ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ
Βρυξέλλες, 17 Δεκεμβρίου 2005
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΥΠΟΥ
ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ κ. ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ
ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: «Σήμερα είναι μια σημαντική ημέρα για την Ευρώπη, η οποία αποζημιώνει το αίσθημα απογοήτευσης που επικράτησε, δυστυχώς πολλές φορές, το 2005. Αν θυμηθούμε τα δημοψηφίσματα για τη Συνταγματική Συνθήκη και την αποτυχία συμφωνίας του Ιουνίου, τότε μπορούμε να πούμε ότι η σημερινή συμφωνία για τις δημοσιονομικές προοπτικές, εκτός των οικονομικών ωφελημάτων για πολλές χώρες της ΕΕ, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, στέλνει ισχυρό μήνυμα στους λαούς της Ευρώπης. Μήνυμα μιας Ευρώπης που μπορεί να ξεπερνά τις δυσκολίες και έχει τη δυνατότητα να προχωρά. Αξίζει έπαινος, βέβαια, στη Βρετανική Προεδρία για τον εποικοδομητικό της ρόλο στην περίπλοκη αυτή διαπραγμάτευση και για τη γενναιότητα που επέδειξε σχετικά με την αναθεώρηση του γνωστού rebate.
Όπως γνωρίζετε, το ζήτημα των δημοσιονομικών προοπτικών εκκρεμεί εδώ και πολύ καιρό. Τον Ιούνιο δεν είχε καταστεί εφικτό να καταλήξουμε σε μια συμφωνία, παρά τις επίμονες προσπάθειες της Λουξεμβουργιανής Προεδρίας. Και αυτό γιατί πλέον έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια νέα, πολύ δύσκολη και περίπλοκη πραγματικότητα. Στα κράτη που θα επωφεληθούν από αυτές τις χρηματοδοτήσεις έχουν προστεθεί – ταυτόχρονα μάλιστα – 12 νέα, ενώ ο προϋπολογισμός παραμένει κατώτερος του φιλόδοξου εγχειρήματος της διεύρυνσης. Για να το πω απλά, πολλοί περισσότεροι πλέον διεκδικούν κομμάτι από μια αντικειμενικά μικρότερη πίτα. Συγχρόνως, είναι γνωστές οι δυσκολίες που προέκυψαν – ήδη από το 2003 – με την εμμονή της ομάδας των κρατών που δεν δέχονταν προϋπολογισμό υψηλότερο του 1%. Η επίτευξη συμφωνίας μεταξύ 25 κρατών-μελών με διαφορετικές προτεραιότητες και συμφέροντα αποτελούσε ένα, εξ ορισμού, δύσκολο εγχείρημα.
Ήταν, λοιπόν, μια πάρα πολύ δύσκολη και σκληρή διαπραγμάτευση. Προσήλθαμε σ’ αυτήν πλήρως προετοιμασμένοι. Αναλάβαμε από την πρώτη στιγμή κάθε δυνατή πρωτοβουλία. Αναπτύξαμε όλες τις απαραίτητες συμμαχίες. Παρουσιάσαμε μια συγκροτημένη και καλά προετοιμασμένη τεχνική και πολιτική επιχειρηματολογία. Στο πλαίσιο αυτό, είχα σήμερα ιδιαίτερες συναντήσεις με πολλούς ομολόγους μου. Για μια ακόμη φορά αποδείξαμε ότι η συστηματική και καλά σχεδιασμένη προσπάθεια αποδίδει καρπούς. Παρά το γεγονός ότι η Ευρώπη του 2005 δεν είναι η Ευρώπη του 1999, παρά το γεγονός ότι η ΕΕ συμπεριέλαβε στους κόλπους της αρκετά φτωχότερα κράτη, παρά την άρνηση των πλούσιων χωρών να επιμεριστεί δίκαια το κόστος της διεύρυνσης, παρά τις προβλέψεις όσων καταστροφολογούσαν, η Ελλάδα κατάφερε να περάσει μέσα από τις συμπληγάδες αυτές διασφαλίζοντας πλήρως τα συμφέροντά της.
Στη συμφωνία που επετεύχθη σήμερα καταφέραμε να πετύχουμε όλους τους στόχους που είχαμε θέσει. Μέσα στη δύσκολη αυτή συγκυρία, δώσαμε μάχη, ώστε να μην χαθεί για τη χώρα μας ούτε ένα ευρώ από αυτά που θα μπορούσαμε να εξασφαλίσουμε. Σε σχέση με το πακέτο που παρουσιάστηκε τον Ιούνιο και, τελικά, απορρίφθηκε, ο προϋπολογισμός που συμφωνήθηκε σήμερα είναι δυστυχώς μικρότερος. Παρόλα αυτά, καταφέραμε να διατηρήσουμε αυτούσιο το ποσό που αντιστοιχούσε στην Ελλάδα με εκείνη την πρόταση.
Ο συνολικός φάκελος συνοχής της Ελλάδας διαμορφώθηκε σε 20 δισεκατομμύρια 101 εκατομμύρια ευρώ.
Όσον αφορά την Κοινή Αγροτική Πολιτική, μετά την επιμονή πολλών χωρών, προβλέπεται διαδικασία διαλόγου σχετικά με το μέλλον της. Όμως! Δεν πρόκειται να γίνουν αλλαγές έως το 2013. Μια τέτοια απόφαση απαιτεί τη σύμφωνη γνώμη όλων μας και είναι πολλές οι χώρες που δεν συμφωνούν για αλλαγές, πριν από αυτήν την ημερομηνία. Εμείς είχαμε πει από την αρχή ότι δεν πρόκειται να δεχθούμε αναθεώρηση της ΚΑΠ πριν από το 2013, και ότι εμμένουμε σταθερά σε όσα συμφωνήθηκαν από το Συμβούλιο των Βρυξελλών το 2002. Παραμείναμε ανυποχώρητοι σ’ αυτήν τη θέση. Η ΚΑΠ ως το 2013 θα μείνει ως έχει. Συζητήσεις και προετοιμασίες για το μετά μπορούν να γίνονται. Αλλά ως εκεί.
Για τη μικρή διόρθωση που έγινε στο κεφάλαιο της ανάπτυξης της υπαίθρου, εμείς δεσμευόμαστε ότι θα την υπερκαλύψουμε με εθνικό αναπτυξιακό πρόγραμμα.
Βεβαίως, το στοίχημα δεν είναι για μας μόνο τα ποσά που εξασφαλίσαμε για τη χώρα μας. Η Ελλάδα εξακολουθεί να διατηρεί έναν από τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, παρά τις Κασσάνδρες που προέβλεπαν πτώση μετά το πέρας των έργων για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Είμαστε αποφασισμένοι να συνεχίσουμε στο δρόμο αυτό και με τα μέτρα που παίρνουμε διασφαλίζουμε τη μεγαλύτερη δυνατή απορροφητικότητα, αλλά και την αναπτυξιακή αξιοποίηση των κονδυλίων που έχουμε εξασφαλίσει.
Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη σημασία έχουν οι διευκολύνσεις διαχείρισης και απορρόφησης που διασφαλίστηκαν κατά την τελευταία φάση των διαπραγματεύσεων, ενώ στην αρχική βρετανική πρόταση αυτές προβλέπονταν μόνο για τα νέα κράτη – μέλη. Σημαντική ωφέλεια είναι για την Ελλάδα η επέκταση κατά ένα χρόνο της περιόδου δυνατότητας άντλησης πόρων: Αντί για 2 επιπλέον χρόνια, το γνωστό “ν+2”, τώρα θα έχουμε 3 χρόνια μετά το τέλος του κανονικού χρόνου απορρόφησης.
Πετύχαμε, επίσης, μια πολύ ευνοϊκή αύξηση του ποσοστού χρηματοδότησης προγραμμάτων από την ΕΕ από το 75% στο 85%, και στη Στερεά Ελλάδα και στο Νότιο Αιγαίο από το 50% στο 85%. Με απλά λόγια: σε κάθε συγχρηματοδοτούμενο έργο που θα γίνεται στη χώρα μας, η ΕΕ θα πληρώνει το 85% και από τους εθνικούς πόρους θα αντλούμε μόνο το υπόλοιπο 15%. Αυτό σημαίνει ότι θα εξοικονομούμε περισσότερους εθνικούς πόρους, ώστε να υλοποιούμε περισσότερα προγράμματα.
Πετύχαμε, τέλος, ειδικές ρυθμίσεις σε θέματα του Φ.Π.Α. στα συγχρηματοδοτούμενα έργα, με τις οποίες ελαφρύνεται ακόμη περισσότερο ο εθνικός προϋπολογισμός. Η επιτυχία έγκειται στο γεγονός ότι σ’ αυτές τις ρυθμίσεις εντάσσεται και η χώρα μας, ενώ στη διαπραγμάτευση του Ιουνίου αυτές αφορούσαν μόνο τις νέες χώρες.
Παράλληλα, για τις περιφέρειες φυσικής σύγκλισης που δεν είναι επιλέξιμες για πλήρη χρηματοδότηση, μελετούμε τρόπους επιπλέον στήριξης από το Ταμείο Συνοχής και από εθνικούς πόρους.
Τα κονδύλια που εξασφαλίστηκαν θα συμβάλουν στην υλοποίηση του νέου, ειδικά γι’ αυτό το σκοπό διαμορφωμένου, Εθνικού Στρατηγικού Σχεδίου Ανάπτυξης 2007-2013, το οποίο, σε συνδυασμό με τις νέες μεταρρυθμίσεις που έχουν ξεκινήσει, θα δώσει ισχυρή ώθηση στην ανάπτυξη, ώστε η Ελλάδα να ανταποκριθεί με επιτυχία στις νέες διεθνείς ανταγωνιστικές συνθήκες.
Θέλω να κάνω μια ειδική αναφορά στην ευρωπαϊκή προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων. Γνωρίζετε ότι είμαστε υπέρ αυτής, με τη βεβαιότητα ότι η ευρωπαϊκή προοπτική θα δημιουργήσει, σε βάθος χρόνου, συνθήκες σταθερότητας στην περιοχή και ακόμη καλύτερης συνεργασίας μεταξύ των χωρών.
Σε ό,τι αφορά τη FYROΜ θέλουμε την ευρωπαϊκή προοπτική και αυτής της χώρας, γι’ αυτό και συμφωνούμε να θεωρηθεί υποψήφια. Δεν αρχίζουν βέβαια ενταξιακές διαπραγματεύσεις. Αυτό είναι κάτι που μένει ανοιχτό για το μέλλον, χωρίς να ορίζεται οποιαδήποτε ημερομηνία για το πότε θα αρχίσουν αυτές οι διαπραγματεύσεις. Ως προς το θέμα του ονόματος, εξασφαλίσαμε ότι η συνεργασία της χώρας αυτής για την εξεύρεση μιας αμοιβαίως αποδεκτής λύσης θα αποτελεί πλέον υποχρέωσή της έναντι της ΕΕ. Και αυτό θα είναι ένα από τα κριτήρια – και μάλιστα τα βραχυπρόθεσμα – βάσει των οποίων θα αποφασιστεί η έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Επιβεβαιώθηκε ακόμη ότι, έως ότου βρεθεί μια τέτοια λύση, η ΕΕ θα χρησιμοποιεί το όνομα FYROM, Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, και μόνο αυτό για τη συγκεκριμένη χώρα. Κάτι άλλωστε που δηλώθηκε επισήμως και από τη Βρετανική Προεδρία στο Συμβούλιο.
Ήταν μια μακρά και δύσκολη νύχτα. Είμαστε όμως πολύ ικανοποιημένοι από το αποτέλεσμα. Τόσο για όσα εξασφαλίσαμε για τη χώρα μας, όσο, βεβαίως, και γιατί σήμερα επιτύχαμε μια πολύ σημαντική συμφωνία για την ΕΕ.
Β. ΧΙΩΤΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, αν κατάλαβα καλά, το μόνο σκοτεινό σημείο, το γκρίζο σημείο θα έλεγα είναι τα κονδύλια για την ανάπτυξη της υπαίθρου. Έχετε υπολογίσει πόσο θα χρειαστεί να συνεισφέρουμε από τον εθνικό προϋπολογισμό για αυτά τα κονδύλια της ανάπτυξης της υπαίθρου και για τις μη επιλέξιμες Περιφέρειες, για τις οποίες θα χρειαστεί συνεισφορά από τον εθνικό προϋπολογισμό;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Το είπα πριν, αλλά θέλω να επιμείνω σε αυτό. Καταρχήν, σας είπα ότι κατ’ απαίτηση και πίεση κάποιων χωρών, κυρίως της Προεδρίας – είναι γνωστή άλλωστε η θέση της – μπήκε η περίφημη «ρήτρα αναθεώρησης», αλλά δεν το κάναμε μόνοι μας. Σε συμφωνία με πολλές άλλες χώρες, φαντάζομαι λίγο πολύ τις γνωρίζετε, που έχουν ταυτόσημες απόψεις μαζί μας, έχουμε κάνει και ρητή συνεννόηση ότι αυτό αφορά την περίοδο από το 2013 και μετά, αφού άλλωστε αυτές οι αποφάσεις λαμβάνονται με ομοφωνία. Το τονίζω αυτό για να μην υπάρχει καμία ασάφεια.
Τώρα, σε σχέση με τους πόρους. Αυτό που προέκυψε και δεν είχε συμπεριληφθεί στην συμφωνία του 2002, είναι η επικείμενη είσοδος, σε ένα χρόνο, των δύο νέων επιπρόσθετων μελών, της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας.
Για την ένταξη των κρατών αυτών στις σχετικές προβλέψεις για την ΚΑΠ κλήθηκαν να συνεισφέρουν αναλογικά όλα τα μέλη. Και το ποσό που προέκυψε για την χώρα μας είναι κάτι παραπάνω από 100 εκατομμύρια ευρώ.
Ως προς την ανάπτυξη της υπαίθρου, σας είπα και πριν ότι εμείς δεσμευτήκαμε πως η σχετική διόρθωση θα υπερκαλυφθεί από εθνικούς πόρους. Η εικόνα που έχουμε δεν είναι απόλυτη, αλλά είναι της τάξεως των περίπου 200 εκατομμυρίων.
ΧΡ. ΠΟΥΛΙΔΟΥ: Κύριε Πρόεδρε, ο κοινοτικός προϋπολογισμός θεωρείται ως η δημοσιονομική έκφραση της αλληλεγγύης. Η αρχική πρόταση της βρετανικής Προεδρίας με την τελική έχουν μία διαφορά 13 δις ευρώ, περίπου, τα οποία κατανέμονται σε 7 χρόνια σε 27 χώρες.
Η βασική επίκριση που δεχόταν η βρετανική Προεδρία ότι παραβίαζε κάθε έννοια αλληλεγγύης. Με αυτή την διαφορά των 13 δις ευρώ, που όπως είπαμε αναλύονται και κατανέμονται σε πολλές χώρες και σε πολλά χρόνια, αποκαθίσταται η έννοια της αλληλεγγύης; Και δεύτερον, έχετε εικόνα αν τα κονδύλια που αναφέρονται στην έρευνα και στην καινοτομία διευκολύνουν ή όχι την στρατηγική της Λισσαβόνας;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Σας είπα εξαρχής ότι η σκληρή πραγματικότητα του προϋπολογισμού απέχει από την οραματική φιλοδοξία πολλών, και πάντως σε αυτούς συμπεριλαμβανόμαστε και εμείς, για την Ευρώπη. Υπάρχει αναμφισβήτητα μεγάλη απόσταση. Αν θέλετε μπορούμε να κάνουμε και μακρά συζήτηση άλλη στιγμή όχι εδώ αυτή την ώρα.
Σε αυτή προσμετρώνται όχι μόνο ποσοτικά, αλλά, όπως αναφέρατε, και ποιοτικά κριτήρια. Ένα από αυτά είναι πώς ορίζει κανείς την αλληλεγγύη, ή αν θέλετε την έννοια της δίκαιης κατανομής και μάλιστα σε τι βάθος χρόνου. Δέχομαι ότι εκεί μπορεί να υπάρχει πολύ μεγάλο περιθώριο συζήτησης.
Όμως, για να μιλά κανείς για την χειροπιαστή πραγματικότητα, εδώ είχαμε κάποια δεδομένα. Τα δεδομένα ήταν η αδυναμία επίτευξης συμφωνίας, οι πολύ μεγάλες αντιθέσεις – δεν μιλώ για σήμερα ή για τους τελευταίους μόνο μήνες, αλλά για σειρά ετών που είχε ξεκινήσει σιγά σιγά να γίνεται η επεξεργασία αυτού του θέματος – ρήξη σχεδόν τον Ιούνιο, η πολύ μεγάλη διαφορά θέσεων όχι μόνο μεταξύ των μελών αλλά και μεταξύ ομαδοποιημένων γκρουπ χωρών και κυρίως οι ‘’δότριες’’ χώρες, ας τις πω έτσι, οι χώρες που συνεισφέρουν περισσότερο στον προϋπολογισμό σε σχέση με τις άλλες, σε μία Ευρώπη που είναι πολύ πιο δύσκολο να πάρεις αποφάσεις λόγω του μεγάλου αριθμού αλλά και λόγω των νέων μεγάλων ανισοτήτων που έχουν προκύψει.
Υπάρχουν λοιπόν αυτά τα δεδομένα, ίσως και το βάρος της αγωνίας ότι μία παράταση της εκκρεμότητας θα ήταν πάρα πολύ επιβαρυντική, καταρχήν, για την Ευρώπη.
Αντιλαμβάνεστε ότι μετά την πολύ δύσκολη αυτή χρονιά, μία αποτυχία σήμερα θα ισοδυναμούσε με ένα καίριο πλήγμα για την εικόνα, την αξιοπιστία αλλά και την πραγματική λειτουργικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οφείλω να σας πω, όμως, ότι το πλήγμα θα αφορούσε και εμάς, μιλώ για την χώρα, διότι με την έναρξη της καινούριας χρονιάς τα δεδομένα τα οποία είχαμε στο μυαλό μας τον Ιούνιο, και συν Θεώ επιτύχαμε σήμερα, δεν θα ίσχυαν, οποιαδήποτε διαπραγματευτική ικανότητα ή προσπάθεια και αν καταβαλλόταν. Και νομίζω, επειδή όλοι σας είστε ενήμεροι και λίγο -πολύ έχουμε γίνει όλοι επαΐοντες στα εσωτερικά της ΕΕ, αντιλαμβάνεστε τι εννοώ.
Λοιπόν, με όλες αυτές τις παραμέτρους, οφείλω να πω ότι είμαι ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα. Όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για την Ευρώπη.
Τώρα, αν με ρωτήσετε γι’ αυτόν τον προϋπολογισμό που έφτασε τελικά να είναι της τάξεως του 1,045%, που είναι πιο κάτω και από την λουξεμβουργιανή πρόταση, η οποία ήδη ήταν ένας μεγάλος συμβιβασμός και πάντως μεγάλη υποχώρηση σε σχέση με την πρόταση της Commission, θα σας πω ότι είμαι εξαρχής υπέρ της πρότασης της Commission. Οχι μόνο εγώ, αλλά και πολλοί άλλοι.
Εν πάση περιπτώσει, ζούμε σε ένα δύσκολο κόσμο, όπου επιτυγχάνει κανείς αυτό που είναι εφικτό. Με αυτά τα δεδομένα είναι επιτυχία και δεν μιλώ μόνο από ελληνικής πλευράς, αλλά νομίζω ότι και για την Ευρώπη είναι ένα βήμα μπρος.
Η Ευρώπη έχει να κάνει τώρα πολλά βήματα ακόμα για να καλύψει τα κενά που έχει, μεταξύ των οποίων ένα από αυτά αφορά τα ζητήματα της αλληλεγγύης, της πραγματικής αλληλεγγύης.
ΕΛ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ: Κύριε Πρόεδρε, σημειώσατε ότι η παράταση, από δύο σε τρία χρόνια, του χρόνου απορρόφησης των κονδυλίων για προγραμματισμένα έργα θα βοηθήσει ώστε να αυξηθεί ο ρυθμός απορροφητικότητας. Μιλήσατε για την μεγαλύτερη δυνατή απορροφητικότητα.
Ωστόσο, οι δείκτες απορροφητικότητας στη χώρα μας παραμένουν αρκετά χαμηλοί. Εκτιμάτε ότι με τη νέα αυτή ευρωπαϊκή επιταγή που πήραμε θα έχουμε καλύτερες επιδόσεις;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Η ερώτηση ανάγεται περισσότερο σε εσωτερικής συζήτησης. Πράγματι έχουν βελτιωθεί πολύ οι δείκτες, αλλά χρειάζεται ακόμα μεγάλη προσπάθεια. Είναι ένας βασικός στόχος και ένας καθημερινός αγώνας δρόμου να πετύχουμε ακόμα μεγαλύτερη αύξηση απορρόφησης για να μην έχουμε απώλεια πόρων.
Είναι αναμφισβήτητο, δεν θέλω να μπω σε κριτική γιατί υπάρχει αυτή η καθυστέρηση, αν είχε γίνει πριν καλά, ή σε ποιο βαθμό η δουλειά προετοιμασίας. Εν πάση περιπτώσει, θεωρώ ότι με την κτηθείσα εμπειρία και για το τρέχον Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης και, ακόμα περισσότερο, για το επόμενο τα πράγματα θα είναι καλύτερα. Και πάντως το ν+2 που μεταβάλλεται σε ν+3, για να το πω έτσι απλοϊκά, είναι μία σημαντική διευκόλυνση.
ΕΛ. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ: Κύριε Πρόεδρε, το γεγονός ότι η Ελλάδα πήρε αυτά τα χρήματα είναι ιδιαίτερα ικανοποιητικό. Ωστόσο, η κριτική που γίνεται αυτή την στιγμή είναι ότι από την άλλη πλευρά, ουσιαστικά ταυτίζεται με τις νέες χώρες και υποβαθμίζεται ο ρόλος της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τι λέτε για αυτό;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Όποιος τα λέει αυτά δεν έχει καταλάβει τί είναι Ευρώπη. Νομίζω ότι είναι εκτός τόπου και χρόνου. Η Ελλάδα είναι μία χώρα η οποία παίζει τον ρόλο της στην Ευρώπη, νομίζω εποικοδομητικά. Είναι σημαντικό ότι στον τόπο μας πάντως σίγουρα τα δύο μεγάλα κόμματα, που τα τελευταία είναι εκείνα που εναλλάσσονται στην εξουσία, έχουν σταθερό ευρωπαϊκό προσανατολισμό.
Από εκεί και πέρα, η Ελλάδα είναι μία χώρα η οποία ακόμα έχει δρόμο να διανύσει για να πετύχει τη σύγκλιση. Αυτή είναι η αλήθεια.
Δεν θέλω να μπω, σήμερα τουλάχιστον, στη συζήτηση αν θα μπορούσαμε να έχουμε αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που είχαμε και τους πόρους που διατέθηκαν τα προηγούμενα χρόνια. Ξέρετε την άποψή μου. Χάθηκαν χρόνια, χάθηκαν ευκαιρίες, χάθηκαν χρήματα. Δεν είναι ώρα για να είμαστε αρνητικοί. Και πάντως όχι στην σημερινή μέρα και όχι σε αυτό τον χώρο.
Σημασία έχει ότι έχει προοδεύσει η Ελλάδα και μπορεί να κάνει ακόμα πολύ πιο γρήγορα βήματα, να φτάσει τον κοινοτικό μέσο όρο και να τον ξεπεράσει στο επόμενο, προσεχές θα έλεγα, μέλλον.
Κατά συνέπεια, η ταύτιση με τις νέες χώρες δεν είναι μία πραγματικότητα. Δεν θέλω να πάω σ’ αυτήν την κουβέντα, αλλά θα έλεγα ότι θα έπρεπε να είχατε ίσως την εικόνα, που κι εγώ εμπειρικά έχω αποκτήσει, για τις απόψεις, τις αγωνίες που έχουν οι νέες χώρες, όπως ακούστηκαν τον Ιούνιο, όταν δεν επετεύχθη συμφωνία. Ήταν μία εικόνα, πραγματικά, ιδιαίτερα λυπηρή, θα έλεγα, για τις χώρες αυτές. Όπως, επίσης, και την ανακούφιση τη σημερινή, που δείχνει το μέγεθος των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν. Δεν υπάρχει, λοιπόν, τέτοιου είδους σύγκριση.
ΣΠ. ΓΚΟΥΤΖΑΝΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, υπάρχει μια αίσθηση, τουλάχιστον στα Μέσα Ενημέρωσης, ότι η χώρα μας και κατ΄ επέκταση η Κυβέρνησή σας είναι ευνοημένη από αυτή τη συγκυρία που οδήγησε στη συμφωνία. Ίσως γιατί δεν μας είχατε περιγράψει επαρκώς, ούτε τους στόχους που έχει βάλει για αυτή τη διαπραγμάτευση, ή τις προπαρασκευαστικές ενέργειες που είχε κάνει ή στο τελικό στάδιο. Νομίζετε ότι σας αδικεί αυτή η αίσθηση; Μπορείτε να μας πείτε τώρα κάτι περισσότερο;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Σημασία δεν έχει αν νομίζω εγώ ότι με αδικεί ή όχι. Στο κάτω-κάτω, στη δουλειά που κάνουμε η κριτική και μάλιστα η δημόσια κριτική είναι αναφαίρετο δικαίωμα, είναι αποδεκτή, έως καλοδεχούμενη.
Νομίζω όμως ότι στην πολιτική τα πράγματα κρίνονται εκ του αποτελέσματος. Έγινε μια προσπάθεια σοβαρή, μεθοδική, χωρίς τυμπανοκρουσίες, χωρίς μεγάλες κουβέντες. Και νομίζω πετύχαμε απόλυτα τους στόχους μας. Δεν σας κρύβω ότι εγώ πέρασα στιγμές προβληματισμού, εάν με την αποτυχία του Ιουνίου θα μπορούσαμε, όχι να πετύχουμε, έστω να πλησιάσουμε σχετικά αυτό που εξασφαλίσαμε στην μη όμως τελικά εγκριθείσα ή αποφασισθείσα πρόταση της Λουξεμβουργιανής Προεδρίας.
Και είχα αυτό τον προβληματισμό, τολμώ να πω την αγωνία, διατί είδα τους λόγους για τους οποίους ναυάγησε η πρόταση του Ιουνίου. Και είχα πλήρη αντίληψη ότι πλέον θα προετοιμαστούν προτάσεις στη βάση μιας μικρότερης πίτας. Το τελικό λοιπόν αποτέλεσμα, οφείλω να πω με ικανοποιεί και μας ικανοποιεί. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Έγινε σοβαρή προετοιμασία και προσπάθεια.
Κ. ΜΟΣΧΟΝΑΣ: Κύριε Πρόεδρε, είπατε ότι η αναθεώρηση θα αρχίσει να εφαρμόζεται από το 2014, αν δεν κάνω λάθος. Στο κείμενο, αυτό το κείμενο της Προεδρίας, που είχαμε στα χέρια μας προηγουμένως, δεν αναφέρεται καθόλου η περίοδος 2014. Δεν μιλάει καθόλου. Υπάρχει μια ασάφεια ότι θα εφαρμοστεί η αναθεώρηση από το 2014. Απλώς αναφέρεται ότι, με βάση την αναθεώρηση, θα πάρουν αποφάσεις οι αρχηγοί κρατών-κυβερνήσεων και θα γίνει ο επόμενος προϋπολογισμός.
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Νομίζω ότι ήμουν απόλυτα σαφής. Αν θέλετε να πάω και ένα βήμα παρακεί, η διατύπωση είναι προϊόν συμβιβασμού, για να μπορούν να καλυφθούν και εκείνες οι πλευρές που επέμειναν πάρα πολύ στο ζήτημα αυτό.
Από την ώρα όμως που αποφασίζεται με ομοφωνία – και επαναλαμβάνω δεν είναι μόνο δική μας θέση, αλλά και πολλών άλλων κρατών και ιδρυτικών κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης – αντιλαμβάνεσθε ότι το ζήτημα αυτό δεν είναι κάτι το οποίο μπορεί, ελαφρά τη καρδία, να αντιμετωπιστεί από οποιονδήποτε θα ήθελε να αναθεωρηθεί στην πράξη. Συζήτηση μπορεί να ξεκινήσει, αλλά πρακτική που να αφορά συγκεκριμένα μέτρα, μεταφορές πόρων, πληρωμές, επιδοτήσεις νομίζω ότι δεν τίθεται σε καμία συζήτηση μέχρι και τη λήξη του 2013.
Μ. ΣΠΥΡΑΚΗ: Κύριε Πρόεδρε, στην Αθήνα ο Αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης σας κατηγόρησε ότι χαμηλώσατε, ευθύς εξ αρχής, τον πήχυ για να παρουσιάσετε μια επιτυχία. Υπήρξαν και στη συνέχεια αυτής της κριτικής δημοσιεύματα, τα οποία σας εμφάνιζαν απλώς τυχερό γιατί η συγκυρία έφερε την Ελλάδα να ταυτίζει τα συμφέροντά της με την Πορτογαλία. Έχετε μια απάντηση σε αυτή την κριτική;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Γνωριζόμαστε χρόνια και ξέρετε ότι, ειδικά εκτός ελληνικού εδάφους αποφεύγω να κάνω τέτοιους σχολιασμούς. Και, εν πάση περιπτώσει, να πάω ένα βήμα παρακεί και να πω ότι δεν θέλω να σχολιάσω ατυχείς δηλώσεις. Διαχρονικά ατυχείς δηλώσεις.
ΑΝ. ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, εγώ ήθελα να ρωτήσω το εξής. Στην υπόθεση της ΚΑΠ, στην περίπτωση που τεθεί το ζήτημα της αναθεώρησης, εσείς λέτε ότι δεν θα τεθεί, γιατί το λένε πολλές χώρες, θα ήταν διατεθειμένη η Ελλάδα σε μια τέτοια περίπτωση να θέσει εκείνη τη στιγμή βέτο;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Σας είπα και πριν. Εμείς έχουμε μια ξεκάθαρη θέση. Είναι κατανοητή. Εκτός από εμάς την ίδια θέση έχουν και πολλές άλλες χώρες. Αλλά, εάν δεν υπήρχε μια συμβιβαστική φρασεολογία στο συγκεκριμένο ζήτημα δεν θα υπήρχε συμφωνία. Δεν θα υπήρχε η ομολογουμένως γενναία πρωτοβουλία της Βρετανικής Προεδρίας για το θέμα του rebate.
Λοιπόν, πρέπει να κατανοήσουμε όλοι και τις ανάγκες των άλλων, στο βαθμό που δεν τίθενται εν κινδύνω εκείνα που θεωρούμε ζωτικά συμφέροντα. Επειδή λοιπόν το θέμα της ΚΑΠ είναι ζωτικό εθνικό συμφέρον, πιστεύω ότι διασφαλίζεται απόλυτα η προοπτική μέχρι και το 2013. Νομίζω ότι γίνομαι απόλυτα σαφής. Δεν κάνει να πω περισσότερα.
ΕΙΡ. ΚΑΡΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ: Στις εισαγωγικές σας παρατηρήσεις, αλλά και πριν από λίγο, αναφερθήκατε δυο φορές στην γενναιότητα της Βρετανίας, την οποία διαπιστώνουνε και όλοι σε σχέση με το περίφημο rebate. Από την άλλη μεριά, τον περασμένο Ιούνιο, αντίστοιχα ο κύριος Μπλερ πάλι από όλους σχεδόν θεωρήθηκε υπεύθυνος για το ναυάγιο. Ήθελα την ερμηνεία σας. Που αποδίδετε την αλλαγή της στάσης του κυρίου Μπλερ; Δεν είναι ο φανατικότερος ευρωπαϊστής. Γιατί ξαφνικά συνέβαλε στο να υπάρξει συμφωνία απόψεων;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Πρώτον, σε διαφορετική χρονική στιγμή βλέπει κανείς και διαφορετικές συνθήκες και έχει και διαφορετικές προσλαμβάνουσες. Δεύτερον, άλλο το βάρος της διαχείρισης της προεδρίας και άλλο απλώς η έκφραση της άποψης ενός κράτους-μέλους.
Και, τρίτον, δεν είναι η ώρα να κάνουμε αποτίμηση ενός συγκεκριμένου ηγέτη. Αλλά, επειδή είπατε δεν είναι και ο πιο ευρωπαϊστής, πάντως με βρετανικά κριτήρια δεν ξέρω αν θα βρίσκατε ευρωπαϊκότερο.