ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ

 

Βρυξέλλες, 14 Μαρτίου 2007

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΥΠΟΥ

ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ κ. ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ

ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΕΡΑΣ ΤΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ

ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

 

 

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Κύρια θέματα των εργασιών του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου αποτέλεσαν ο τρίτος κύκλος εφαρμογής της Στρατηγικής της Λισαβόνας, η Κλιματική Αλλαγή και η Ενεργειακή Ασφάλεια, καθώς και η γαλλική πρόταση για την Ένωση για τη Μεσόγειο.

 

Ως προς το πρώτο θέμα, ολοκληρώνεται πλέον ο πρώτος τριετής κύκλος, της Αναθεωρημένης Στρατηγικής της Λισαβόνας και εγκαινιάζεται ο επόμενος κύκλος για τα έτη 2008-2010. Είναι αλήθεια ότι η αναβίωση της Στρατηγικής της Λισαβόνας, το 2005, υπήρξε ουσιαστική και ο ρυθμός υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων έχει επιταχυνθεί σημαντικά, με απτά αποτελέσματα, σε σχέση και με την ανάπτυξη και την απασχόληση. Η έμφαση πλέον είναι στην επιτάχυνση της υλοποίησης.

 

Θέλω να τονίσω, στο σημείο αυτό, ότι η ελληνική οικονομία έχει ωφεληθεί σημαντικά απ΄ τις μεταρρυθμίσεις που υιοθετήσαμε, στο πλαίσιο της Στρατηγικής της Λισαβόνας. Το δημοσιονομικό έλλειμμα μειώθηκε εντυπωσιακά. Η ανάπτυξη διατηρείται στο 4% κατά μέσο όρο την τελευταία τριετία. Και, βέβαια, η ανεργία μειώθηκε κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες.

 

Η πρόσφατη επιδείνωση της οικονομικής συγκυρίας διεθνώς, μας παρακινεί να επιταχύνουμε τις μεταρρυθμίσεις και να εφαρμόσουμε τα Εθνικά Μεταρρυθμιστικά Προγράμματα. Ο κύριος παράγοντας της οικονομικής ανάπτυξης στο μέλλον θα είναι η γνώση και η καινοτομία. Γι αυτό, οφείλουμε να εντείνουμε τις προσπάθειες μας, από κοινού με τον ιδιωτικό τομέα, για να επενδύσουμε στην έρευνα και στην εκπαίδευση. Στο πλαίσιο αυτό, συμφωνήσαμε να δημιουργήσουμε μια ‘’πέμπτη ελευθερία’’, την ελευθερία της κυκλοφορίας της γνώσης, με την ενίσχυση της διασυνοριακής κινητικότητας των επιστημόνων και των φοιτητών, με την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, με την προώθηση της αμοιβαίας αναγνώρισης προσόντων και με τη δημιουργία νέας γενιάς ερευνητικών υποδομών.

 

Υπογραμμίσαμε, επίσης, τη σημασία της Ενιαίας Αγοράς, ως κύριου μοχλού ενίσχυσης της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητος στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον και υποδείξαμε τις άμεσες προτεραιότητες για την περαιτέρω βελτίωση της λειτουργίας της, προς όφελος των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και των καταναλωτών. Συζητήσαμε ακόμα τον ρόλο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, που είναι η ραχοκοκαλιά της Ευρωπαϊκής Οικονομίας και συμβάλλουν ουσιαστικά στην απασχόληση. Και για το λόγο αυτό, συμφωνήσαμε να υλοποιήσουμε μέτρα, προκειμένου να βελτιωθεί η πρόσβαση των επιχειρήσεων αυτών σε πηγές χρηματοδότησης και σε δημόσιους διαγωνισμούς. Εξετάσαμε, παράλληλα, το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής, που αποτελεί, άλλωστε, και βασική παράμετρο της Στρατηγικής της Λισαβόνας.

 

Η Ελλάδα στηρίζει το πλαίσιο πολιτικής της ΕΕ για την Κλιματική Αλλαγή. Συμμεριζόμαστε την ανάγκη προώθησης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και των εργαλείων υποστήριξης αυτών των πολιτικών, όπως η μείωση εκπομπών και το σύστημα εμπορίας εκπομπών ρύπων. Η επίτευξη μιας διεθνούς συμφωνίας για το κλίμα είναι μεγάλης, πρωταρχικής σημασίας και η ΕΕ θα πρέπει να διατηρήσει τον καθοδηγητικό της ρόλο στις σχετικές διαπραγματεύσεις. Κοινή ήταν η διαπίστωση ότι η ΕΕ, αναλαμβάνοντας την ευθύνη που της αναλογεί, δίνει ένα καλό παράδειγμα προς τις τρίτες χώρες, αλλά δεν μπορεί να περιορίσει, ουσιαστικά, τις παγκόσμιες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής από μόνη της.

 

Η Ελλάδα είναι θετική επί της αρχής, όσον αφορά στο ζήτημα μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Το θέμα της μείωσης των ρύπων, όμως, απαιτεί συχνά μία δύσκολη ισορροπία, καθώς οφείλει να συνδυάσει την προσήλωση στους περιβαλλοντικούς στόχους με τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, σε παγκόσμιο επίπεδο. Με γνώμονα λοιπόν την διασφάλιση της κατάλληλης ισορροπίας μεταξύ στόχων της Ε.Ε. και διεθνών δεσμεύσεων, θα πρέπει να στείλουμε ένα μήνυμα ενίσχυσης της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας. Παράλληλα, όμως, θα πρέπει να πιέσουμε τους εταίρους μας, σε διεθνές επίπεδο, να σεβαστούν αντίστοιχα, τους περιορισμούς που τίθενται για την προστασία του περιβάλλοντος.

 

Μας απασχόλησε, επίσης, το ζήτημα της ενεργειακής ασφάλειας. Η Έκθεση που παρουσίασε ο Ύπατος Εκπρόσωπος για τις Εξωτερικές Σχέσεις της ΕΕ, κ. Σολάνα, αντικατοπτρίζει την αυξανόμενη ανησυχία για το ζήτημα αυτό, ενώ υπογραμμίζει τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στη διεθνή ασφάλεια. Από πλευράς μας, τονίσαμε ότι το κλειδί για την επίτευξη της ενεργειακής ασφάλειας είναι η διαφοροποίηση τόσο των προμηθευτών, όσο και των προμηθειών και των οδών διέλευσης για την εισαγωγή ενεργειακών πόρων. Είναι γνωστό ότι την πολιτική αυτή την εφαρμόζει η Ελλάδα ενεργά και με συνέπεια. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η συμφωνία και για τον αγωγό Μπουργκάς- Αλεξανδρούπολη, ο αγωγός φυσικού αερίου που συνδέει την Τουρκία, την Ελλάδα και την Ιταλία, καθώς βέβαια και η συμμετοχή μας στο δίκτυο South Stream για τη μεταφορά φυσικού αερίου.

 

Συζητήσαμε, τέλος, τη γαλλική πρόταση για τη δημιουργία Ένωσης για τη Μεσόγειο, Η Ελλάδα τάχθηκε εξαρχής ένθερμα υπέρ της πρωτοβουλίας αυτής, κάτι που υπαγορεύει, άλλωστε, η γεωγραφική μας θέση και οι άριστες σχέσεις που διατηρούμε με το σύνολο των χωρών της Μεσογείου. Επιδιώξαμε μάλιστα από νωρίς, να εμπλουτίσουμε αυτή την πρόταση με δικές μας ιδέες, για να συμβάλλουμε στη διαμόρφωσή της. Η προοπτική αυτή θα ενισχύσει τις ήδη υφιστάμενες δομές της ευρω-μεσογειακής συνεργασίας, θα εξασφαλίσει την ενεργό εμπλοκή όλων των κρατών-μελών και των οργάνων της ΕΕ και βέβαια θα αποσκοπεί στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, την ασφάλεια και τη σταθερότητα και κυρίως την οικονομική συνεργασία στην περιοχή. Στο πλαίσιο αυτό, χαιρετίζουμε τη σημερινή παρουσίαση της πρότασης αυτής στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, οι βασικές παράμετροι της οποίας απηχούν τις ελληνικές θέσεις.

 

Όπως είναι φυσικό, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, εργαστήκαμε και για την ενημέρωση των εταίρων μας στο θέμα της διαπραγμάτευσης που γίνεται, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, για την εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτής λύσης στο θέμα της ΠΓΔΜ. Για το θέμα αυτό είχα και την ευκαιρία να ενημερώσω αρκετούς ομολόγους μου, μεταξύ των οποίων την, Καγκελάριο Μέρκελ, με την οποία συναντήθηκα το πρωί, το Γάλλο Πρόεδρο κ. Σαρκοζί, όπως επίσης είχα και μια συζήτηση με τον νεοεκλεγέντα Πρόεδρο της Κύπρου κ. Χριστόφια.

 

Δ. ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, η γειτονική μας χώρα, τα Σκόπια, φαίνεται ότι βρίσκεται στο μέσον μιας πολιτικής κρίσης και μάλιστα λίγες μέρες πριν από την Σύνοδο του ΝΑΤΟ, σε μία χρονική στιγμή κρίσιμη για τις διαπραγματεύσεις για το ζήτημα της ονομασίας. Εκτιμάτε ότι αυτή η κρίση μπορεί να επηρεάσει την εξελισσόμενη διαπραγμάτευση με την Ελλάδα; Μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τις ελληνικές προσπάθειες, καθώς και την ελληνική θέση για την εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτής λύσης αυτή την στιγμή;

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Γνωρίζετε ότι η Ελλάδα συμμετέχει εποικοδομητικά στη διαδικασία που γίνεται στο πλαίσιο του ΟΗΕ για την εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτής λύσης στο ζήτημα της ονομασίας. Ενός ζητήματος, που, στην ουσία, αφορά τις σχέσεις καλής γειτονίας στην ιδιαίτερα ευπαθή περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Εμείς, όπως το έχω πει πολλές φορές, επιδιώκουμε λύση, στη βάση μίας σύνθετης ονομασίας, με γεωγραφικό προσδιορισμό, έναντι όλων. Αυτό που λέμε ‘’erga omnes’’. Μόνο μία τέτοια καθαρή, πρακτική λύση μπορεί να βάλει οριστικά τέρμα σ’ ένα ζήτημα που επηρεάζει αρνητικά την περιφερειακή σταθερότητα και τη συνεργασία, κάτι που άλλωστε αναφέρεται και στις σχετικές αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Και βέβαια επηρεάζει τις διμερείς σχέσεις με την Ελλάδα, αλλά και τις ευρωπαϊκές, τις ευρωατλαντικές φιλοδοξίες της FYROM.

 

Εμείς έχουμε μία πολύ καθαρή και ειλικρινή θέση, που δεν επιδέχεται οποιαδήποτε παρερμηνεία. Μη λύση σημαίνει μη πρόσκληση, δηλαδή μη ένταξη στο ΝΑΤΟ. Και το εννοούμε, γιατί δεν μπορεί να κτιστούν συμμαχικές σχέσεις και σχέσεις αλληλεγγύης, πάνω στην -επιτρέψτε μου να πω- σαθρή βάση σοβαρών εκκρεμοτήτων και προβλημάτων. Αυτή η θέση ισχύει σήμερα και θα ισχύει και αύριο. Θα ισχύει έως την επίτευξη αμοιβαία αποδεκτής λύσης. Νομίζω ότι είναι πολύ ξεκάθαρες κουβέντες αυτές.

 

Θέλουμε να πιστεύουμε και να ελπίζουμε, ότι οι τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις στη γειτονική χώρα δεν θα χρησιμοποιηθούν ούτε ως πρόφαση, ούτε ως άλλοθι, είτε για τη διαιώνιση ενός 17χρονου αδιεξόδου, είτε για μία δήθεν, μία ψευδεπίγραφη συμβιβαστική διευθέτηση. Μία τέτοια προσέγγιση δεν μπορεί -είναι ευνόητο- να γίνει αποδεκτή. Η Ελλάδα έχει διανύσει -και μάλιστα με το παραπάνω- την απόσταση για το σημείο σύγκλισης και περιμένουμε να πράξει το ίδιο και η άλλη πλευρά.

 

Παραμένουμε σταθερά και στην, υπό τον ΟΗΕ, διαπραγματευτική διαδικασία, καθώς και στην θέση μας για οριστική, ξεκάθαρη, πρακτική, αμοιβαίως αποδεκτή λύση. Μία λύση που θα έχει ευεργετικό αντίκτυπο στην περιφερειακή σταθερότητα και συνεργασία, στην πλήρη ομαλοποίηση των διμερών μας σχέσεων με την συγκεκριμένη χώρα και βεβαίως στην σταθερότητα, στην οικονομική ανάπτυξη, στις ευρωπαϊκές προσδοκίες της γειτονικής χώρας.

 

Β. ΧΙΩΤΗΣ: Για το ίδιο θέμα, κύριε Πρόεδρε. Πραγματοποιήθηκε χθες μία συνάντηση της Υπουργού Εξωτερικών με τον Πρωθυπουργό των Σκοπίων. Και μάλιστα με μια ασυνήθιστη διαδικασία. Με την παρουσία μιας διπλωματικής υπαλλήλου από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Θέλω να σας ρωτήσω, τι νόημα είχε, ποια σκοπιμότητα είχε αυτή η συνάντηση, από τη στιγμή που –απ’ ό,τι αντιλαμβανόμαστε- δεν υπάρχει κάτι νέο στις θέσεις της γειτονικής χώρας. Αυτή η διαδικασία, όπως ξεκίνησε, δημιουργεί κάποιο πρόβλημα στη χώρα μας; Μήπως γινόμαστε ένα μέρος του προβλήματος στα Δυτικά Βαλκάνια; Συζητάτε, συζητάει η Κυβέρνησή σας αναβάθμιση της διαδικασίας του επιπέδου διαπραγμάτευσης, και απλώς χθες ήταν ένα ξεκίνημα αυτής της διαδικασίας;

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Να ξεκινήσω με το εξής. Κανένα πρόβλημα δεν μας δημιουργεί. Και θα σας έλεγα μάλιστα, ως γενική αρχή, όταν έχεις καθαρές θέσεις, δεν έχεις κανένα λόγο να φοβάσαι την οποιαδήποτε συζήτηση. Έκρινα σκόπιμη μια τέτοια συνάντηση της Υπουργού Εξωτερικών με την Κυβέρνηση των Σκοπίων. Όχι γιατί μπαίνουμε σε καμιά απευθείας διαπραγμάτευση, αφού, όπως όλοι ξέρουμε, αυτή γίνεται στο πλαίσιο του ΟΗΕ, με τη συγκεκριμένη διαδικασία υπό τον κ. Νίμιτς, αλλά διότι η χώρα οφείλει να επιδιώκει, σε όλα τα επίπεδα, την εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτής λύσης.  Και αυτή η κίνηση, αν θέλετε, αποδεικνύει, για μια ακόμα φορά, ότι προσερχόμαστε με καλή διάθεση στη διαδικασία εξεύρεσης λύσης, κάτι που –όπως είπα και πριν- περιμένουμε αντιστοίχως και από την άλλη πλευρά. Από εκεί και πέρα, αν εξυπηρετούνται –κι εγώ πιστεύω ότι εξυπηρετούνται- με όλες αυτές τις πρωτοβουλίες τα συμφέροντα της χώρας, δεν χρειάζεται καμία άλλη απάντηση. Για τον ίδιο λόγο συζήτησα με τον κ. Σαρκοζί, την κα Μέρκελ και άλλους, αναμένοντας από εταίρους και συμμάχους να βοηθήσουν, με οποιονδήποτε τρόπο, πρωτοβουλία, κίνηση στον τελικό στόχο, που είναι η εξεύρεση δίκαιης και αμοιβαία αποδεκτής λύσης.

 

Κ. ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ: Θα ήθελα να επιστρέψω λίγο στη θεματολογία της Συνόδου και στο ζήτημα της καταπολέμησης του φαινομένου του θερμοκηπίου. Αναλήφθηκαν αρκετές δεσμεύσεις, σε ό,τι αφορά τη μείωση των εκπομπών ρύπων. Η Ελλάδα πώς τοποθετείται σε κάτι το οποίο της έχει δημιουργήσει πολλά προβλήματα στο παρελθόν;  Έχουμε πάρα πολλά προηγούμενα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε θέματα περιβαλλοντικής προστασίας. Και ένα όχι τόσο καλό ‘’σκορ’’ τα τελευταία χρόνια, σε ό,τι αφορά ακριβώς την εξυπηρέτηση των στόχων αυτών.  Μας δημιουργεί προβληματισμό; Θα επιδιώξουμε μια ελαστικοποίηση, όπως έχουν πολλοί άλλωστε πει, θα επιδιώξετε την ελαχιστοποίηση των στόχων, από τώρα μέχρι την οριστική τους καταγραφή;

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Καταρχήν να σας πω ότι στα ζητήματα περιβάλλοντος είχαμε, πράγματι, ένα πολύ βεβαρημένο παρελθόν, το οποίο, με πολύ έντονη προσπάθεια, έχει σε μεγάλο βαθμό καλυφθεί τα τελευταία χρόνια.  Αυτή είναι η πραγματικότητα και αυτή είναι η αποτίμηση. Στο συγκεκριμένο ζήτημα της κλιματικής αλλαγής, έχουμε δεχθεί, όπως ξέρετε εδώ κι ένα χρόνο το συγκεκριμένο πλαίσιο, έχουμε συμφωνήσει σε αυτό και επιδιώκουμε την εφαρμογή του. Θα σας έλεγα μάλιστα, ότι με το Εθνικό Σχέδιο Κατανομής Δικαιωμάτων Ρύπων, που καταρτίσαμε σε συνεννόηση με την Ευρωπαϊκή Ένωση για τη μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου την περίοδο 2008-2012, προχωρούμε σε αυτή τη μείωση, κατά 16% και πλέον. Αρχικά είχαμε προτείνει μια μείωση κοντά στο 9%. Μετά όμως από διαβούλευση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και με δεδομένο ότι η Ένωση αποφάσισε τη μείωση των εκπομπών κατά 20% ως το 2020, όπως ξέρετε, προχωρήσαμε σε αυτή την αύξηση του ποσοστού. Ακόμα εφαρμόζουμε -και θα συνεχίσουμε να εφαρμόζουμε- μια ολοκληρωμένη δέσμη μέτρων για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, που, εκτός και πέρα από το ζήτημα της μείωσης των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου από τις βιομηχανίες, περιλαμβάνουν την εισαγωγή των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών στην βιομηχανία, την εντατικοποίηση των σχετικών ελέγχων, την προώθηση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας – μέσα και από τη θεσμοθέτηση του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ- την εφαρμογή επιχειρησιακών σχεδίων για την αντιμετώπιση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στα μεγάλα αστικά κέντρα, την ταχεία προώθηση του φυσικού αερίου, την εξοικονόμηση ενέργειας στον οικιακό, στον τριτογενή τομέα, την επέκταση του ΜΕΤΡΟ και άλλων μέσων μαζικής μεταφοράς και άλλα. Με απλά λόγια, θέλω να πω ότι με την εφαρμογή του Εθνικού Σχεδίου, σε συνδυασμό και με τα μέτρα που εφαρμόζουμε, η Ελλάδα θα υπερκαλύψει τη δέσμευση που έχει αναλάβει με το πρωτόκολλο του Κιότο και βεβαίως τις δεσμεύσεις της στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Μ. ΣΠΥΡΑΚΗ: Κύριε Πρόεδρε, δεδομένου ότι στην Εαρινή Σύνοδο συζητούνται, κατά παράδοση θέματα οικονομικού ενδιαφέροντος και υπό το φως των εξελίξεων που έχουμε στην Ελλάδα, ότι δηλαδή συζητείται το ασφαλιστικό στη Βουλή, την ώρα που υπάρχουν πολλές κινητοποιήσεις σε πολλά μέτωπα εργαζομένων, θα ήθελα να έχω τη γνώμη σας στο αν προτίθεται η Κυβέρνηση να προχωρήσει σε αλλαγές στο Ασφαλιστικό, με βάση και τις διεκδικήσεις των εργαζομένων που βρίσκονται στο δρόμο. Και ακόμα αν μελετά την επίταξη των εργαζομένων σε  τομείς της κοινής ωφέλειας, όπως είναι η ΔΕΗ, ή οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, μια και οι απεργίες φαίνεται πως δημιουργούν παρατεταμένα προβλήματα.

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Κυρία Σπυράκη, όπως ξέρετε, για το ασφαλιστικό μίλησα εκτεταμένα, αναλυτικά, πριν από λίγες μέρες στην Αθήνα.  Το μόνο που θέλω να προσθέσω με βάση την ερώτησή σας, είναι ότι καθένας κρίνεται, αξιολογείται από τις επιλογές του. Πολύ περισσότερο σε μεγάλα ζητήματα, όπως είναι το Ασφαλιστικό, που αφορούν το μέλλον του τόπου, το μέλλον των νέων ανθρώπων και, τελικά, ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας. Και, επιτρέψτε μου να κάνω ένα καταληκτικό σχόλιο: Ένα είναι βέβαιο: Κανείς –και όταν λέω κανείς, εννοώ κανείς- δεν δικαιούται να κάνει κατάχρηση της επαγγελματικής του θέσης, ή της θέσης που του έχει εμπιστευθεί η κοινωνία, για να την υπηρετεί, σε βάρος του κοινωνικού συνόλου. Αυτό νομίζω είναι αυτονόητο και πασιφανές.

 

Α. ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, θα επιμείνω επ΄ αυτού. Τόσες μέρες, χιλιάδες κόσμου στους δρόμους. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι ‘’ρετιρέ’’; Εσείς δεν πήρατε κάποιο μήνυμα από τις κινητοποιήσεις; Θα κάνετε κάποιες αλλαγές; Μπορεί να αλλάξει σε κάποια σημεία η φιλοσοφία αυτού του νομοσχεδίου; Και αν συνεχιστούν αυτές οι αντιδράσεις από αυτούς που λειτουργούν σε βάρος του κοινωνικού συνόλου, όπως λέτε, θα πάτε σε επιστράτευση;

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Δεν θα προσθέσω τίποτα άλλο σε αυτά που είπα, κύριε Παναγόπουλε.

 

Π. ΓΑΛΙΑΤΣΑΤΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, ο Πρωθυπουργός της Τουρκίας, ο κύριος Ερντογάν, απέστειλε μία επιστολή για το Κυπριακό προς τους 26 ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως συνηθίζει, εξαίρεσε την Κύπρο. Ζητάει να ασκηθεί πίεση στην Λευκωσία να ξανακάτσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και επαναφέρει το σχέδιο Ανάν ως βάση διαπραγμάτευσης. Πώς σχολιάζει η ελληνική Κυβέρνηση αυτή την τουρκική πρωτοβουλία;

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Να ξεκινήσω από το εξής. Το Σχέδιο Ανάν ετέθη στην κρίση των πολιτών και απερρίφθη από τους Ελληνοκυπρίους, με μία πολύ μεγάλη πλειοψηφία. Κατά συνέπεια, όπως άλλωστε είπε και ο Τούρκος Πρωθυπουργός, σε πρόσφατη συνέντευξη που δώσαμε από κοινού,  κατά την επίσκεψή μου στην Άγκυρα, το Σχέδιο Ανάν δεν συζητείται, δεν είναι η βάση.

 

Από εκεί και πέρα, βεβαίως υπάρχει η διάθεση να βοηθήσουμε κι εμείς, βεβαίως με πρωταγωνιστή την κυπριακή κυβέρνηση -το είπε άλλωστε ο Πρόεδρος Χριστόφιας προσφάτως στην Αθήνα- να βρεθεί μία λειτουργική, βιώσιμη λύση για το Κυπριακό. Πάντως, μια και θίξατε το θέμα, θέλω να επαναλάβω και να τονίσω κάτι: Η πορεία της Τουρκίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση εξαρτάται από συγκεκριμένα κριτήρια, από συγκεκριμένα προαπαιτούμενα, που, με μεγάλη σαφήνεια, έχουν τεθεί στις σχετικές αποφάσεις και δεσμεύσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Κ. ΑΔΑΜ: Κύριε Πρόεδρε, να γυρίσω λίγο στο θέμα των Σκοπίων. Είναι γνωστό η ελληνική θέση είναι μία σύνθετη, με γεωγραφικό προσδιορισμό, ονομασία για ενιαία χρήση. Κατά την διάρκεια της διαπραγμάτευσης που γίνεται υπό τον κύριο Νίμιτς και με την καλή πρωτοβουλία και προθυμία των ΗΠΑ, η θέση αυτή από ελληνικής πλευράς διαπραγματεύεται ως ενιαία; Ή πρώτα επιχειρούμε μία προσέγγιση στο θέμα της σύνθετης ονομασίας και μετά στο θέμα της ενιαίας χρήσης;

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Μία είναι η θέση, κυρία Αδάμ. Είναι πολύ ξεκάθαρη. Την έχουμε πει επανειλημμένα και από αυτή δεν μετακινούμαστε. Όλο αυτό είναι συνολικό.

 

Ι. ΜΠΑΛΗ: Κύριε Πρόεδρε, θα μου επιτρέψετε να επιστρέψω στο Ασφαλιστικό, με την παράκληση να μου απαντήσετε. Με την αρχική ενοποίηση των Ταμείων αντέδρασαν γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί και δημοσιογράφοι. Εξαιρέθηκαν οι δημοσιογράφοι. Το ερώτημά μου είναι γιατί αυτή η εξαίρεση και αν στις προθέσεις σας είναι η ικανοποίηση του αιτήματος και άλλων κλάδων.

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Δεν θα επανέλθω στο ασφαλιστικό.

 

Ε. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ: Και ο Πρωθυπουργός και η κυρία Μπακογιάννη, μέχρι πριν μερικές μέρες, έλεγαν ότι δεν πιέζονται από κανέναν προκειμένου να γίνει κάποια συνάντηση με διαμεσολάβηση με τα Σκόπια. Τελικά έγινε μία συνάντηση, παρουσία της Αμερικανίδας Πρέσβειρας. Πώς έγινε, αυτοβούλως;

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Εγώ είπα -και θα το επαναλάβω και σήμερα- πως ούτε πιέσεις υπάρχουν, ούτε πιέσεις δεχόμαστε. Να ξεκινήσουμε κατ΄ αρχήν από το ότι εμείς θέλουμε να βρεθεί λύση. Και όποιος μπορεί να συμβάλλει στην κατεύθυνση αυτή είναι ευπρόσδεκτος. Όποιος είναι: εταίρος, σύμμαχος, τρίτος.

 

Δεύτερον, δεν έχει κανένα λόγο η χώρα να αρνείται τη συζήτηση σε οποιοδήποτε forum, από τη στιγμή που έχει καθαρή, δυνατή θέση. Να επαναλάβω κάτι πολύ απλό: Δεν έχουμε κανένα λόγο να φοβόμαστε να αναπτύξουμε τις απόψεις μας, σε οποιοδήποτε επίπεδο.

 

Συνάντησα χθες τον κύριο Γκρουέφσκι στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα. Δεν έγινε συζήτηση. Χαιρετηθήκαμε, αλλά δεν θα είχα κανένα πρόβλημα, αν μου άνοιγε την κουβέντα, να του πω τις απόψεις μας. Αυτή είναι η πραγματικότητα και έτσι πορευόμαστε.

 

Ν. ΑΡΜΕΝΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, ήθελα να ρωτήσω με το Κόσσοβο τι θα κάνουμε; Επίσης υπάρχουν πιέσεις να αυξήσουμε τις δυνάμεις μας στην περιοχή και στο Αφγανιστάν;

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Οι θέσεις μας για το Κόσσοβο είναι διαχρονικά γνωστές. Όπως επίσης είναι γνωστό σε όλους ότι αντιμετωπίζουμε μία νέα πραγματικότητα. Εκείνο που προέχει αυτή τη στιγμή είναι να διασφαλιστεί η παρουσία της διεθνούς δύναμης, της ΚFOR και βεβαίως της ευρωπαϊκής αποστολής εκεί. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, το πρώτο ζητούμενο σήμερα είναι να διασφαλιστεί η ειρήνη και η σταθερότητα στην περιοχή. Το δεύτερο βέβαια είναι να διασφαλιστεί η ευρωπαϊκή προοπτική της περιοχής γενικότερα, αλλά και πιο συγκεκριμένα της Σερβίας.

 

Η Ελλάδα εργάζεται επίμονα, με συνέπεια, ενεργά και προς τις δύο αυτές κατευθύνσεις. Από εκεί και πέρα, στο ζήτημα της ανεξαρτησίας, όπως έχουμε πει πολλές φορές, εμείς δεν έχουμε κανένα λόγο να βιαζόμαστε. Θα πάρουμε τις αποφάσεις μας, σταθμίζοντας όλες τις παραμέτρους, όλες τις προοπτικές που υπάρχουν. Και βεβαίως με κύριο γνώμονα τα εθνικά μας συμφέροντα, τα συμφέροντα της Ελλάδας.

 

Μ. ΣΠΙΝΘΟΥΡΑΚΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, μεταξύ των θεμάτων που συζητήσατε ήταν και η απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας, η τελευταία αγορά, μετά τις τηλεπικοινωνίες και τις αερομεταφορές, που παραμένει κάπως κλειστή. Σε γενικές γραμμές, αν κατάλαβα καλά, όταν η αγορά αυτή θα ανοίξει, η ΔΕΗ, όπως την ξέραμε να λειτουργεί τόσα χρόνια, δεν θα  μπορεί πια να λειτουργεί. Ήδη με την παραγωγή του λιγνίτη έχετε προβλήματα, παραπέμπεται η Ελλάδα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

 

Θα ήθελα να μάθω, σε ό,τι αφορά τα δίκτυα διανομής, εξακολουθούμε να είμαστε μαζί με τους Γάλλους και τους Γερμανούς και τις χώρες που έχουν ισχυρή παράδοση σε αυτές τις εταιρείες και θέλουμε αυτά τα δίκτυα διανομής να εξακολουθούν να είναι κρατική ιδιοκτησία, ή βλέπουμε το ενδεχόμενο της πώλησής τους; Για τα δίκτυα κυρίως μιλάω.

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Το ένα πράγμα είναι η απελευθέρωση της αγοράς. Αυτό δεν είναι καινούρια απόφαση, αλλά σχεδόν μιας δεκαετίας. Πράγματι, υπήρξε από ελληνικής πλευράς μία καθυστέρηση, ιδίως στο πρώτο μισό της παρούσας δεκαετίας. Προχωρούμε σε αυτή την κατεύθυνση. Αυτό είναι το πρώτο.

 

Το δεύτερο που συζητάτε είναι μία τελείως διαφορετική υπόθεση, που έχει να κάνει, αν θέλετε, με την πολιτική των αποκρατικοποιήσεων ή μη. Εμείς δεν αντιμετωπίζουμε στην Ελλάδα, ή πάντως από πλευράς κυβερνητικής πρόθεσης, ζήτημα περαιτέρω αποκρατικοποίησης της ΔΕΗ. Αντιμετωπίζουμε ζήτημα εκσυγχρονισμού της ΔΕΗ, καλύτερης λειτουργίας της ΔΕΗ. Αυτό ναι. Αλλά όχι ζήτημα αλλαγής της μετοχικής σύνθεσης της ΔΕΗ.

 

Χ. ΠΟΥΛΙΔΟΥ: Κύριε Πρόεδρε, όπως προκύπτει από την διεθνή ειδησεογραφία, οι Αμερικανοί προσπαθούν να αποκτήσουν πρόσβαση στα ατομικά δεδομένα εκατομμυρίων Ευρωπαίων πολιτών χρησιμοποιώντας το πρόγραμμα για την απαλλαγή από τη βίζα. Θέλω να ρωτήσω αν η ελληνική Κυβέρνηση προτίθεται να αλλάξει την εθνική της νομοθεσία στην προσπάθεια υπογραφής μίας συμφωνίας για αυτό το θέμα με τις ΗΠΑ.

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Κυρία Πουλίδου, η Ελλάδα εδώ και ένα χρόνο, έχει ξεκινήσει τη διαδικασία για την ένταξή στο πρόγραμμα αυτό, που ονομάζεται ‘’visa waiver’’. Είναι ένα θέμα που αντιμετωπίζεται σε διμερές επίπεδο, όπως έχει συμβεί στο παρελθόν, με κάθε παρόμοια συμφωνία, όπως για παράδειγμα με την Γαλλία, με την Γερμανία. Ξέρετε ότι, τον Αύγουστο του 2007, υπήρξε μία νέα αμερικανική νομοθεσία σχετικά με τον εκσυγχρονισμό αυτού του προγράμματος. Η Ελλάδα, κυρία Πουλίδου, είναι η μόνη από τις  υποψήφιες χώρες που πληροί τόσο τα παλαιά, όσο και τα νέα κριτήρια. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Βεβαίως υπάρχει η κοινοτική θέση για το ζήτημα αυτό και βρισκόμαστε σε διάλογο σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση, με την Επιτροπή, ως προς τις γενικότερες κατευθυντήριες γραμμές. Όμως -και θέλω να το υπογραμμίσω- αυτό δεν σημαίνει ότι οι χώρες που δεν ανήκουν σήμερα στο πρόγραμμα αυτό, θα πρέπει να οδηγηθούν, ή αν θέλετε, να οδηγηθούμε, σε αδυναμία κατάργησης της βίζα.

 

Α. ΠΑΠΑΜΙΛΤΙΑΔΟΥ: Κύριε Πρόεδρε, σήμερα, στη Σύνοδο Κορυφής, συζητήθηκε και το θέμα των κρατικών επενδυτικών κεφαλαίων. Είναι ένα θέμα που αφορά και την Ελλάδα. Έχει περάσει μία νομοθετική ρύθμιση, η οποία αυτή τη στιγμή βρίσκεται υπό εξέταση από την Κομισιόν για το αν συνάδει με το ευρωπαϊκό δίκαιο και με την αγορά της ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίου.

 

Στα συμπεράσματα υπάρχει ένα ομιχλώδες τοπίο, που μπορεί να ερμηνευτεί ποικιλοτρόπως.  Θα ήθελα να σας ρωτήσω, σε περίπτωση που η Κομισιόν σας στείλει πίσω απάντηση ότι το νομοσχέδιο που έχετε περάσει δεν συνάδει με το ευρωπαϊκό δίκαιο και με την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίου, θα την αποσύρετε τη ρύθμιση, ή θα την αφήσετε;

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Να ξεκινήσουμε από το εξής:  Η διατύπωση στα συμπεράσματα του Συμβουλίου πάντως αποδεικνύει ότι το θέμα είναι υπαρκτό και απασχολεί όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση.  Και αυτό που λέω είναι σημαντικό. Αυτό που λέτε τώρα είναι τεχνικό ζήτημα. Να την αποσύρουμε αποκλείεται. Από εκεί και πέρα πάντα υπάρχει μια συνεννόηση με τη Ευρωπαϊκή Επιτροπή αν χρειάζεται κάποια βελτίωση.  Αλλά ο βασικός στόχος, που εξυπηρετείται από τη νομοθετική ρύθμιση, είναι δεδομένος και υπαρκτός.

 

Θα σας έλεγα το εξής. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αναγνωρίζει το σημαντικό ρόλο που έχουν παίξει τα κρατικά επενδυτικά κεφάλαια, με την παροχή κεφαλαίων, ρευστότητας στην παγκόσμια οικονομία.  Όμως, υπάρχει μια εύλογη ανησυχία, όχι μόνο σε εμάς -είναι φανερό πλέον ότι τη συμμερίζονται όλοι- για κάποια σχήματα με περιορισμένη διαφάνεια αναφορικά με την επενδυτική στρατηγική τους και τους στόχους τους. Δημιουργείται έτσι η ανάγκη να αντιμετωπιστεί το θέμα σε κοινοτική βάση αλλά και με εθνικές νομοθετικές πρωτοβουλίες. Στόχος είναι να διατηρήσουμε την ελκυστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας ως επενδυτικού προορισμού, αλλά ταυτόχρονα να διασφαλίσουμε την παροχή υπηρεσιών σε κλάδους δημόσιου συμφέροντος, σε κλάδους στρατηγικής σημασίας.

 

Πολύ συχνά είναι δύσκολο να κάνει κανείς τον διαχωρισμό ανάμεσα σε κρατικά επενδυτικά κεφάλαια και άλλα μικτά σχήματα. Αυτό αναγνωρίζεται από το Συμβούλιο. Η θέση μας πάντως είναι ότι, όταν πρόκειται για επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε ευαίσθητους τομείς, η αξιοπιστία, η διαφάνεια, η εμπειρία αποτελούν -και πρέπει να αποτελούν- εύλογα αντικειμενικά κριτήρια, που πρέπει να εξεταστούν.  Έτσι και εμείς αντιμετωπίσαμε αυτό το θέμα με τη συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση που πρόσφατα ψηφίστηκε.

 

Κ. ΜΟΣΧΟΝΑΣ: Κύριε Πρόεδρε, αρχικά τουλάχιστον, η γαλλική πρωτοβουλία για την Ένωση για τη Μεσόγειο αποσκοπούσε στην προώθηση μιας ειδικής σχέσης Ευρωπαϊκής Ένωσης – Τουρκίας, αντί της ένταξης.  Αυτός ο στόχος, ο οποίος έρχεται σε αντίθεση απ’  ό,τι ξέρω με την ελληνική θέση, έχει τώρα εξανεμιστεί;

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Κάθε πρόταση, από το στάδιο της αρχικής ιδέας, μέχρι τη μορφοποίηση μιας συγκεκριμένης πολιτικής, περνάει διάφορα στάδια επεξεργασίας.  Εκείνο που αποφασίστηκε σήμερα -χθες το βράδυ έγινε η συζήτηση, αλλά περιλαμβάνεται σήμερα στα συμπεράσματα- είναι ότι, ναι, καταρχήν γίνεται αποδεκτή η ιδέα.  Τον Ιούνιο περιμένουμε πια συγκεκριμένη πρόταση, κυρίως με επεξεργασία της Κομισιόν, για την πιο αποκρυσταλλωμένη μορφή που θα πάρει το σχήμα αυτό.

 

Η δική μας θέση ήταν θετική. Για πολύ απλούς λόγους: Η γεωγραφική μας θέση, οι ιστορικοί, οι πολιτιστικοί, οι πολιτικοί, οι οικονομικοί μας δεσμοί με όλα τα κράτη της Μεσογείου υπαγορεύουν τη θετική ανταπόκριση της χώρας μας σε οποιοδήποτε σχήμα στην περιοχή. Και ήταν σημαντική η γαλλική πρωτοβουλία για την Ένωση για τη Μεσόγειο.

 

Πρέπει να σας πω ότι εμείς διαμορφώσαμε και προωθήσαμε τις θέσεις μας, τις προτάσεις μας. Τονίσαμε ότι αυτή η πρωτοβουλία δεν πρέπει να εμφανίζει αλληλοεπικαλύψεις, ή να υποκαθιστά υφιστάμενα σχήματα συνεργασίας -όπως είναι η διαδικασία της Βαρκελώνης, όπως είναι ακόμα και η πολιτική γειτονίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης- αλλά θα πρέπει να λειτουργεί συμπληρωματικά και ενισχυτικά.  Δηλαδή να πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα, όχι να υποκαθιστά, ή να αναιρεί. Αυτό συμφωνήθηκε. Στη συζήτηση που έγινε χθες ήταν φανερό ότι εκεί συμπίπτουμε όλοι. Ακόμα τονίσαμε ότι θα πρέπει να αποφεύγονται αποκλεισμοί, να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Στο κάτω-κάτω της γραφής, επιτρέψτε μου να πω ότι μια πολιτική για τη Μεσόγειο θα αξιοποιήσει κοινοτικούς πόρους.  Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να υπάρχει η συμμετοχή, η εμπλοκή του συνόλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και βέβαια σ’ ένα σημείο στο οποίο επιμείναμε, επιμένουμε και θα επιμείνουμε μέχρι τέλους είναι να επιτύχουμε την ισόρροπη προσοχή -και τελικά ανάπτυξη- σε ότι αφορά την πρωτοβουλία τόσο στη Δυτική όσο και την Ανατολική Μεσόγειο. Έχει, πιστεύουμε, μεγάλη σημασία να εμπλουτιστούν οι ήδη υφιστάμενες δομές της ευρωμεσογειακής συνεργασίας με πρακτικές πρωτοβουλίες, που θα ενισχύσουν την οικονομική συνεργασία και βέβαια την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της περιοχής.  Αυτές οι παράμετροι, που, εν πολλοίς, απηχούν τις ελληνικές θέσεις και είναι, εν μέρει τουλάχιστον, αποτέλεσμα και ελληνικών πρωτοβουλιών και προτάσεων πάνω στη ιδέα, έχουν ήδη ενσωματωθεί. Πιστεύω η εφαρμογή τους, όπως θα προκύψει στις τελικές αποφάσεις του Ιουνίου, θα διασφαλίζει την προοπτική της πρωτοβουλίας αυτής.