ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ
Βρυξέλλες, 20 Μαρτίου 2009
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΥΠΟΥ
ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ κ. ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ
ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΕΡΑΣ ΤΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ
ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Η σύνθετη διεθνής οικονομική κρίση που βιώνουμε απαιτεί διαρκή εγρήγορση και συνεργασία. Σ’ αυτήν την Σύνοδο, μάς απασχόλησε η αντιμετώπιση της κατάστασης και ο περαιτέρω συντονισμός των δράσεών μας. Η κατάσταση βεβαίως συνεχίζει να είναι δύσκολη. Πολύ δύσκολη.
Δική μας επιλογή είναι να λέμε την αλήθεια στους πολίτες. Άλλοι μπορεί να έχουν επιλέξει τον εύκολο δρόμο. Να κρύβουν την αλήθεια από τους πολίτες, να υπόσχονται στους πάντες τα πάντα. Αυτό όμως είναι ζημιά για τον τόπο. Δική μας προτεραιότητα είναι η επιλογή δράσεων που στόχο έχουν την τόνωση της πραγματικής οικονομίας, τη διατήρηση της δημοσιονομικής ισορροπίας και την ενίσχυση αυτών που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη.
Βασική μέριμνα είναι ο άνθρωπος, η προστασία των νοικοκυριών, των μικρών επιχειρήσεων, της απασχόλησης. Η διεθνής κρίση έχει επιπτώσεις για όλους. Και η προσπάθειά μας είναι η όσο το δυνατόν δικαιότερη κατανομή τους.
Από τον Σεπτέμβριο του 2008, οι εθνικές κυβερνήσεις και οι διεθνείς οργανισμοί σε ολόκληρο τον κόσμο αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες και παρεμβαίνουν για την αντιμετώπιση της πρωτοφανούς κρίσης. Αυτές οι πολιτικές περιλαμβάνουν την στήριξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος και τη βραχυχρόνια ενίσχυση της ζήτησης.
Ωστόσο, όπως ξέρουμε όλοι, η πολυπλοκότητα της διεθνούς κρίσης συντηρεί τα προβλήματα και βεβαίως δημιουργεί νέα. Σ’ αυτά περιλαμβάνονται:
– Η μείωση του δανεισμού από τις εμπορικές τράπεζες στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις,
– η αύξηση του κρατικού δανεισμού σε ολόκληρο τον κόσμο,
– η τάση για προστατευτισμό.
Οφείλουμε λοιπόν να κινηθούμε προς τις εξής κατευθύνσεις:
Βραχυχρόνια, πρέπει να δώσουμε προτεραιότητα στην αύξηση του δανεισμού από τις εμπορικές τράπεζες, δηλαδή στη βελτίωση του δανεισμού. Να διασφαλίσουμε ότι τα μέτρα είναι αποδοτικά και δεν βάζουν σε κίνδυνο τους μακροχρόνιους στόχους και τη βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών. Να σχεδιάσουμε δημοσιονομικές πολιτικές συντονισμένα και με σεβασμό στις δυνατότητες κάθε χώρας. Να διατηρήσουμε το ελεύθερο εμπόριο και να αποφύγουμε τον προστατευτισμό. Να προωθήσουμε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, που αυξάνουν την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα.
Μεσοπρόθεσμα οφείλουμε να αναμορφώσουμε το θεσμικό και εποπτικό πλαίσιο του χρηματοπιστωτικού τομέα, την εταιρική διακυβέρνηση και τη διαχείριση κινδύνων.
Κάθε χρηματοοικονομικός οργανισμός οφείλει να ελέγχεται και να παρακολουθείται διαρκώς, για να εξασφαλίζεται η σταθερότητα. Αυτό αφορά όλα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και όχι μόνο τις τράπεζες.
Με βάση τα παραπάνω, αποφασίσαμε στο Συμβούλιο:
Πρώτον, να εντείνουμε τις προσπάθειές μας για την ανάκαμψη της πραγματικής οικονομίας στο πλαίσιο του Σχεδίου Ανάκαμψης της Οικονομίας που εγκρίθηκε τον περασμένο Δεκέμβριο.
Δεύτερον, να επιταχύνουμε την καλύτερη ρύθμιση και επιτήρηση όλων των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων εντός της ΕΕ. Το Συμβούλιο θα εξετάσει την Έκθεση και τις προτάσεις της Επιτροπής Larosiere. Οι βασικές αρχές του νέου ρυθμιστικού και εποπτικού συστήματος θα συμφωνηθούν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ιουνίου.
Τρίτον, τη χορήγηση 5 δις ευρώ από ευρωπαϊκούς πόρους για ενεργειακά έργα και για την ανάπτυξη των υποδομών στην ύπαιθρο. Αυτό το πακέτο ενδιαφέρει ιδιαίτερα την Ελλάδα, αφού προβλέπει πόρους για την υλοποίηση 3 ενεργειακών έργων που μας αφορούν άμεσα, αλλά και διότι, όπως ξέρουμε όλοι, η γεωργική ανάπτυξη είναι βασικός τομέας μεγάλης σημασίας για την ελληνική οικονομία.
Τέταρτον, επιβεβαιώσαμε την αναγκαιότητα οι όποιες οικονομικές πολιτικές να είναι συνεπείς με τη βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών, με τους στόχους της Στρατηγικής της Λισαβώνας για την προστασία της ανάπτυξης και της απασχόλησης.
Ακόμα, καθορίσαμε την κοινή θέση της ΕΕ ενόψει της Συνόδου Κορυφής της G 20 στο Λονδίνο που πρέπει να συμβάλλει στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και στην αναμόρφωση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Θέλω να τονίσω βεβαίως ότι θεωρώ ότι η συνεργασία σε επίπεδο ΕΕ παραμένει προτεραιότητά μας και είναι περισσότερο αποτελεσματική.
Οι νέες προκλήσεις είναι μπροστά μας. Πρέπει, επομένως, να μην αποκλίνουμε από τις αξίες, το ευρωπαϊκό κοινοτικό κεκτημένο και τους απώτερους στόχους.
Ειδικότερα, δηλαδή, είναι σημαντικό να επιμείνουμε στην ανθρώπινη διάσταση της κρίσης: Προστασία για τους πολίτες και τις μικρές επιχειρήσεις, βοήθεια σε αυτούς και για αυτούς που είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στην κρίση (oι συνταξιούχοι, οι νέοι, οι άνεργοι).
Όπως σε όλες τις οικονομικές κρίσεις, υπάρχει ανάγκη συντονισμού. Η ανάκαμψη απαιτεί το συντονισμό των προσπαθειών όλων των χωρών και όλων των εταίρων σε κάθε χώρα. Σε εθνικό επίπεδο, είναι ένα κάλεσμα ευθύνης και συναίνεσης σε όλους τους οικονομικούς, κοινωνικούς εταίρους, τις πολιτικές δυνάμεις. Σε διεθνές επίπεδο, η Ευρωπαϊκή Ένωση, για ακόμη μια φορά, πρέπει να παίξει έναν πολύ κρίσιμο ρόλο: το ρόλο του διεθνούς συντονιστικού μηχανισμού.
Εργαζόμαστε με σχέδιο για την μείωση των επιπτώσεων της διεθνούς κρίσης. Πάντα σε συνεργασία βεβαίως με τους εταίρους μας.
Ένα άλλο θέμα που συζητήθηκε είναι η ενεργειακή ασφάλεια. Εκτιμήσαμε ότι η πρόσφατη κρίση στην παροχή φυσικού αερίου μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας υπογράμμισε την επιτακτική ανάγκη για την ενίσχυση των μέτρων αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών – μελών.
Υποστήριξα, κατ’ αρχήν, τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία της Επιτροπής, αναφορικά με τη σύνταξη Σχεδίου Έκτακτης Ανάγκης για το Φυσικό Αέριο. Τόνισα, επίσης, για τα έργα που ανήκουν στον λεγόμενο Νότιο Διάδρομο -και από τα οποία η Ελλάδα, η Ιταλία και η ευρύτερη περιοχή της Ν.Α. και Κεντρικής Ευρώπης θα αποκομίσουν άμεσα οφέλη- ότι η ΕΕ θα πρέπει να θέσει σε λειτουργία τους κατάλληλους μηχανισμούς, έτσι ώστε να διευκολυνθεί η διαμετακόμιση και η προμήθεια αερίου. Βεβαίως τονίσαμε και την ανάγκη αμεσότερης υποστήριξης ενεργειακών επενδύσεων σε έργα αιχμής, όπως οι διασυνδέσεις φυσικού αερίου και ηλεκτρισμού, ιδιαίτερα μεταξύ των απομακρυσμένων και νησιωτικών περιοχών της Ένωσης.
Σχετικά με την προετοιμασία της Διεθνούς Συνόδου της Κοπεγχάγης για την κλιματική αλλαγή, τον Δεκέμβριο του 2009, συμφωνήσαμε ότι η Ε.Ε. θα πρέπει να συμβάλει αποφασιστικά για την επίτευξη διεθνούς συμφωνίας για τον περιορισμό του φαινομένου του θερμοκηπίου. Δεν υπάρχει χρόνος για αναβολή αποφάσεων σχετικά με την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Απαιτείται η συμμετοχή όλων, για να φτάσουμε στην επίτευξη συμφωνίας, τόσο των ανεπτυγμένων, όσο και των αναπτυσσομένων χωρών.
Καταλήξαμε, επιπλέον, σε Δήλωση για την Ανατολική Εταιρική Σχέση, που θα προσφέρει στους Ανατολικούς Γείτονες της Ε.Ε τη δυνατότητα να προσεγγίσουν περισσότερο την Ένωση. Η επίσημη έναρξη της λειτουργίας της Ανατολικής Εταιρικής Σχέσης θα γίνει στις 7 Μαΐου, στη Σύνοδο Κορυφής της Πράγας.
Θέλω, πριν κλείσω, να αναφερθώ– δεν έχει σχέση με το σημερινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο – και στην ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων και τη μονογραφή της συμφωνίας Ελλάδας-Αλβανίας για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και άλλων θαλασσίων ζωνών, που οι δύο χώρες δικαιούνται, βάσει των διατάξεων του Διεθνούς Δικαίου. Η συμφωνία βασίζεται πλήρως στις διατάξεις της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, την οποία και οι δύο χώρες έχουν επικυρώσει. Η επίτευξη της συμφωνίας αποτελεί, πραγματικά, συμβολή στην περαιτέρω ανάπτυξη των σχέσεων Ελλάδας-Αλβανίας και εντάσσεται βέβαια και στον στρατηγικό στόχο της χώρας να συνάψει συμφωνίες οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών της με όλες τις γειτονικές χώρες.
Β. ΧΙΩΤΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, είπατε προηγουμένως ότι έχετε επιλέξει να λέτε όλη την αλήθεια. Θα μου επιτρέψετε όμως να πω ότι δεν τη λέτε πάντα. Μέχρι πρότινος μας διαβεβαιώνατε ότι δεν θα επιβάλετε νέους φόρους το 2009 και επιβάλλετε. Μέχρι πρότινος μας είχατε διαβεβαιώσει ότι θα στηρίξετε τα εισοδήματα που έχουν ανάγκη και ανακοινώσατε μηδενικές αυξήσεις για τους δημοσίους υπαλλήλους. Θέλω να σας ρωτήσω, πρώτον, αν πιστεύετε ότι τίθεται ένα ζήτημα αξιοπιστίας για την Κυβέρνηση αλλά και για εσάς προσωπικά, και, δεύτερον, αν μας περιμένουν και άλλοι ‘’λογαριασμοί’’ μετά τις Ευρωεκλογές, σε επίπεδο φόρων ή άλλων επιβαρύνσεων για τους πολίτες.
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Πιστεύω ότι η αξιοπιστία ενισχύεται όταν λες την αλήθεια. Και η πραγματικότητα, την οποία ξέρουμε όλοι, είναι ότι βιώνουμε μια πρωτόγνωρη κατάσταση, η οποία θέλει διαρκή παρακολούθηση, διαρκή προσαρμογή ή αναπροσαρμογή των πολιτικών. Αυτή η αλήθεια ισχύει για όλες τις χώρες.
Τα ιδιαίτερα προβλήματα που έχει η ελληνική οικονομία τα ξέρουμε όλοι. Κυρίως είναι το μεγάλο δημόσιο χρέος και τα απότοκα αυτού. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν για να μην επιβαρυνθεί η χώρα άλλο, σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα.
Νέος φόρος δεν μπαίνει, κύριε Χιώτη. Μιλούμε για μια έκτακτη εισφορά. Οι έκτακτες συνθήκες επιβάλλουν και έκτακτες πολιτικές. Είναι κάτι που ισχύει και θα ισχύσει μόνο για φέτος. Και μάλιστα – επιτρέψτε μου να τονίσω – με αίσθημα δικαιοσύνης. Αίσθημα δικαιοσύνης που φαίνεται και στην πολιτική έναντι των χαμηλόμισθων και χαμηλοσυνταξιούχων του δημοσίου τομέα, με μια έκτακτη οικονομική ενίσχυση που ξεπερνά κατά πολύ το ρυθμό του πληθωρισμού. Βεβαίως, είναι μια δύσκολη πολιτική, αλλά, πάντως, με τη διαβάθμιση εκείνη που δείχνει την κοινωνική ευαισθησία, μέσα στις αντοχές της οικονομίας, και βέβαια με την έκτακτη εισφορά η οποία απευθύνεται στους συμπολίτες μας που είναι οικονομικά πιο εύρωστοι.
Με απλά λόγια: Είναι μια εποχή που λαμβάνονται δύσκολες αποφάσεις. Όποιος λέει ότι η κρίση αυτή μπορεί να αντιμετωπιστεί – είτε στο συνολικό, διεθνές της επίπεδο, είτε στα ξεχωριστά γνωρίσματα και χαρακτηριστικά της κάθε χώρας – με ευχολόγια ή με ανώδυνες λύσεις, θα σας το πω ευθέως, λέει ανακρίβειες. Ψεύδεται.
Χρειάζονται λοιπόν τέτοιες πολιτικές. Πιστεύω ότι θα πετύχουμε τους στόχους μας. Έρχομαι στο δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας. Εμείς πιστεύουμε ότι με τις πολιτικές αυτές φτάνουμε τους στόχους μας. Αλλά, οφείλω να σας τονίσω ότι αυτό θέλει διαρκή παρακολούθηση, διαρκή επικαιροποίηση και, αν χρειαστεί, βεβαίως είμαστε έτοιμοι να προσαρμόσουμε τις πολιτικές μας σε νέες ανάγκες.
Μ. ΣΠΥΡΑΚΗ: Κύριε Πρόεδρε, σε τηλεγράφημα του Reuter, που έγινε γνωστό το πρωί, εμφανίζεται παλαιό μέλος του Γερμανικού Κοινοβουλίου να λέει ότι η Γερμανική Κυβέρνηση έχει τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσει ένα σχέδιο έκτακτης ανάγκης για τις χώρες της Ευρωζώνης που μπορεί να βρεθούν μπροστά στην χρεοκοπία, και ως πρώτες υποψήφιες, εμφανίζει την Ελλάδα και την Ιρλανδία.Θα ήθελα ένα σχόλιο επ’ αυτού. Και να συμπληρώσω εδώ ότι έχουμε το γεγονός ότι η πληροφορία αυτή διαψεύδεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και εμφανίζεται ως φανταστικό σενάριο από τον κύριο Γιούγκερ.
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Δεν υπάρχει ούτε τέτοια προοπτική, ούτε τέτοια απόφαση. Ξεκάθαρες κουβέντες! Όμως, μου δίνετε την ευκαιρία να επανέλθω σ’ ένα θέμα. Η αναχρηματοδότηση του δημόσιου χρέους της Ελλάδας γίνεται με κανονικό τρόπο. Και μάλιστα έχει καλυφθεί ένα πολύ μεγάλο κομμάτι, ήδη στους δύο πρώτους μήνες της χρονιάς.
ΕΛ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ: Κύριε Πρόεδρε, είπατε ότι τα μέτρα που λάβατε διακρίνονται από κοινωνική δικαιοσύνη. Η βασική κριτική που δέχεται η Κυβέρνηση πάντως είναι ότι τα μέτρα αυτά τα πληρώνουν πάλι οι συνεπείς φορολογούμενοι, οι πιο εύποροι βέβαια, αλλά πάντως οι συνεπείς φορολογούμενοι, λόγω της διαχρονικής αδυναμίας των εισπρακτικών μηχανισμών και επί των ημερών της Νέας Δημοκρατίας να ‘’τσιμπήσουν’’ αυτούς που φοροδιαφεύγουν.Τι απαντάτε σε αυτό και τι απαντάτε στο αίτημα της Αντιπολίτευσης – διατυπώθηκε και σήμερα από το ΠΑΣΟΚ – για φορολογία των κερδών των Τραπεζών και των κερδών των μεγάλων επιχειρήσεων;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Θα τονίσω και πάλι ότι η πολιτική αυτή είναι, πράγματι, μία έκτακτη πολιτική, λόγω των έκτακτων συνθηκών που ισχύουν. Και είναι μία πολιτική συνεπής με τη στάση της Κυβέρνησης ότι αυτή την κρίση θα την αντιμετωπίσουμε αποφασιστικά.
Η πολιτική αυτή, βεβαίως, περιέχει και δύσκολες αποφάσεις. Αλλά δουλειά της Κυβέρνησης – επιτρέψτε μου να πω και δουλειά δική μου – δεν είναι να είμαι πάντα ευχάριστος. Είναι να κάνω εκείνα που επιβάλλει το εθνικό και το συνολικό κοινωνικό συμφέρον.
Επαναλαμβάνω, λοιπόν, ότι η πολιτική αυτή, τα μέτρα που ανακοινώθηκαν πριν από λίγες ημέρες από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας, διαπνέονται από μία βασική αίσθηση δικαιοσύνης και σε ό,τι αφορά την ενίσχυση των χαμηλόμισθων και των χαμηλοσυνταξιούχων και σε ό,τι αφορά την έκτακτη εισφορά της επιβάρυνσης στα υψηλότερα εισοδήματα.
Το θέμα της φοροδιαφυγής που θέτετε είναι, πράγματι, ένα σοβαρό, υπαρκτό και μεγάλο θέμα, διαχρονικό. Δεν λύνεται ως δια μαγείας, από την μία μέρα στην άλλη. Γνωρίζετε ότι γίνεται μία μεγάλη προσπάθεια που έχει να κάνει με ένταση των ελέγχων, με διασταυρώσεις στοιχείων, με χρήση των νέων τεχνολογιών και βεβαίως με αναμόρφωση του φοροεισπρακτικού μηχανισμού, με αλλαγές προσώπων για να επιτευχθεί το καλύτερο δυνατόν αποτέλεσμα.
Στο δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας να πω το εξής: Σε ώρα κρίσης, και μάλιστα την στιγμή που ήδη πάρα πολλές χώρες στην Ευρώπη αντιμετωπίζουν ύφεση, άρα κλείσιμο επιχειρήσεων και εκρηκτική αύξηση σε ορισμένες περιπτώσεις της ανεργίας, είναι λάθος πολιτική να επιχειρήσει κανείς φορολογική επιβάρυνση των επιχειρήσεων.
Σε ό,τι αφορά τώρα το χρηματοπιστωτικό σύστημα, κατ’ αρχάς, όπως ξέρετε, όλες οι τράπεζες έχουν μπει κάτω από αυστηρό εποπτικό έλεγχο και της Πολιτείας και της Τράπεζας της Ελλάδος, με την παρουσία των επιτρόπων και, πέραν τούτου, δεν τους επιτρέπεται να μοιράσουν μερίσματα από τα κεφάλαιά τους.
Οταν λοιπόν συνολικά η μεγάλη πρόκληση είναι να διασφαλισθεί και να ενισχυθεί η ρευστότητα της οικονομίας, δεν είναι ώρα για να επιχειρήσει κανείς φορολογική επιβάρυνση. Αυτό είναι στοιχειώδες.
Αυτή την ώρα, λοιπόν, βεβαίως μας απασχολεί – και πρέπει να μας απασχολεί – η αντιμετώπιση των δημοσιονομικών. Αλλά αυτό δεν μπορεί να αποβεί σε βάρος της πραγματικής οικονομίας. Και η πραγματική οικονομία, αυτή τη στιγμή, πάνω από όλα, έχει ανάγκη να στηρίξουμε την οικονομική δραστηριότητα, άρα την απασχόληση.
Βλέπετε σε άλλες χώρες – δεν θέλω να μπω σε ποσοστά και να ονομάσω συγκεκριμένες – το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι ως αποτέλεσμα της ύφεσης αυξάνεται η ανεργία. Σε εμάς, μέχρι στιγμής – και θέλω να ελπίζω πάντως λιγότερο από άλλες περιπτώσεις – αυτό το πρόβλημα δεν έχει πάρει μεγάλη έκταση. Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε να στηρίξουμε την πραγματική οικονομία, να στηρίξουμε επιμέρους κλάδους, να στηρίξουμε με ενεργητικές πολιτικές την απασχόληση.
Δεν πρέπει όμως να ακολουθήσουμε συνταγές, οι οποίες οδηγούν ακριβώς στο αντίθετο αποτέλεσμα. Δηλαδή, μία ώρα αρχύτερα σε βαθύτερη ύφεση και, πιθανώς, και σε μεγάλη αύξηση της ανεργίας.
Δ. ΚΟΤΤΑΡΙΔΗΣ: Το πάγωμα των μισθών και η παροχή επιδομάτων σε χαμηλόμισθους και χαμηλοσυνταξιούχους, θα έχουν μόνιμο χαρακτήρα; Σκοπεύετε στο μέλλον να προχωρήσετε σε αύξηση της φορολογίας στα υψηλά εισοδήματα; Και, τέλος, συμφωνείτε με την άποψη που εξέφρασε ο κύριος Μητσοτάκης, ότι χρειάζεται μία νέα απογραφή;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Κάνατε τρεις ερωτήσεις σε μία. Ακούστε, οι συγκεκριμένες πολιτικές που ανακοινώθηκαν έχουν έκτακτο χαρακτήρα, μόνο για φέτος. Η μέριμνα για τους χαμηλόμισθους και για τους χαμηλοσυνταξιούχους είναι μόνιμη, αλλά δεν σημαίνει ότι, σε μόνιμη βάση, πρέπει να εκφραστεί με ακριβώς την ίδια πολιτική. Αυτό θέλω να τονίσω στο πρώτο σκέλος της ερώτησης σας.
Σε ό,τι αφορά τα δημοσιονομικά, θέμα απογραφής δεν τίθεται. Βεβαίως όμως, κάθε μέρα υπάρχει η παρακολούθηση και η επικαιροποίηση των στοιχείων. Εκείνα που είναι οριστικά ανακοινώνονται. Για εκείνα που είναι κατ’ εκτίμηση, αναμένει κανείς να οριστικοποιηθούν και βεβαίως λέει – και πρέπει να λέει και αυτό κάνει η Κυβέρνηση – την αλήθεια στους πολίτες. Υπάρχει δημοσιονομικό θέμα. Και το θέμα αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί και πρέπει να αντιμετωπιστεί – όχι γιατί μας το υπαγορεύει κανένας, αλλά διότι είναι ένα θέμα το οποίο πρέπει να λύσει η χώρα.
Π. ΓΑΛΙΑΤΣΑΤΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, το τελευταίο διάστημα έχουμε στην χώρα μας μία σειρά, τρομοκρατικών επιθέσεων, με κλιμάκωση αν θέλετε την χθεσινή επίθεση στα γραφεία της ΚΕΔ. Επειδή αυτό το πράγμα έχει παραγίνει, δηλαδή σε σύγκριση και με προηγούμενες περιόδους, είναι πάρα πολλές, θα ήθελα να ξέρω, αν σκοπεύετε να εντείνετε τις προσπάθειές σας για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας και αν είστε ικανοποιημένοι από τις επιδόσεις της ηγεσίας της Αστυνομίας σε αυτόν τον τομέα.
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Στις σύγχρονες κοινωνίες, η εγκληματικότητα και πιο συγκεκριμένες μορφές της, όπως είναι η τρομοκρατική δράση, εξελίσσεται, παίρνει διαρκώς νέες μορφές. Άρα, η πρόκληση για μία δημοκρατική, ευνομούμενη Πολιτεία, είναι να παρακολουθεί διαρκώς τις εξελίξεις και να φροντίζει για τη δυνατόν αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των φαινομένων αυτών.
Αυτό προσπαθούμε κι εμείς. Μπορεί κανείς να δηλώσει πλήρη ικανοποίηση; Είναι προφανές ότι δεν μπορεί να γίνει αυτό. Από την άλλη όμως, δεν μπορώ να πω ότι δεν καταβάλλονται προσπάθειες, ότι δεν πρέπει και η Κυβέρνηση να ενισχύσει όσο μπορεί την προσπάθεια αυτή, με συνεργασία με εταίρους και συμμάχους, με μέσα και με ό,τι άλλο χρειάζεται, και βέβαια, να στοχεύσουμε στο καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Θέλω να πω δηλαδή, ότι η επιδίωξη της διαρκούς βελτίωσης και της αύξησης της αποτελεσματικότητας είναι δεδομένη και πρέπει να υπάρχει. Αυτό όμως δεν μπορεί να οδηγεί – όπως καμία φορά επιχειρείται – στην ισοπέδωση, στο μηδενισμό κάθε προσπάθειας που γίνεται και της επαγγελματικής συνείδησης και της αυτοθυσίας, σε πολλές περιπτώσεις, των ανθρώπων που επιτελούν αυτήν την αποστολή.
ΣΤΡ. ΜΠΑΛΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, θέλω να σας ρωτήσω αν αυτά τα μέτρα τα οποία φέρατε εδώ μαζί σας στις Βρυξέλλες τα συζητήσατε με τους ομολόγους σας και αν βρήκατε ανταπόκριση στο κατά πόσον είναι θετικά, εάν κινούνται προς την σωστή κατεύθυνση. Γιατί είναι μέτρα τα οποία είναι εκτός του Σχεδίου σταθερότητας και ανάπτυξης.
Και μία συμπληρωματική ερώτηση. Στο Σχέδιο σταθερότητας και ανάπτυξης, προβλέπετε ρυθμούς ανάπτυξης 1,1%, κάτι το οποίο συνδέεται ευθέως, με το θέμα του τουρισμού. Γιατί να πάει καλά ο τουρισμός, κύριε Πρόεδρε, από την στιγμή που υπάρχουν τέτοια φαινόμενα στην Ελλάδα; Και θέλω να σας ρωτήσω ευθέως, εάν υπάρχει σχέδιο στην Κυβέρνηση για την αντιμετώπισή τους και για την στήριξη των ανθρώπων οι οποίοι περιμένουν από τον τουρισμό να προχωρήσει ο κλάδος και να μην φανούν το φθινόπωρο τα χειρότερα.
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Η στήριξη του τουρισμού, που είναι ένας πολύ ευαίσθητος τομέας, είναι δεδομένη. Την γνωρίζετε. Έχουμε καταρτήσει ένα πολύ καλό πακέτο μέτρων, το οποίο μάλιστα αυτές τις μέρες θεσμοθετείται, παίρνει και τη νομοθετική του επικύρωση στη Βουλή και πιστεύω θα συμβάλλει πολύ στην τόνωση αυτού του πράγματι πολύ κρίσιμου τομέα για την ελληνική οικονομία και την ελληνική κοινωνία.
Θίγετε πάλι τη διάσταση της εγκληματικής δράσης. Αναμφισβήτητα είναι ένα θέμα το οποίο αποτελεί προτεραιότητα για την Κυβέρνηση. Δεν θα μπω πάλι σε λεπτομέρειες, τα είπα σε προηγούμενη απάντησή μου. Βεβαίως, είναι αλήθεια ότι ο ρυθμός ανάπτυξης επηρεάζει πάρα πολύ όλα τα μακροοικονομικά στοιχεία, αφού όλα περίπου υπολογίζονται με βάση το ΑΕΠ. Αυτή είναι η αλήθεια. Εμείς κάνουμε μία συγκεκριμένη πρόβλεψη. Πιστεύουμε ότι είναι, κατά προσέγγιση, σωστή. Αλλά βεβαίως η πραγματική ζωή και οι εξελίξεις θα το επιβεβαιώσουν αυτό. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Βλέπετε, η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αναθεωρήσει 4 ή 5 φορές τις προβλέψεις της. Και μάλιστα το κακό είναι ότι τις αναθεωρεί διαρκώς προς το δυσμενέστερο. Όλες οι Κυβερνήσεις αναθεωρούν προβλέψεις. Θέλω να το ξεκαθαρίσω αυτό. Βεβαίως είναι μία στάθμιση που έγινε με πολλή προσοχή και με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα. Αλλά, ζούμε σε μία εποχή όπου δεν υπάρχει ασφάλεια προβλέψιμη. Αυτή είναι η αλήθεια. Κάθε μέρα πρέπει να παρακολουθεί κανείς και να επικαιροποιεί και τις προβλέψεις του και τις πιθανές πολιτικές του.
ΕΙΡ. ΚΑΡΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ: Ήθελα να ρωτήσω, κύριε Πρόεδρε, αν είχατε κατ’ ιδίαν συνάντηση με την Γερμανίδα Καγκελάριο, την κυρία Μέρκελ και τι συζητήσατε. Εφ’ όσον μπορείτε, βέβαια, να μας πείτε.
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Βεβαίως μπορώ να σας πω, αλλά δεν έγινε τέτοια ιδιαίτερη συνάντηση. Χαιρετηθήκαμε, πολύ εγκάρδια και ένθερμα, όπως πάντα, αλλά δεν έγινε καμία ιδιαίτερη συνάντηση.
Θα με συγχωρέσετε αλλά στην προηγούμενη ερώτηση είχε μπει και μία άλλη διάσταση, την οποία θυμήθηκα εκ των υστέρων. Αυτό όμως είναι το επακόλουθο του να συμπυκνώνονται τρεις ή τέσσερις ερωτήσεις σε μία.
Θέλω να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Είμαστε κομμάτι μίας ομάδας, μίας οικογένειας, της ευρωπαϊκής οικογένειας. Και είμαστε κομμάτι της γιατί το θέλαμε και το θέλουμε. Σε περιόδους κρίσεων μάλιστα αποδεικνύεται ακόμα περισσότερο η ωφελιμότητα του να συμμετέχει κανείς σε αυτή την οικογένεια.
Να σας δώσω ένα απλό παράδειγμα, που δεν έχει σχέση με εμάς. Θα το δούμε και στην πορεία, αλλά φαίνεται ότι, μεσούσης της κρίσεως και μάλιστα υπό πολύ δύσκολες και πολύ δυσκολότερες συνθήκες από ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη, στην Ιρλανδία μεταβάλλεται η στάση του εκλογικού σώματος έναντι της προοπτικής της Συνθήκης της Λισσαβόνας. Δεν λέω ότι είναι το καθοριστικό, αλλά είναι ενδεικτικό αυτό. Αυτό δεν σημαίνει βεβαίως ότι σου υπαγορεύει κανένας τι να κάνεις. Συζητάς, παίρνεις απόψεις, αλλά, τελικά, την ευθύνη του τι θα γίνει στην χώρα σου την έχεις εσύ.
Το λέω αυτό, γιατί συχνά λέγεται ότι τα μέτρα τα «επέβαλαν», τα «υπαγόρευσαν». Δεν γίνεται έτσι. Βεβαίως παίρνεις εικόνες, εκτιμήσεις, σκέψεις. Είναι πάρα πολύ χρήσιμο αυτό. Η πραγματικότητα όμως είναι -και αυτό πρέπει να το λέμε και δεν θα κουραστώ να επαναλαμβάνω με απόλυτη ευθύτητα στους πολίτες- ότι όταν έχουμε εμείς ένα πρόβλημα, είναι καθήκον μας να το διορθώσουμε. Δεν μας φταίει κανένας άλλος για το ότι έχουμε, εδώ και δεκαετίες βεβαίως, ένα πολύ μεγάλο δημόσιο χρέος. Πρέπει λοιπόν να το διορθώσουμε. Οι επιπτώσεις του επιτείνονται σε περίοδο κρίσεως. Πρέπει να το διορθώσουμε και αυτό επιχειρούμε να κάνουμε.
ΚΑΛΑΡΙΤΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, να επανέλθω στο θέμα της ασφάλειας στη χώρα. Με όλα τα γεγονότα που συμβαίνουν το τελευταίο διάστημα και πέραν της όποιας επιχειρησιακής ανεπάρκειας, αν υπάρχει, πολιτικές ευθύνες υπάρχουν για την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί; Είστε ικανοποιημένος από τις επιδόσεις των Υπουργών στο θέμα της ασφάλειας;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Σας έχω πει πάρα πολλές φορές ότι τα μέλη της Κυβέρνησης, τους συνεργάτες μου, τους εμπιστεύομαι. Ένα το κρατούμενο. Δεύτερον, δεν γίνεται, να αποδίδουμε καθημερινά πολιτικές ευθύνες. Θα με συγχωρέσετε, αλλά θα πω ότι αυτή είναι λάθος προσέγγιση, από όλους μας. Πρέπει να υπάρχει και χρόνος και βάση για να μπορεί να εκτιμηθεί συνολικά ένα έργο. Ο τομέας στον οποίο αναφέρεστε είναι, πράγματι, μια μεγάλη πρόκληση για την Κυβέρνηση. Προσπαθούμε να ανταποκριθούμε, όσο γίνεται καλύτερα, στην κοινωνική απαίτηση.
Κ. ΑΔΑΜ: Κύριε Πρόεδρε, μετά την ανακοίνωση των έκτακτων μέτρων και κατά την διάρκεια της απουσίας σας από την Ελλάδα, είδαμε δύο ιστορικά και βασικά στελέχη της παράταξής σας – αναφέρομαι στον κύριο Μητσοτάκη και στον κύριο Σουφλιά – να προχωρούν σε δηλώσεις, οι οποίες περίπου είναι στο όριο, ή ίσως παρακάτω, της κυβερνητικής γραμμής. Πώς σχολιάζετε τις τοποθετήσεις των δύο βασικών στελεχών της παράταξής σας; Τις είχατε συζητήσει προηγουμένως, ή δεν τις ξέρατε; Θεωρείτε ότι κατά κάποιο τρόπο αυτές εναντιώνονται με την προσπάθεια που κάνετε στο οικονομικό πεδίο;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Κατ’ αρχάς δεν βλέπω από πού βγάζετε αυτό το συμπέρασμα. Ο κ. Μητσοτάκης είναι ένα σεβαστό πρόσωπο, ένας πολιτικός με μακρά ιστορία. Είναι πρώην Πρωθυπουργός, πρώην Αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας. Βεβαίως έχει την δυνατότητα να λέει τις απόψεις του και εγώ ποτέ δεν τις σχολιάζω. Τις σέβομαι. Δεν τις σχολιάζω.
Ο κύριος Σουφλιάς είναι ένας στενός και καλός μου συνεργάτης. Δεν είπε τίποτα παραπάνω από αυτό που έχουμε πει εδώ και πολύ καιρό, ότι σχεδιάζουμε κάποια στιγμή, η οποία προσδιορίζεται περίπου μέσα στο 2010, να ιδρυθεί ξεχωριστό Υπουργείο Περιβάλλοντος.
Γ. ΜΠΑΛΗ: Κύριε Πρόεδρε, έχετε διακηρύξει πολλές φορές και αποτελεί δέσμευσή σας και το 2004 και το 2007 να προχωρήσετε στον περιορισμό της σπατάλης του Δημοσίου. Θα έχετε υπόψη σας τα στοιχεία που κατέθεσε προχθές ο κύριος Πετσάλνικος, το ΕΘΝΟΣ είχε δημοσιεύσει και σχετικούς πίνακες, όπου παρατηρούμε εκατοντάδες νέες Επιτροπές, νέες Γραμματείες, πρόσληψη συμβούλων κλπ. με μια δαπάνη που ξεπερνάει τα 220 εκατομμύρια το χρόνο. Θα ήθελα να σας ρωτήσω εάν έχετε την αίσθηση ότι κάποιοι Υπουργοί σάς εκθέτουν και αν κάποια στιγμή θα μπει τελεία σε όλα αυτά.
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Η προσπάθεια για περιορισμό των δαπανών, και βέβαια πάντα η αξιολόγηση για το ποιες είναι οι πιο σημαντικές, ποιες πρέπει να κοπούν, είναι διαρκής. Αν δεν είχε γίνει ήδη μεγάλη προσπάθεια σε αυτή την κατεύθυνση, δεν θα είχαμε μπορέσει να μειώσουμε το έλλειμμα από 7,5% στο 2,5% πριν από δύο χρόνια, όταν μάλιστα εφαρμόζαμε πολιτική μείωσης της φορολογίας. Αυτή είναι η αλήθεια. Βεβαίως αυτή η προσπάθεια δεν εξαντλείται. Ως προς τα στοιχεία τα οποία επικαλείστε, επιτρέψτε μου να διατηρώ σοβαρές αμφιβολίες για την ορθότητά τους, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να είναι μία από τις βασικές προτεραιότητες και τα μελήματα της Κυβέρνησης. Άλλωστε όπως ξέρετε, τούτη την ώρα που μιλούμε, γίνεται μία καινούρια μεγάλη προσπάθεια για τη μείωση των κρατικών δαπανών, για τη μείωση των νομικών προσώπων του στενότερου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Γίνεται σοβαρή προσπάθεια για τον περιορισμό των προσλήψεων. Βεβαίως αυτό συνδέεται τώρα και με την συγκεκριμένη αναγκαιότητα που έχουμε, δηλαδή την αντιμετώπιση της κρίσης. Όμως, πέραν και ασχέτως τούτου, αυτή είναι μία προσπάθεια που έχει τα χαρακτηριστικά της διάρκειας και της συνέχειας.
ΣΠ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, πολλές επιχειρήσεις, με οδηγό αν θέλετε τις απόψεις του Πρόεδρου του Συνδέσμου Βιομηχάνων Βορείου Ελλάδος, προωθούν νέα μοντέλα εργασιακών σχέσεων, με ελαστικοποίηση ωραρίου, με περικοπή μισθών. Είστε υπέρ της εφαρμογής τέτοιων μοντέλων;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Η δική μας άποψη, η δική μου θέση, είναι υπέρ των σταθερών θέσεων εργασίας. Αυτή είναι η πολιτική μας. Αυτή τη πολιτική προωθήσαμε. Και με αυτή τη πολιτική μπορέσαμε να μειώσουμε την ανεργία σε 4 περίπου χρόνια κατά περίπου 4 ποσοστιαίες μονάδες. Και αυτή είναι μία πολύ σημαντική επίδοση. Καταλαβαίνω ότι, υπό συνθήκες κρίσης, αναζητούνται ενίοτε και λύσεις ανάγκης, κατά περίπτωση. Αυτό δεν περιλαμβάνεται στις δικές μου αρχές, αλλά έχω την άποψη ότι, εάν πρόκειται για κάτι το οποίο είναι μέσα στο πλαίσιο των νόμων που ισχύουν, γίνεται με διαβούλευση και συμφωνία με τους εργαζόμενους και, κυρίως, έχει προσωρινό χαρακτήρα, όσο και αν δεν είναι ευχάριστο, είναι καλύτερο από το να κλείσει μία επιχείρηση και να βγουν όλοι οι άνθρωποι στην ανεργία.
Επαναλαμβάνω όμως, ότι θα μπορούσα να το δεχτώ, χωρίς να αποτελεί θέση μου, μόνο με προσωρινό και σύντομο χαρακτήρα. Εν πάση περιπτώσει, η πολιτική της Κυβέρνησης, επαναλαμβάνω, είναι υπέρ της σταθερής απασχόλησης. Στην Ελλάδα η μερική απασχόληση και οι ελαστικές μορφές απασχόλησης καλύπτουν πολύ μικρό ποσοστό, σε σχέση με όλη την υπόλοιπη Ευρώπη και σε αυτήν την αρχή εμμένουμε. Άλλωστε, για να κάνω και ένα γενικότερο σχόλιο, η πολιτική μας, όλη η προσπάθειά μας – δηλαδή να τονώσουμε αυτούς που πλήττονται, το πακέτο για τον τουρισμό, τα μέτρα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, το ΤΕΜΠΜΕ, η προσπάθεια να ενισχυθεί η ρευστότητα στην οικονομία. Αποβλέπουν ακριβώς στη διατήρηση της απασχόλησης.
ΣΠ. ΓΚΟΥΤΖΑΝΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, υπάρχει μία μεγάλη συζήτηση, όλο αυτό το διάστημα, για το εάν η δύσκολη θέση στην οποία βρίσκεται η Ελληνική οικονομία και τα μέτρα τα οποία πήρατε πρόσφατα, οφείλονται στην διεθνή οικονομική κρίση ή οφείλονται στην κακή οικονομική πολιτική που ακολουθήσατε την τελευταία πενταετία. Εσείς επικαλείστε συνέχεια το δημόσιο χρέος. Ωστόσο, εδώ υπάρχει ένα αντεπιχείρημα, ότι επί των ημερών σας αυξήθηκε το δημόσιο χρέος περισσότερο από 80 δις ευρώ. Επίσης, πάλι επί των ημερών σας, κατέρρευσε ο φοροεισπρακτικός μηχανισμός. Ο πρώην Υπουργός Οικονομίας είχε πει ‘’πιάσαμε πάτο στα έσοδα’’ πέρσι τον Αύγουστο, ενώ και τώρα το οικονομικό σας επιτελείο διαρρέει ότι οι ανείσπρακτες, αλλά βεβαιωμένες, οφειλές προς το δημόσιο είναι 20 δις ευρώ. Σε αυτό τι απαντάτε; Δηλαδή δημιουργείται η εντύπωση ότι η επίκληση της διεθνούς οικονομικής κρίσης είναι απλώς επικοινωνιακό τέχνασμα που αποκρύπτει την αποτυχία της πολιτικής σας.
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Αυτό μπορεί να είναι δική σας άποψη, αλλά επιτρέψτε μου να πω το εξής: Έχω επανειλημμένα τονίσει δημοσίως, σε συναντήσεις όπως η σημερινή, αλλά και στη Βουλή, ότι βεβαίως μας επιβαρύνει η διεθνής οικονομική κρίση, βεβαίως έχουμε και κάποιες σοβαρές, διαχρονικές, αδυναμίες. Θα μου επιτρέψετε να πω ότι αυτό μονότονα το επαναλαμβάνω. Και σήμερα το ξαναείπα. Η διεθνής οικονομική κρίση επιτείνει, κάνει πιο επείγουσα την ανάγκη αντιμετώπισης και αυτών των διαχρονικών αδυναμιών. Μία από αυτές, η μεγαλύτερη, είναι το δημόσιο χρέος. Το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώθηκε τα τελευταία χρόνια. Θα μου πείτε ότι έπρεπε να μειωθεί παραπάνω. Μπαίνουμε σε μία θεμελιώδη συζήτηση εκεί. Έπρεπε να εφαρμόσουμε, να εφαρμόσω, θεραπεία σοκ; Αυτό δεν είναι στις δικές μου αντιλήψεις. Προτίμησα – και πάντα προτιμώ – μία πολιτική σταδιακής προσαρμογής, για κοινωνικούς και πολιτικούς λόγους. Όταν λέω ‘’πολιτικούς’’ εννοώ ευρύτερα πολιτικούς. Μην το παρεξηγήσετε αυτό και θεωρήσετε ότι είναι η πιθανή αποφυγή πολιτικού κόστους. Ίσα, ίσα, σήμερα, που είναι ώρα ανάγκης, παίρνω και θα πάρω αποφάσεις που αδιαφορώ αν έχουν πολιτικό κόστος. Δεν με ενδιαφέρει η πρόσκαιρη δημοτικότητα. Με ενδιαφέρει η Ελλάδα και η ελληνική κοινωνία να βγει όσο γίνεται αλώβητη, με όσο γίνεται λιγότερες επιπτώσεις από αυτή την διεθνή θύελλα. Έχουμε λοιπόν κάποιες καλύτερες δυνατότητες από άλλους. Ασχέτως του τελικού ποσοστού, που σας είπα πριν, με προβλέψεις φαίνεται ότι το πρόσημο στο ρυθμό ανάπτυξης θα είναι θετικό. Σχεδόν για όλες τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης θα είναι αρνητικό, έως πάρα πολύ αρνητικό. Αυτό είναι καλό. Η έκρηξη της ανεργίας, που βιώνουν πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες, δεν φαίνεται να φτάνει σε εμάς, τουλάχιστον όχι με αυτή την έκταση και αυτούς τους ρυθμούς.
Από την άλλη, έχουμε κάποιες αδυναμίες σαν αυτές που σας ανέφερα, σαν αυτό που είπατε και εσείς, το διαχρονικά αδύναμο φοροεισπρακτικό μηχανισμό. Εκεί λοιπόν πρέπει να επικεντρώσουμε, την προσπάθειά μας. Και αυτό κάνουμε. Άρα, λοιπόν, μιλούμε για ένα σύνθετο φαινόμενο. Από τη μία, μία διεθνή κρίση μεγάλης, τεράστιας έκτασης με συνέπειες σοβαρότατες σε όλο τον κόσμο, σε όλη την Ευρώπη. Και, από την άλλη, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που έχουμε διαχρονικά στην οικονομία μας. Και βεβαίως με το πρόσθετο αξιολογικό στοιχείο ότι η κρίση εντείνει την ανάγκη αντιμετώπισής τους. Αυτό λοιπόν επιχειρούμε να κάνουμε.
Για να γίνει αυτό πρέπει να πεις την αλήθεια στους πολίτες και να είσαι έτοιμος να πάρεις σοβαρές και όχι ευχάριστες αποφάσεις. Εγώ και η Κυβέρνηση είμαστε αποφασισμένοι να το κάνουμε αυτό. Και το κάνουμε. Άλλοι μπορεί να διαλέγουν διαφορετικά. Το βέβαιο, πάντως, είναι ότι με ευχολόγια και ανώδυνες κουβέντες δεν αντιμετωπίζονται οι επιπτώσεις μιας τέτοιας μεγάλης θύελλας.
ΧΡ. ΠΟΥΛΙΔΟΥ: Κύριε Πρόεδρε, τα μέτρα που πήρατε, η αύξηση των φόρων, το πάγωμα των μισθών, είναι μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης, για να συγκρατηθεί το έλλειμμα, το οποίο, όπως είπατε και εσείς, προϋπήρχε της κρίσης, αποκαλύφθηκε με την κρίση, δεν γεννήθηκε σήμερα. Την κρίση λοιπόν, με ποια μέτρα θα την αντιμετωπίσετε;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Να ξεκαθαρίσω κάτι για να το διορθώσουμε. Βεβαίως έχουμε διαχρονικά μια τάση στις δημοσιονομικές ανισορροπίες ως χώρα. Αλλά, είναι βέβαιο, ότι αυτή η τάση επιβαρύνθηκε έντονα με την κρίση. Αυτή είναι η αλήθεια.Από εκεί και πέρα έχουμε πει, εξαρχής, ότι το Σχέδιο που εφαρμόζουμε έχει τρεις στόχους, τρεις άξονες: Ο πρώτος είναι να ενισχύσουμε όσο γίνεται, την ανάπτυξη, ο δεύτερος είναι η δημοσιονομική ισορροπία και ο τρίτος είναι η ενίσχυση εκείνων των συμπολιτών μας που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη. Βεβαίως είναι δύσκολη άσκηση να υπηρετείς και τους τρεις στόχους μαζί, αλλά έτσι πρέπει να γίνει. Εάν θέλεις να είσαι υπεύθυνος, έτσι πρέπει να γίνει. Δεν μπορείς να πεις, ‘’αφήνω το ένα να ξεφύγει τελείως, για να δω τι θα κάνω μετά’’. Οι στόχοι αυτοί πρέπει ταυτόχρονα να υπηρετούνται.
Οι συγκεκριμένες λοιπόν πολιτικές, που ανακοινώθηκαν αυτή την εβδομάδα, βεβαίως κυρίως στόχο έχουν τα δημοσιονομικά. Οι πολιτικές όμως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, για τον τουρισμό, οι αποζημιώσεις στους αγρότες, έχουν στόχο τη στήριξη συγκεκριμένων κλάδων της οικονομίας. Οι πολιτικές για την ενίσχυση της απασχόλησης έχουν στόχο την απασχόληση και βεβαίως δεν έχουμε τελειώσει εδώ. Θα συνεχιστούν αυτές οι πολιτικές για την πραγματική οικονομία, για τη ρευστότητα δηλαδή των επιχειρήσεων και βέβαια για τη στήριξη της απασχόλησης.
Π. ΚΑΚΑΛΗΣ: Το μόνο σίγουρο, μέχρι τώρα, κύριε Πρόεδρε, είναι ότι τα βάρη της κρίσης τα πληρώνουν εξ ολοκλήρου οι μισθωτοί και τα μικρομεσαία στρώματα. Χιλιάδες απολύσεις, μειώσεις μισθών, ελαστικές εργασιακές σχέσεις, νέα φορολογικά βάρη, μεγαλύτερη φτώχεια. Από την άλλη, οι πραγματικά έχοντες και κατέχοντες, οι Τράπεζες, οι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι, συνεχίζουν να κερδίζουν και στην κρίση. Πρόσφατο παράδειγμα, θα είδατε βέβαια τα στοιχεία, ότι 6 μεγαλύτερες Τράπεζες κλείσανε το 2008 με κέρδη 4δις και εξαιρούνται βέβαια από τα έκτακτα μέτρα που ανακοινώσατε πρόσφατα. Σε ποια πολιτική ακριβώς ζητάτε συναίνεση από τις κοινωνικές δυνάμεις και τον ελληνικό λαό; Σε μια πολιτική που μας οδήγησε στην κρίση και έχει διευρύνει τις κοινωνικές ανισότητες;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Είμαι ο τελευταίος που θα αμφισβητήσει τις κοινωνικές επιπτώσεις της κρίσης. Γι’ αυτό τονίζω πάντα ότι είναι βασικό μέλημα, βασική προτεραιότητα, όσο γίνεται να τις μειώνουμε, να τις ελαχιστοποιούμε. Για τις Τράπεζες είπα και πριν – και θα το επαναλάβω – γιατί είναι ένα κρίσιμο σημείο. Το θέμα είναι πολύπλοκο. Σε αυτή τη συγκαιρία, στόχος είναι, όπως ξέρετε, η εξασφάλιση, κατά το δυνατόν, μεγαλύτερης ρευστότητας για την πραγματική οικονομία. Αυτό δεν επιτυγχάνεται, όπως ορισμένοι απλοϊκά και λαϊκίστικα προτείνουν, με το να επιβαρυνθούν οι Τράπεζες τώρα με ειδικές εισφορές. Αντίθετα, τυχόν επιβάρυνσή τους – με δεδομένο μάλιστα ότι δεν διανέμουν κέρδη τα οποία κεφαλαιοποιούνται – θα μείωνε τα εποπτικά κεφάλαιά τους. Αυτό θα σήμαινε μείωση της ρευστότητας στην αγορά. Και μάλιστα, με μαθηματικούς υπολογισμούς, η μείωση αυτή μπορεί να ήταν μέχρι και δέκα φορές μεγαλύτερη από την οποιαδήποτε επιβάρυνση. Έτσι ισχύει διεθνώς. Αντιλαμβάνεστε λοιπόν ότι, αν το επέλεγε κανείς αυτή τη στιγμή, την ώρα που επιδιώκει να αυξήσει τη ρευστότητα στην οικονομία, θα έπαιρνε ένα μέτρο το οποίο θα οδηγούσε ακριβώς στην αντίθετη κατεύθυνση.
Τέλος, σ΄ ότι αφορά το ζήτημα της συνεννόησης με τις πολιτικές δυνάμεις, ή με τους κοινωνικούς φορείς: Δεν ζήτησα ποτέ – και θα ήμουν εκτός τόπου και χρόνου να το ζητούσα – να συμφωνήσουν μαζί μου, μαζί μας, σ’ όλη την έκταση της εφαρμοζόμενης πολιτικής. Εκείνο που ζήτησα είναι να συνεννοηθούμε σε μερικά βασικά -θα μου επιτρέψετε να πω, για πολλοστή φορά – σε αυτονόητα. Ζήτησα να κάνουμε έξι απλές παραδοχές. Πολύ σύντομα να σας τις επαναλάβω.
Πρώτα απ’ όλα ότι τηρούμε το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Όχι γιατί μας επιβάλλεται από κάπου, αλλά γιατί διαλέγουμε να το κάνουμε και πρέπει να το κάνουμε. Το θεωρώ αυτονόητο.
Δεύτερη παραδοχή, ότι έχουμε ένα πολύ μεγάλο δημόσιο χρέος που επιβαρύνει ιδιαίτερα την κατάσταση.
Τρίτη παραδοχή, ότι πρέπει, σταδιακά βεβαίως, αλλά να έχουμε ως προτεραιότητα τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος.
Τέταρτον, ότι τα παραπάνω, ιδίως το χρέος και η προσπάθεια μείωσης του ελλείμματος, προσδιορίζουν τις αντοχές της οικονομίας. Να το πω απλά: Σε όλους μπορεί να είναι ευχάριστο να βγαίνουν και να τάζουν ‘’λαγούς και πετραχήλια’’. Είναι όμως πέρα από τα όρια αντοχής της οικονομίας. Άρα, αυτό είναι λαϊκισμός. Είναι δημαγωγία. Είναι ψέμα.
Πέμπτη παραδοχή, στο πλαίσιο αυτών των αντοχών να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να στηρίξουμε τους κλάδους και τους συμπολίτες μας που πλήττονται περισσότερο. Δηλαδή αναπτυξιακές και κοινωνικές πολιτικές. Πάντα όμως μέσα στο πλαίσιο.
Και έκτη παραδοχή, να δείξουμε αυτοσυγκράτηση. Βεβαίως κανείς δεν έχει να αντιλέξει στις διεκδικήσεις οποιασδήποτε κοινωνικής ομάδας. Αλλά το να επιχειρήσουμε να δείξουμε αυτοσυγκράτηση την ώρα της κρίσης, τελικά είναι κοινωνικά επωφελές για όλους.
Είναι έξι απλές παραδοχές. Μέσα εκεί, αναμφισβήτητα, υπάρχει περιθώριο διαφωνίας σε επιμέρους μέτρα ή πολιτικές. Δεν ζήτησα λοιπόν να ταυτιστεί κανείς μαζί μας, αλλά να κάνουμε μια ρεαλιστική κουβέντα και να συνεννοηθούμε στα αυτονόητα. Αυτό ζήτησα. Αυτό εξακολουθώ να ζητώ, παρά το ότι από τις συναντήσεις εκείνες δεν θεωρώ ότι υπήρξε ουσιαστική ανταπόκριση. Και το ζητώ όχι για να εξυπηρετήσω την Κυβέρνηση. Η Κυβέρνηση θα κάνει το χρέος της. Είμαστε και είμαι αποφασισμένος για αυτό, ασχέτως αν αυτό είναι ευχάριστο ή όχι. Το ζητώ διότι, σε μια τέτοια κρίση, δεν αρκεί μόνο η βούληση της Κυβέρνησης, της όποιας Κυβέρνησης. Θα βοηθούσε πάρα πολύ η διαμόρφωση ενός πλαισίου κοινωνικής και πολιτικής, δεν λέω συναίνεσης, αλλά συνεννόησης. Στοιχειώδους σύγκλισης στα αυτονόητα.
Δ. ΓΚΑΤΣΙΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα του Ταμείου Εγγυοδοσίας των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων έχουν διοχετεύσει τα απαιτούμενα κεφάλαια για την ενίσχυση της ρευστότητας στην αγορά; Και αν όχι, τι σκέφτεστε να πράξετε προς αυτή την κατεύθυνση;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Μιλούμε για το πρόγραμμα Εγγυοδοσίας. Αυτό πρέπει να σας πω ότι προχωράει πολύ ικανοποιητικά και με αυξανόμενους ρυθμούς. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, που μου δόθηκαν χθες, πριν ξεκινήσουμε, ήδη μιλούμε για 17.000 ή 18.000 εγκρίσεις, αν θυμάμαι καλά. Κρατώ μια πολύ μικρή επιφύλαξη, αλλά πάντως είναι κατά προσέγγιση εκεί. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Τράπεζες οφείλουν να κινηθούν με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στην κατεύθυνση αυτή. Αυτό θα επιχειρήσουμε να το κάνουμε μεταξύ των άλλων και με τη σύσταση που θα κάνουν οι Επίτροποι που διορίστηκαν στα Διοικητικά Συμβούλια των Τραπεζών.
Κα ΛΟΡΕΝΣΕΝ: Σε σχέση με το έλλειμμα και τις διαδικασίες που μπορούν να εφαρμοστούν στην Ελλάδα για το έλλειμμα, ως συνέπεια της οικονομικής κρίσης, αναρωτιέμαι κατ’αρχάς πώς σκοπεύετε να κινηθείτε ως προς αυτό και, δεύτερον, αναμένετε και από τα άλλα κράτη – μέλη να σας παράσχουν την υποστήριξή τους; Νομίζετε ότι υπάρχει ήδη αρκετή αλληλεγγύη, ή πιστεύετε ότι πρέπει να γίνουν περισσότερα προς αυτή την κατεύθυνση;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Θα είμαι απολύτως ειλικρινής μαζί σας. Ναι, έχουμε έλλειμμα, όπως και πολλές άλλες χώρες άλλωστε, συμπεριλαμβανομένων και κρατών τα οποία αποτελούν μέλη της Ευρωζώνης. Κάποια από τα κράτη αυτά έχουν υψηλότερο έλλειμμα από άλλα. Δεν είναι θέμα αλληλεγγύης να αντιμετωπιστεί αυτό το θέμα. Η κάθε χώρα πρέπει να καταβάλλει τις δικές της προσπάθειες για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Εμείς ήδη εφαρμόζουμε ένα πρόγραμμα σταθεροποίησης, το οποίο κυρίως επικεντρώνεται στην περικοπή των δημοσίων δαπανών και επιπλέον προγραμματίζουμε. Είμαστε αρκετά βέβαιοι ότι, τα επόμενα χρόνια, θα μπορέσουμε να φτάσουμε το έλλειμμα κάτω από τα όρια τα οποία έχει θέσει το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης.