ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ
Βρυξέλλες, 16 Ιουνίου 2006
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΥΠΟΥ
ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ κ. ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ
ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΕΡΑΣ ΤΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ
ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, που ολοκληρώθηκε πριν από λίγο, ασχολήθηκε τόσο με θέματα που αφορούν τη μελλοντική πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσο και με περισσότερο πρακτικά ζητήματα, που αφορούν την αντιμετώπιση άμεσων, σύγχρονων προκλήσεων.
Ιδιαίτερα μας απασχόλησαν οι μελλοντικές προοπτικές σε δύο κεφαλαιώδους σημασίας ζητήματα, της διαδικασίας επικύρωσης της Συνταγματικής Συνθήκης και της διεύρυνσης.
Αποφασίσαμε την παράταση της περιόδου περισυλλογής και ζητήσαμε από τις προσεχείς προεδρίες να υποβάλλουν προτάσεις για τα επόμενα βήματα.
Υιοθετήσαμε διττή προσέγγιση: Συμφωνήσαμε ότι θα πρέπει να αξιοποιηθούν οι δυνατότητες που παρέχουν οι ισχύουσες συνθήκες, ώστε να επιτύχουμε απτά αποτελέσματα, ανταποκρινόμενοι στις προσδοκίες των πολιτών. Παράλληλα, η Προεδρία θα υποβάλει Έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, κατά το πρώτο εξάμηνο του 2007, μετά από διαβούλευση με τα κράτη-μέλη, όπου θα αξιολογείται η πορεία των συζητήσεων και θα διερευνώνται οι μελλοντικές εξελίξεις. Τα αποτελέσματα αυτής της εξέτασης θα αποτελέσουν τη βάση για τις παραπέρα αποφάσεις. Στόχος είναι να έχουν ληφθεί τα απαιτούμενα μέτρα μέσα στο 2008.
Αναθέσαμε επίσης στην Επιτροπή να μας υποβάλλει το φθινόπωρο, Έκθεση με θέμα τη διεύρυνση. Η Έκθεση αυτή θα διευκολύνει τη σε βάθος εξέταση του ζητήματος, που σκοπεύουμε να πραγματοποιήσουμε στη διάρκεια του δεύτερου εξαμήνου του 2006, με κατάληξη βέβαια το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του προσεχούς Δεκεμβρίου.
Έγινε μακρά συζήτηση για την απορροφητική ικανότητα της Ένωσης, δηλαδή τη διαφύλαξη της συνοχής της, μέσα από τις μελλοντικές διευρύνσεις. Με άλλα λόγια, πρέπει η Ένωση να μπορεί και στο μέλλον να λειτουργεί πολιτικά, δημοσιονομικά, θεσμικά καθώς θα διευρύνεται.
Η ειδική αυτή Έκθεση της Επιτροπής για την απορροφητική ικανότητα θα πρέπει επίσης να καλύπτει και το ζήτημα των σημερινών και μελλοντικών αντιλήψεων των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την διεύρυνση.
Στο σημείο αυτό, θέλω να αναφέρω δύο σημαντικά στοιχεία: Πρώτον, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο καλεί τη Τουρκία να σημειώσει πρόοδο στην εκπλήρωση των κριτηρίων, που της έχουν τεθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση, μεταξύ των οποίων σαφώς τονίζεται ότι περιλαμβάνεται η δέσμευσή της για σχέσεις καλής γειτονίας.
Στα συμπεράσματα του Συμβουλίου επισημαίνεται ακόμα προς την Τουρκία ότι θα πρέπει να αποφεύγεται κάθε ενέργεια που επηρεάζει αρνητικά τη διαδικασία ειρηνικής επίλυσης των διαφορών. Παράλληλα, υπενθυμίζονται όλες οι υποχρεώσεις που απορρέουν για την Άγκυρα, από τη δήλωση του Σεπτεμβρίου 2005, σε σχέση με το Πρόσθετο Πρωτόκολλο. Δεύτερο σημαντικό στοιχείο, η εξάρτηση της πορείας των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων προς την Ευρωπαϊκή Ένωση από τις σχέσεις καλής γειτονίας.
Ακόμα, διερευνήσαμε τις προοπτικές περαιτέρω ενίσχυσης των δυνατοτήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε τομείς – δράσεις κλειδιά για την αντιμετώπιση σύγχρονων προκλήσεων. Συγκεκριμένα, μας απασχόλησαν η κοινή ενεργειακή πολιτική, η μετανάστευση, η αντίδραση σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, κρίσης, καταστροφής.
Θέλω να τονίσω ότι είμαστε πολύ ικανοποιημένοι γιατί δύο ελληνικές πρωτοβουλίες έχουν δρομολογηθεί. Στα συμπεράσματα που εγκρίνονται σήμερα περιέχεται σειρά δράσεων ιδιαίτερου ελληνικού ενδιαφέροντος στον τομέα της μετανάστευσης, με ξεχωριστή αναφορά στην περιοχή της Μεσογείου.
Μεταξύ των δράσεων που προβλέπονται σήμερα είναι η ανάπτυξη επαρκών υποδομών επιτήρησης των θαλασσίων συνόρων και δημιουργία συνοριακών δυνάμεων ταχείας επέμβασης. Οδεύουμε έτσι προς την υλοποίηση μιας ελληνικής πρωτοβουλίας, που προωθήσαμε με συνέπεια μεταξύ των εταίρων μας, τα δύο τελευταία χρόνια και που ουσιαστικά έχει ως στόχο τη δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Ακτοφυλακής.
Ως προς την αντίδραση σε περιπτώσεις κρίσεων, η Ευρωπαϊκή Ένωση κινείται προς την κατεύθυνση της βελτίωσης των ικανοτήτων ανταπόκρισης σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και της δημιουργίας κοινών υποδομών.
Ήδη, από το 1999, με αφορμή το σεισμό στη χώρα μας, είχα προτείνει στον τότε Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Πρόντι τη δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Πολιτικής Προστασίας. Έκτοτε υποστήριξα αυτή την πρωτοβουλία, με διάφορες αφορμές, τονίζοντας την ανάγκη να υπάρχει κοινοτική αλληλεγγύη και σε αυτόν τον τομέα.
Η Ελλάδα μάλιστα υπέβαλε πέρυσι συγκεκριμένες προτάσεις για το θέμα και είμαστε πολύ ικανοποιημένοι που σήμερα βλέπουμε ότι η Ένωση κινείται με αποφασιστικότητα προς αυτήν την κατεύθυνση. Στον τομέα της Ενέργειας, επιβεβαιώνεται η υψηλή προτεραιότητα που δίνεται στην επέκταση της Συνθήκης της Ενεργειακής Κοινότητας.
Τέλος, όπως γνωρίζετε ήδη, είχα την ευκαιρία να έχω κατ΄ ιδίαν συναντήσεις με τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Μπαρόζο, με τον Πρωθυπουργό της Ιταλίας κ. Πρόντι και, σήμερα το πρωί, με τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Παπαδόπουλο. Σας έχω ήδη μιλήσει για την πρώτη συνάντηση, οπότε δεν επανέρχομαι.
Με τον κύριο Πρόντι συζητήσαμε το μέλλον της Συνταγματικής Συνθήκης και τη διεύρυνση. Και θέλω να υπογραμμίσω εδώ ότι έδειξε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για την προσπάθεια που κάνει η Ελλάδα για την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ μεσογειακών χωρών και Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Με τον κ. Τάσο Παπαδόπουλο κάναμε μια αποτύπωση της κατάστασης, συζητήσαμε τις πολύ θετικές διατυπώσεις των συμπερασμάτων, που σας ανέφερα προ ολίγου και τον κάλεσα να επισκεφθεί προσεχώς την Αθήνα.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, όπως μόλις είπατε, όλες σας οι αποφάσεις, επί της ουσίας, ήταν μια χρονική μετάθεση αποφάσεων σε μεταγενέστερο χρόνο. Στην ενεργειακή πολιτική, το σχέδιο δράσης θα εκπονηθεί την Άνοιξη του 2007. Στο Ευρωσύνταγμα οι κρίσιμες αποφάσεις θα ληφθούν το Δεκέμβρη του 2008.
Στην διεύρυνση συζήτηση θα γίνει το Δεκέμβριο του 2006. Για την Τουρκία οι εκκρεμότητες που παρουσιάζει θα αξιολογηθούν το 2006, φαντάζομαι ότι εννοούμε το Δεκέμβρη.
Προς τι συνεκλήθη αυτή η Σύνοδος Κορυφής; Δηλαδή εάν η αίσθηση που αποκομίζουν οι Ευρωπαίοι πολίτες είναι ότι η ευρωπαϊκή ηγεσία αποφεύγει να πιάσει τις «καυτές πατάτες» και τις μεταθέτει απλώς από την μια Προεδρία στην άλλη, πως αντιμετωπίζεται ο «ευρωπεσιμισμός», όπως είπε χτες ο κύριος Μπαρόζο;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Για μεν τα άλλα που αναφέρατε αυτός εξ αρχής ήταν ο προγραμματισμός, δεν άλλαξε κάτι με το σημερινό Συμβούλιο. Αναμφισβήτητα υπάρχει ένα θέμα με την διαδικασία επικύρωσης της Συνταγματικής Συνθήκης, αλλά αυτό δεν είναι ένα θέμα που ανεφύη σήμερα ή χθες. Το ξέρουμε τουλάχιστον ένα χρόνο τώρα μετά τα δύο αρνητικά δημοψηφίσματα. Και είναι προφανές ότι εκεί υπάρχει μια δυσκολία να βρεθεί λύση. Εκείνο που έγινε σήμερα είναι ότι επιχειρήθηκε – και νομίζω σ’ ένα βαθμό επετεύχθη – να μπει ένα πλάνο ενεργειών και ένα, όσο γίνεται πιο συγκεκριμένο, χρονοδιάγραμμα, που οδηγεί, κατ’ ελπίδα, στην άρση του αδιεξόδου. Δεν σας αρνήθηκα ποτέ ότι το πρόβλημα που προέκυψε με τη διαδικασία επικύρωσης είναι σοβαρό.
Από την άλλη, όλοι αναγνωρίζουν ότι κάτι πρέπει να γίνει για να αντιμετωπιστεί. Είναι προφανές πάντως ότι σήμερα που μιλούμε, κάτι περισσότερο, από το να συμφωνηθεί μια καταρχήν προσέγγιση κι ένα χρονοδιάγραμμα δεν είναι έτοιμο να γίνει. Δηλαδή δεν θα μπορούσε σήμερα να επιτευχθεί συμφωνία γι’ αυτό το μεγάλο ζήτημα. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι το μεγαλύτερο μέρος των εργασιών του Συμβουλίου – και ειδικά το χθεσινοβραδινό δείπνο – αφιερώθηκε σ’ αυτό.
Αυτό βεβαίως, μέχρις ενός σημείου, μπορεί να οδηγεί σε σκέψεις όχι αισιόδοξες. Από την άλλη πλευρά όμως, θα σας πω την πάγια άποψή μου. Η Ένωση, είτε με την μορφή της Κοινότητας παλιότερα, είτε με τη σημερινή, έχει αντιμετωπίσει πολλές καταστάσεις που μοιάζανε με αδιέξοδα. Έβρισκε όμως τους τρόπους να κάνει τα βήματα προς τα εμπρός. Αντιλαμβάνεστε ότι, από την ώρα που το πνεύμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η επίτευξη των μέγιστων δυνατών συναινέσεων και μάλιστα σε τέτοια κορυφαία θέματα, όπως είναι η Συνταγματική Συνθήκη, μόνο έτσι μπορούμε να δουλέψουμε.
Καταλαβαίνω ότι δημιουργείται κάποιες στιγμές μια σειρά σκέψεων μη αισιόδοξων, αλλά θα σας έλεγα ότι είναι χρέος μας να βρίσκουμε τις δυνάμεις να προχωρούμε προς τα εμπρός. Θα σας δώσω ένα απλό παράδειγμα. Ακόμη και η απόφαση που ελήφθη σήμερα, το δεύτερο σκέλος δηλαδή της διπλής προσέγγισης, να επιχειρηθεί αποτελεσματικότερη δράση σε μια σειρά από συγκεκριμένους τομείς, είναι θετικό.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα να ρωτήσω το εξής: Γράφει το κείμενο των συμπερασμάτων σχετικά με την Τουρκία και τις σχέσεις της με την Κύπρο και την αξιολόγησή της, ότι αυτό θα γίνει μέσα στο 2006. Όμως δεν γράφει εάν θα κριθεί η Τουρκία και εάν δεν τηρήσει τις υποχρεώσεις αυτές θα σταματήσουν οι διαπραγματεύσεις. Και το λέω αυτό γιατί ο κύριος Ερντογάν λέει ότι αν είναι να διακοπούν οι διαπραγματεύσεις επειδή δεν κάναμε τίποτα στο πρωτόκολλο τότε ας σταματήσουν. Είναι η σημερινή του δήλωση.
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Το έχουμε συζητήσει πολλές φορές και θα επαναλάβω την πάγια, την σταθερή θέση μας. Εμείς, όπως ξέρετε, και στηρίξαμε και ενθαρρύναμε, βάσει ενός πολύ συγκεκριμένου σκεπτικού, μιας πολύ καθαρής στρατηγικής, την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας. Από εκεί και πέρα η Τουρκία ανέλαβε μια σειρά από δεσμεύσεις και υποχρεώσεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και το Πρόσθετο Πρωτόκολλο και τα άλλα τα οποία γνωρίζετε.
Η σύμβαση Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τουρκίας είναι πάρα πολύ σαφής. Από τη μια υπάρχει Ευρωπαϊκή τροχιά, πορεία, από την άλλη υπάρχει η υποχρέωση εκπλήρωσης συγκεκριμένων υποχρεώσεων και μάλιστα συμβατικών. Εδώ δεν υπάρχουν ούτε ασάφειες, ούτε παρακάμψεις.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Συνεχίζοντας το ερώτημα του συναδέλφου, κύριε Πρόεδρε, θέλω να σας ρωτήσω κατά πόσο πιστεύετε ότι υπάρχουν ειλικρινείς προθέσεις από την Τουρκία να εκπληρώσει αυτές τις υποχρεώσεις. Πόσο μάλιστα όταν στο τελευταίο διάστημα βλέπουμε ότι οι προκλήσεις στο Αιγαίο συνεχίζονται και υπάρχει και κάποια έξαρση, θα έλεγα, και από την άλλη όταν ο ίδιος ο Τούρκος Πρωθυπουργός επιλέγει τη σημερινή ημέρα, την ώρα της λήξης της Συνόδου, για να πει από την Κωνσταντινούπολη ότι δεν προτίθεται να κάνει κάτι άλλο. Μάλιστα λέει ότι ως εγγυήτρια χώρα έχει κάνει όλα αυτά που της αναλογούσαν.
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ:
Η απάντηση εδόθη ήδη και είναι σαφής. Υπάρχει ένα πολύ συγκεκριμένο, συμβατικό, σαφές δεσμευτικό πλαίσιο.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, η Ελληνική Κυβέρνηση έχει αναλάβει στο πλαίσιο της στρατηγικής της Λισσαβόνας και της διακήρυξης της Μπολώνια συγκεκριμένες υποχρεώσεις, που εμπίπτουν στο χώρο της Παιδείας. Μπροστά στις αντιδράσεις των φοιτητών και των Πανεπιστημιακών η Κυβέρνηση υπαναχωρεί. Αυτό σημαίνει ότι η μεταρρύθμιση παραπέμπεται στις καλένδες;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Άλλα είναι τα σημερινά μας θέματα, αλλά, μιας και το συνδέετε και με τις διεθνείς εξελίξεις, θα σας πω δύο λέξεις πάνω σ’ αυτό.
Καταρχήν όχι απλώς δεν υπάρχει υπαναχώρηση, αλλά υπάρχει σαφής τήρηση των δεσμεύσεων που έχουμε αναλάβει. Εμείς πιστεύουμε ότι υπάρχει ανάγκη μιας σοβαρής μεταρρύθμισης στο χώρο της Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης. Εκτιμώ ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών συμμερίζεται αυτή την άποψη. Έγινε εκτεταμένος διάλογος γι’ αυτά τα ζητήματα. Η Κυβέρνηση έχει την ανειλημμένη δέσμευση. Μάλιστα η Υπουργός Παιδείας είπε ότι την προσεχή εβδομάδα παρουσιάζεται το προσχέδιο νόμου σε δημόσια διαβούλευση, για να καταλήξουμε στις τελικές αποφάσεις.
Ακούστε, στην μεν πρόθεση, στην πολιτική βούληση για να γίνει η μεταρρύθμιση είμαστε σταθεροί. Δεν έχουμε όμως να φοβηθούμε τίποτα από τον διάλογο, ή την διαβούλευση. Ας έρθουν όλοι να πούνε τις απόψεις τους. Στον βαθμό βεβαίως που αυτό δεν γίνεται για λόγους άλλοθι ώστε να μην προχωρήσει τίποτα.
Λοιπόν, εμείς είμαστε ανοιχτοί σε οποιαδήποτε εποικοδομητική πρόταση. Πάντως, η θέση που έχει η Κυβέρνηση είναι απλή και σταθερή: Πρέπει να κάνουμε τα ελληνικά πανεπιστήμια ανταγωνιστικά, πρέπει να βελτιώσουμε την ποιότητά τους, πρέπει να προχωρήσουμε στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις.
Και θα σας πω κάτι. Σέβομαι οποιαδήποτε άποψη υπάρχει. Αλλά σε κάποιες στιγμές όλοι μας καλούμαστε με υπευθυνότητα να απαντήσουμε σε ένα πολύ βασικό ερώτημα: Είμαστε με τη δυναμική της εξέλιξης, της μεταρρύθμισης, της δυναμικής της ζωής, ή είμαστε προσκολλημένοι σε στερεότυπα που έχουν ξεπεραστεί, ήδη εδώ και δεκαετίες; Ο καθένας πρέπει να πάρει υπεύθυνη στάση πάνω σ’ αυτό το θέμα.
Έχω πει πάρα πολλές φορές, ότι η Παιδεία είναι ένα πολύ βασικό ζήτημα. Υπάρχει ανάγκη να καταβάλλουμε κάθε προσπάθεια, ώστε η πολιτική για την Παιδεία να έχει το στοιχείο της διαχρονικότητας, της μέγιστης δυνατής συνεννόησης, να μην αλλάζει από Κυβέρνηση σε Κυβέρνηση, από Υπουργό σε Υπουργό.
Γι’ αυτό λοιπόν και είμαστε τοποθετημένοι υπέρ του διαλόγου. Αλλά αυτό δεν μπορεί να σημαίνει τη ματαίωση, ή την επ΄ αόριστον αναβολή μιας αναγκαίας μεταρρύθμισης.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Να επανέλθω στο Συμβούλιο, κύριε Πρόεδρε. Τα κείμενα των συμπερασμάτων βλέπουμε ότι έχουν εμπλουτιστεί με διάφορες ελληνικές θέσεις και απαιτούμενα, σε ό,τι αφορά την Τουρκία. Επομένως στη μάχη των χαρτιών πηγαίνουμε καλά.
Πότε νομίζετε ότι θα πρέπει να περάσουμε και στην πράξη, στην υλοποίηση δηλαδή αυτών που απαιτούμε; Ακολουθώντας, ενδεχομένως, παραδείγματος χάρη, το παράδειγμα του κυρίου Παπαδόπουλου πριν από λίγες μέρες.
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ:
Ακούστε, τα κείμενα, οι λέξεις, όπως είπατε και εσείς, είναι άρρηκτα συνυφασμένες με πράξεις και με μια συγκεκριμένη πολιτική, η οποία βεβαίως είναι εν εξελίξει. Θεωρώ όμως – και σας το λέω απερίφραστα – ότι η μέχρι τώρα πορεία της επιβεβαιώνει, δικαιώνει την επιλογή αυτή.
Αυτή είναι η δική μου ανάλυση. Και για την επιλογή της στήριξης της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας και για την διαμόρφωση ενός συγκεκριμένου πλαισίου συμβατικών υποχρεώσεων προς την Ευρωπαϊκή Ένωση.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, είπατε και σήμερα – το έχετε πει και άλλες φορές – ότι η Τουρκία θα πρέπει να εφαρμόσει μια σειρά από υποχρεώσεις και δεσμεύσεις. Θα ήθελα τη θέση της ελληνικής Κυβέρνησης. Υπάρχει κάποιο χρονικό όριο, μέσα στο οποίο πρέπει να εφαρμόσει αυτές τις χρονικές δεσμεύσεις, όπως, για παράδειγμα το Πρωτόκολλο σύνδεσης, ή θα μπορούν αυτές να μεταφερθούν για αργότερα;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Και αυτό είναι σαφές. Προκύπτει από όλα τα ευρωπαϊκά κείμενα.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, δώσαμε ένα ακόμα χρόνο περίοδο χάριτος στο λεγόμενο Σύνταγμα. Στην διάρκεια αυτού του χρόνου, όπως και στον χρόνο που πέρασε, πιστεύω ότι η ελληνική Κυβέρνηση έχει ορισμένες προτάσεις. Μπορείτε να μας αναφέρετε μερικές;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Μπορείτε να διευκρινίσετε το ερώτημα; Εννοείτε πρόσθετες προτάσεις για τη συνταγματική συνθήκη; Όχι, δεν έχουμε κάνει πρόσθετες προτάσεις για το κείμενο της Συνταγματικής Συνθήκης. Η Συνταγματική Συνθήκη, το θυμάστε – το κουβεντιάζαμε τότε, που καταρχήν συμφωνήθηκε, πριν προκύψουν τα διάφορα εμπόδια – βεβαίως, για κανέναν δεν ήταν απόλυτα ικανοποιητικό κείμενο. Το θυμόσαστε, το είχαμε πει ρητά. Και άλλωστε δεν θα μπορούσε να είναι. Ήταν προϊόν ενός δύσκολου συμβιβασμού, μεταξύ πολλών χωρών.
Εν πάση περιπτώσει, να σας δώσω ένα απλό παράδειγμα. Προσωπικά εκτιμώ ότι θα έπρεπε να είναι πολύ πιο τολμηρή η Συνθήκη στην κατεύθυνση των βημάτων προς την πολιτική ενοποίηση, σαν γενικότητα. Αλλά, εν πάση περιπτώσει, καταλαβαίνω ότι οι άλλες χώρες έχουν διαφορετική άποψη. Έγινε αυτός ο συμβιβασμός. Στην πορεία φάνηκε ότι ακόμα και αυτός ο συμβιβασμός είχε προβλήματα να επικυρωθεί. Σήμερα λοιπόν είμαστε σε αναζήτηση τρόπου άρσης αυτού του αδιεξόδου. Λοιπόν, εάν θέλετε, με τα δικά μου κριτήρια, δεν είναι ευχάριστο αυτό. Αλλά ζούμε σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που έχει συγκεκριμένους κανόνες λειτουργίας και ένα πνεύμα συλλογικότητας και συναινέσεων. Έτσι πρέπει να προχωρήσουμε.
Ήμασταν από τις πρώτες χώρες που επικυρώσαμε τη Συνθήκη, μεταξύ των άλλων για να στείλουμε και έναν ισχυρό συμβολισμό, ότι η Ελλάδα πρωτοπορεί σε αυτήν την πορεία της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης. Στο βαθμό που μας αναλογεί κάνουμε και θα συνεχίσουμε να κάνουμε ό,τι μπορούμε προς αυτήν την κατεύθυνση. Όμως, για να είμαστε απόλυτα σαφείς δεν είναι κάτι που εξαρτάται μόνον από εμάς.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ποια είναι η στάση της Κυβέρνησης απέναντι στην πρόταση Γιούνκερ, να παγώσουν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις για την Τουρκία, στην περίπτωση που μέσα στο 2006 δεν αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία, και που είναι και το πιθανότερο, όπως προκύπτει σήμερα από τις δηλώσεις του κυρίου Ερντογάν; Τελικά, γενικότερα, μήπως η μετατροπή των ελληνοτουρκικών διαφορών σε ευρωτουρκικές είναι επιζήμια για τα συμφέροντα της χώρας;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ:
Σας έχω πει πολλές φορές ότι σέβομαι κάθε άποψη, αλλά επιμένω στην ορθότητα της στρατηγικής που ακολουθούμε. Αυτήν την ώρα δεν έχει νόημα να κάνουμε προβλέψεις. Είπα ποιο είναι το συγκεκριμένο πλαίσιο. Το πλαίσιο αυτό δεν επιδέχεται ούτε παρανοήσεις, ούτε παρακάμψεις. Ισχύει και θα ισχύσει.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, υπήρξε μια συζήτηση με τον κ. Μπαρόζο για να πάρει η χώρα μας περισσότερους πόρους από το Γ΄ Κ.Π.Σ. Είστε αισιόδοξος ότι θα το πετύχουμε αυτό; Και ένα δεύτερο ερώτημα, εάν έχετε την αίσθηση ότι η χώρα μας θα βγει από την αποκαλούμενη επιτήρηση πολύ νωρίτερα;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Ακούστε, όπως σας είπα, με τον κύριο Μπαρόζο συζητήσαμε σειρά θεμάτων. Άλλωστε έχουμε τακτική επαφή. Πριν από λίγες μέρες ήταν στην Αθήνα και είχαμε την ευκαιρία να ανταλλάξουμε απόψεις πάλι σ’ έναν ευρύτατο αριθμό θεμάτων.
Σε αυτό που αναφέρατε πάντως, πρέπει να σας πω ότι γνωρίζουμε όλοι – και γνωρίζετε όλοι – την κατάσταση που παραλάβαμε, σε σχέση με την προώθηση του Γ΄ Κ.Π.Σ. Έχει γίνει μια τεράστια προσπάθεια τα δύο τελευταία χρόνια. Έχει ανέβει πάρα πολύ ο δείκτης και το ποσοστό της απορροφητικότητας. Η προσπάθεια είναι αυτό να εντείνεται διαρκώς. Και βεβαίως κάνουμε και θα κάνουμε ό,τι πρέπει, ώστε να μην χαθούν οι πόροι.
Σε ό,τι αφορά το δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας, η αίσθηση που έχω – και μου επιβεβαιώθηκε στην συνάντηση αυτή – είναι ότι υπάρχει ικανοποίηση, σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Επιτροπής, για την πρόοδο που έχει γίνει στην Ελλάδα. Και βεβαίως εγώ είχα την ευκαιρία να επαναλάβω αυτό που λέω άλλωστε δημοσίως, σε κάθε ευκαιρία – στη Βουλή, ή όπου αλλού τοποθετούμαι δημόσια – ότι η Ελλάδα είναι σταθερά προσανατολισμένη να λύσει οριστικά το πρόβλημα των δημοσιονομικών ανισορροπιών. Όχι μόνο γιατί αυτό είναι μια υποχρέωση, που απορρέει από την συμμετοχή μας στην Ευρωζώνη, αλλά διότι είναι ουσιαστική, βασική προϋπόθεση, για να πετύχουμε τους στόχους μας που είναι η ανάπτυξη της Οικονομίας, η ανταγωνιστικότητα της χώρας, η μείωση της ανεργίας, η αύξηση της απασχόλησης.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, στα συμπεράσματα του Συμβουλίου Κορυφής, υπενθυμίζεται το κριτήριο της απορροφητικότητας της Ένωσης. Επαναλαμβάνω την διατύπωση, ότι «ο ρυθμός των διευρύνσεων πρέπει να λαμβάνει υπόψη την απορροφητική ικανότητα της Ένωσης».
Δεδομένου ότι αυτό συσχετίζεται και με την κοινή γνώμη των Ευρωπαϊκών χωρών που συμμετέχουν στην Ένωση, θα ήθελα να ρωτήσω κατά πόσον η Ελληνική Κυβέρνηση αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο της σύναψης μιας ειδικής σχέσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Τουρκία.
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Πρώτα απ’ όλα δεν είναι κριτήριο η απορροφητική ικανότητα. Είναι ένας παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Αμέσως πρέπει να σας πω δύο στοιχεία τα οποία έχω κατά νου. Από την μια πλευρά, εύλογο είναι – το καταλαβαίνετε φαντάζομαι όλοι – ότι, σ’ ένα βαθμό, η διεύρυνση σχετίζεται με τον ρυθμό, τον αριθμό, τις δυνατότητες και, τελικά, τη διάθεση που υπάρχει μέσα στην Ένωση και τις χώρες της γι’ αυτή τη διαδικασία. Αυτό είναι αντιληπτό.
Από την άλλη πλευρά, θα σας δώσω ένα πολύ απλό παράδειγμα το οποίο το θεωρώ ουσιώδες. Δεν πρέπει να στείλουμε λάθος μήνυμα στις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων. Με έχετε ακούσει πολλές φορές να λέω – και επιμένω σε αυτή τη θέση – ότι οι όποιες προσπάθειες πολιτικής σταθεροποίησης, οικονομικής ανόδου – βελτίωσης, είναι άμεσα συσχετισμένες με την ευρωπαϊκή προοπτική αυτών των χωρών.
Θα τολμούσα να πω μια κάπως απλοποιημένα ρηξικέλευθη άποψη – ότι η ευρωπαϊκή προοπτική είναι βασικός σταθεροποιητικός παράγοντας στα Βαλκάνια. Αντιληπτό μεν το πρώτο σκέλος, αλλά έχει και σημασία το μήνυμα που λαμβάνουν οι λαοί αυτοί.
Ως προς το δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας, εμάς η πολιτική μας είναι δεδομένη και την έχουμε πει πάρα πολλές φορές. Μου δίνετε απλώς την ευκαιρία να κάνω το εξής σχόλιο. Χωρίς να μπορεί κανένας να προβλέψει τα μελλούμενα – δεν το έκανα ποτέ και δεν θα το κάνω και σήμερα – είναι βέβαιο ότι εάν η ευρωπαϊκή προοπτική μιας χώρας, εν προκειμένου της Τουρκίας σχετίζεται με την εκπλήρωση συγκεκριμένων προϋποθέσεων και κριτηρίων, όπως συμβαίνει, υπάρχει ένα ζήτημα του πόσο ισχυρό κίνητρο έχει να εκπληρώσει κανείς αυτές τις υποχρεώσεις. Και όσο λιγότερο σαφές είναι το πιθανό τέλος της διαδρομής, τόσο αποδυναμώνεται και το κίνητρο.
Το λέω αυτό για να σας επαναλάβω ποια είναι η δική μας θέση. Εμείς πιστεύουμε ότι, από την ώρα που μια χώρα εκπληρώνει όλα τα κριτήρια και όλες τις προϋποθέσεις, η κατάληξη πρέπει να είναι η ένταξη. Σέβομαι τις άλλες απόψεις που υπάρχουν. Δέχομαι ότι υπάρχουν ερωτηματικά, επιφυλάξεις μεταξύ εταίρων μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αλλά, εν πάση περιπτώσει, νομίζω ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση λειτουργεί επί τη βάσει συγκεκριμένων αρχών. Και αυτές δεν μπορούν να κάμπτονται, ή να γίνονται εξαιρέσεις, σε καμία περίπτωση.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, είδαν το φως της δημοσιότητας, τις τελευταίες μέρες, φήμες και σενάρια για ψυχρότητα στις σχέσεις Αθηνών-Λευκωσίας, με αφορμή τις διαπραγματεύσεις που έγιναν στο Συμβούλιο των Υπουργών, την περασμένη Δευτέρα. Εξ ου και ερμηνεύτηκε ότι η σημερινή σας συνάντηση με τον κύριο Παπαδόπουλο στόχευε στο να διαλύσει αυτά τα σενάρια. Τελικά επετεύχθη;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Αυτά τα ακούω με επαναληπτική περιοδικότητα. Με την Κυπριακή Κυβέρνηση, καταρχήν, έχουμε μια πολύ στενή συνεργασία, διαχρονικά και τώρα. Με τον κ. Παπαδόπουλο έχουμε μια πολύ καλή προσωπική επικοινωνία. Είμαστε σε διαρκή επαφή, συνεργαζόμαστε.
Μια και αναφερθήκατε σ’ αυτό, πρέπει να ξέρετε ότι εμείς στηρίξαμε τις πολύ βάσιμες ανησυχίες της Κύπρου και βεβαίως θεωρούμε ότι το τελικό αποτέλεσμα που επετεύχθη είναι πάρα πολύ θετικό.
Πέραν τούτου όμως η συνεργασία μας συνεχίζεται και πρέπει να συνεχίζεται και για τα επόμενα βήματα. Γι’ αυτό έγινε και η σημερινή συνάντηση. Γι’ αυτό κάλεσα και τον κ. Παπαδόπουλο τις προσεχείς βδομάδες, τον επόμενο μήνα, να επισκεφθεί την Αθήνα.
Αυτή είναι η πραγματικότητα, που δεν επιδέχεται ούτε διπλές αναγνώσεις, ούτε εύκολες παρεξηγήσεις.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Είχατε, κύριε Πρόεδρε, πρόσφατα μια επίσκεψη στο Μέγαρο Μαξίμου από τον Αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, ο οποίος ήρθε και σας έκανε, υποθέτω, μια παρουσίαση προτάσεων, όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ, για την χάραξη, όπως λέει, μιας νέας εθνικής στρατηγικής.
Αφενός εσείς συμμερίζεστε ότι υπάρχει μια τέτοια αναγκαιότητα ή έστω μια αναγκαιότητα στενότερης συνεργασίας των πολιτικών δυνάμεων στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή για την προώθηση των εθνικών συμφερόντων;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Είναι πάγια θέση μου ότι στα μεγάλα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής πρέπει να έχουμε το μέγιστο βαθμό εσωτερικής συνοχής, συνεννόησης. Το έκανα πάντα και το κάνω και τώρα. Γι’ αυτό και με χαρά δέχθηκα τον Αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, όπως θα δεχθώ όποιον άλλο αρχηγό έχει να συμβάλει με τον προβληματισμό του και τις απόψεις του. Για αυτό θα σας έλεγα μάλιστα ότι αποφεύγω να απαντήσω στο ίδιο ύφος, όταν καμιά φορά τα πράγματα, σε επίπεδο κριτικής, ακόμα και φραστικά, ξεφεύγουν. Από εκεί και πέρα όμως, στη συγκεκριμένη συνάντηση, οφείλω να σας πω ότι δεν άκουσα κάτι καινούργιο, παρά επανάληψη σκέψεων που έχουν ακουστεί στο παρελθόν.
Και, πάντως, καθένας δικαιούται να έχει την άποψή του και είναι σεβαστό αυτό. Αλλά υπάρχει συγκεκριμένη στρατηγική. Η στρατηγική εφαρμόζεται, είναι σε εξέλιξη και πηγαίνει καλά.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, τουλάχιστον σ’ εμάς που είμαστε ανταποκριτές στις Βρυξέλλες, δεν υπάρχει κανένας Διπλωμάτης, από τις χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης τουλάχιστον, που να μην λέει ότι η Τουρκία οφείλει να αναγνωρίσει την Κύπρο.
Από την άλλη μεριά υπάρχουν και πολλοί Κοινοτικοί οι οποίοι λένε ότι και η Ελλάδα οφείλει να εφαρμόσει την απόφαση που ελήφθη μετά τα δημοψηφίσματα στην Κύπρο για το εμπορικό καθεστώς των Τουρκοκυπρίων.
Έχω την εντύπωση λοιπόν ότι βρισκόμαστε σε ένα φαύλο κύκλο. Οι Τούρκοι λένε «κάντε αυτό που υποσχεθήκατε» και εμείς λέμε «κάντε αυτό που υποσχεθήκατε». Μπορούμε να βγούμε από αυτό τον φαύλο κύκλο;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Εγώ δεν βλέπω κανένα φαύλο κύκλο. Βλέπω συγκεκριμένες δεσμεύσεις και υποχρεώσεις που πρέπει να τηρηθούν. Και δεν βλέπω και σύνδεση μεταξύ των δύο θεμάτων που είπατε. Άλλο το ένα, άλλο το άλλο.
Με χαρά είδαμε, επί της αυστριακής προεδρίας, να προωθείται το ζήτημα του χρηματοδοτικού κανονισμού. Και, όπως ξέρετε, η διάθεση που έχουμε εμείς και βεβαίως και η Κυπριακή Κυβέρνηση είναι να υπάρξει οικονομική ενίσχυση των Τουρκοκυπρίων, αναμφισβήτητα.
Στο συγκεκριμένο ζήτημα στο οποίο αναφερθήκατε, υπάρχουν μια σειρά από απόψεις, που, μέχρι στιγμής, δεν έχουν οδηγήσει στη σύμπτωση – μέσα στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης – ώστε να υπάρξει εφαρμογή, για τον κανονισμό του εμπορίου. Αλλά δεν βλέπω από πού και πως συνδέονται αυτά τα δύο θέματα.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, στην προηγούμενη ερώτηση, για το Γ΄ Κ.Π.Σ., είπατε ότι η Ελλάδα σκοπεύει να λύσει οριστικά το δημοσιονομικό πρόβλημα. Εντούτοις, η Κομισιόν είναι ξεκάθαρη, από τις εαρινές προβλέψεις και μετά, στην Έκθεσή της, ότι για να καταφέρει η Ελλάδα να διατηρήσει το έλλειμμα κάτω από το 3% μετά το 2006, αφού θα πιάσει οριστικά το στόχο, πρέπει να λάβει σαφή μέτρα διαρθρωτικά και όχι αυτά που διαρκούν ένα χρόνο. Αυτά τα μέτρα αντιλαμβάνεται η Κομισιόν ότι είναι επίπονα και μπορεί να έχουν ένα πολιτικό κόστος, ειδικά ενόψει των εκλογών. Θέλετε να πείτε ότι είστε δεσμευμένοι να ακολουθήσετε μια σφικτή δημοσιονομική πολιτική και για τα επόμενα χρόνια και ενόψει των εκλογών με οποιεσδήποτε συνέπειες;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Ακούστε, είμαστε δεσμευμένοι μόνο έναντι της συνείδησής μας και της πολιτικής μας βούλησης. Και είμαστε δεσμευμένοι γιατί πιστεύουμε – και το πιστεύουμε βαθιά – ότι η Ελλάδα, επιτέλους, πρέπει να βγει από αυτόν τον φαύλο κύκλο των ελλειμμάτων, των χρεών και, αν θέλετε, των παραποιημένων στοιχείων, ή της δημιουργικής λογιστικής.
Αυτή λοιπόν είναι μια πολιτική απόφαση. Την εφαρμόζουμε ήδη. Ακόμα και όταν δεν ήταν, σε κάποιες περιπτώσεις, ευχάριστη η πολιτική που εφαρμόσαμε, είναι ήδη πολύ επιτυχής. Είχαμε μια δραστική μείωση του ελλείμματος, περίπου 2,5 ποσοστιαίες μονάδες, η οποία θα συνεχιστεί και φέτος.
Είναι λοιπόν ένα πρόβλημα το οποίο το αντιμετωπίζουμε στη βάση του και οριστικά. Από εκεί και πέρα γνωρίζετε και εσείς ότι δεν έχουμε κανένα φόβο πολιτικού κόστους, αλλά πιστεύουμε σε αυτό που έχω ονομάσει από την πρώτη ώρα, την κατά το δυνατόν ήπια προσαρμογή. Όχι από φόβο πολιτικού κόστους, αλλά διότι έχουμε και ένα κριτήριο κοινωνικής ευαισθησίας. Αυτά τα πράγματα δεν γίνονται, με «άγαρμπες κινήσεις». Πρέπει να έχουν διαχρονικότητα οι πολιτικές αυτές και οι επιτυχίες στη δημοσιονομική εξυγίανση.
Η δική μας λοιπόν πολιτική πιστεύω ότι ήδη στέφεται με επιτυχία. Φαίνεται αυτό και θα φανεί ακόμα περισσότερο στο προσεχές μέλλον.