΔΕΛΑΣΤΙΚ: Κύριε Πρόεδρε, είτε το ομολογούν, είτε όχι, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, η θεωρία του οικονομικού πατριωτισμού κυριαρχεί αυτή την εποχή.  Με λυσσώδη τρόπο οι κυβερνήσεις της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ισπανίας αντιστέκονται, φτάνοντας στο σημείο να αναγορεύσουν οι Γάλλοι ακόμα και τα γιαούρτια της DANONΕ σε εθνικής σημασία τομέα.

Η δική σας Κυβέρνηση συμμερίζεται αυτή την άποψη σε κρίσιμους τομείς, ή θεωρεί ότι, ας πούμε, η Δ.Ε.Η. ή η Ολυμπιακή μπορούν να περάσουν παντελώς σε ξένα χέρια, ευρωπαϊκά;

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Με σεβασμό στις απόψεις που έχει η κάθε χώρα, υπάρχει ένα πολύ σημαντικό ζήτημα το οποίο είναι πρωταρχικό.   Και το πρωταρχικό ζήτημα είναι να βελτιώσει τις επιδόσεις της η Ευρώπη συνολικά.

Από εκεί και πέρα, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι κάθε χώρα έχει συγκεκριμένες ευαισθησίες και ιδιαιτερότητες.  Είναι δεδομένο αυτό.  Αλλά δεν μπορεί αυτές οι ιδιαιτερότητες να φτάνουν στο σημείο ώστε, να μην πω δυναμιτίζουν, αλλά, εν πάση περιπτώσει, να δυσχεραίνουν πολύ την προσπάθεια της Ευρώπης στη κατεύθυνση της ολοκλήρωσής της.

Επειδή μου κάνατε συγκεκριμένα ερωτήματα, οι απαντήσεις είναι απλές.  Όπως ξέρετε, για την Ολυμπιακή γίνεται μια πολύ σοβαρή προσπάθεια.  Δεν θέλω να θυμίσω πώς έφτασε στα χάλια που είναι τα τελευταία χρόνια.  Αλλά, εν πάση περιπτώσει, γίνεται μια πολύ σοβαρή προσπάθεια να φτιαχτεί μια καινούργια επιχείρηση, απαλλαγμένη από τα βάρη του παρελθόντος, που να μπορεί να στέκεται ανταγωνιστικά.  Και, βεβαίως, την πλειοψηφία στην προσπάθεια αυτή να την έχει ο ιδιωτικός τομέας.

Η Δ.Ε.Η. είναι ένα τελείως διαφορετικό κεφάλαιο. Δεν είναι στο πρόγραμμα της Κυβέρνησης να προχωρήσει σε ιδιωτικοποίηση, ή, εν πάση περιπτώσει, σε συμμετοχή ιδιωτικού κεφαλαίου, που να φτάνει ή να ξεπερνά το πλειοψηφικό πακέτο.

Μ. ΜΑΝΗ: Κύριε Πρόεδρε, χθές εμφανιστήκατε διστακτικός, επιφυλακτικός στους ποσοτικούς στόχους για τις νέες θέσεις απασχόλησης.  Είπατε μάλιστα ότι, αν δεν είναι ρεαλιστικοί, τίθεται θέμα αξιοπιστίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Σε εθνικό επίπεδο, θέτετε στόχους για νέες θέσεις εργασίας, εκτός από το γενικό βέβαια τη μείωση του ποσοστού ανεργίας;

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ:  Η απάντηση εδώ είναι απλή.  Μου αρέσουν οι φιλόδοξοι στόχοι, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία.   Και θα σας έλεγα ότι έχουν και μια αξία, με την έννοια του ότι βάζεις δημοσίως ψηλά τον πήχη, άρα έχεις αυξημένα κίνητρα να τον επιδιώξεις.

Από την άλλη πλευρά όμως, σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, επειδή κάποιες φορές είδαμε τις πραγματικές επιδόσεις να μην ανταποκρίνονται στους στόχους που έχουν τεθεί – και η Στρατηγική της Λισαβόνας, μέχρι στιγμής δυστυχώς, είναι ένα τέτοιο παράδειγμα- απλώς εξέφρασα, αν θέλετε και κινητροδοτικά, την επιφύλαξη, ώστε, αν είναι να υιοθετηθούν ποσοτικοί στόχοι, να είναι αυξημένη και η πολιτική βούληση για να επιτευχθούν.

Γενικότερα όχι μόνο για την Ευρωπαϊκή Ένωση, για οποιονδήποτε αναλαμβάνει μια δέσμευση ποσοτικής στόχευσης, τίθεται ένα ζήτημα αξιοπιστίας, σε περίπτωση που δεν εκπληρωθεί.  Αυτό είναι το θέμα, όχι γιατί διαφωνώ με τη θέση υψηλών στόχων.  Το ίδιο ισχύει βεβαίως και για την Κυβέρνηση.  Η Κυβέρνηση κινείται στην κατεύθυνση την οποία σας περιέγραψα. Δεν θα επανέλθω.  Νομίζω τα θετικά αποτελέσματα είναι ορατά και μας δίνουν τη δύναμη να συνεχίσουμε, με αυξημένη ορμή, την πολιτική την οποία εφαρμόζουμε.

Δ. ΤΡΙΚΑΣ: Επειδή η λέξη της μόδας αυτής της Συνόδου ήταν το «flexicurity», δείχνει δηλαδή την διάθεση αν θέλετε της Αυστριακής Προεδρίας, φαντάζομαι και πολλών άλλων εκ των 25, να κινηθούν προς την κατεύθυνση του μοντέλου της μεγαλύτερης ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων, παράλληλα με την ενδυνάμωση της κοινωνικής ασφάλειας. Εσείς αποκλείετε τις περαιτέρω παρεμβάσεις – άκουσα πριν να το λέτε και το έχετε ξαναπεί – στις εργασιακές σχέσεις;  Εξαιτίας του πολιτικού κόστους που συνεπάγεται μια μεγαλύτερη παρέμβαση, ή επειδή πιστεύετε ότι η μεταρρύθμιση σε αυτόν τον τομέα για την Ελλάδα έχει ολοκληρωθεί;

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Ευθέως θα σας πω ότι δεν τίθενται κριτήρια πολιτικού κόστους. Και στο συγκεκριμένο θέμα, αλλά και σε όλα τα άλλα θέματα.  Να σας πω κάτι: Είμαι πεπεισμένος ότι αυτό που πιστεύουμε πως είναι καλό για τη χώρα πρέπει να γίνει. Και θα γίνει.  Από εκεί και πέρα όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να υιοθετούμε, κατ’ ανάγκην, την όποια σκέψη παρουσιάζεται σε οποιαδήποτε άλλη χώρα.

Άλλωστε, εντάξει, όλοι μαζί είμαστε μια οικογένεια, αλλά κάθε χώρα έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες.  Προσωπικά θεωρώ ότι η συγκεκριμένη πρωτοβουλία την οποία πήραμε και ήδη υλοποιείται, είναι ικανοποιητική για τις ανάγκες της χώρας.  Τα αποτελέσματά της έχουν αρχίσει ήδη να φαίνονται και πιστεύω ότι θα είναι, πολύ πιο ορατά, στο άμεσο μέλλον.

Πάντως, θα σας πω ότι όλοι αυτοί οι προβληματισμοί είναι γόνιμοι. Σε οποιοδήποτε επίπεδο και στο ευρωπαϊκό.  Το κλειδί όμως στην υπόθεση – και αυτή είναι βαθιά μου πεποίθηση – είναι το πώς μπορεί η χώρα, στη συγκεκριμένη περίπτωση η Ελλάδα, να γίνει ελκυστική για επενδύσεις, να δημιουργεί αίσθημα ασφάλειας στον επενδυτή, να ξεπεράσει τις γραφειοκρατικές δυσκολίες – που, δυστυχώς, παρά τις μεγάλες προσπάθειες που γίνονται, ακόμα σ’ ένα βαθμό έχει – να παράγει περισσότερο, να εξάγει περισσότερο.  Και, ταυτόχρονα, να τα πετύχει όλα αυτά χωρίς να διαταράξει και την κοινωνική γαλήνη, την κοινωνική συνοχή την οποία πρέπει να έχει μια χώρα.

Άλλωστε, το πιο φιλόδοξο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων δεν μπορεί να υλοποιηθεί στην πράξη και σε βάθος χρόνου, εάν η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών δεν αντιλαμβάνεται, δεν στηρίζει την αναγκαιότητά του.