ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ
Αθήνα, 13 Μαΐου 2005
ΤΡΙΤΟΛΟΓΙΑ
ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ κ. ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ
ΣΤΗΝ ΠΡΟ ΗΜΕΡΗΣΙΑΣ ΔΙΑΤΑΞΕΩΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Δεν είχα πρόθεση να τριτολογήσω, αλλά κ. Αλαβάνε σας οφείλω, πράγματι, κάποιες σύντομες απαντήσεις. Να πω, κατ’ αρχάς, ότι άκουσα τις σκέψεις των άλλων ομιλητών και παρακάλεσα την κυρία Μπενάκη να καλέσει του εκπροσώπους των κομμάτων για να προχωρήσουμε σε μια αναθεώρηση του ζητήματος που προέκυψε με τους πρώην Βουλευτές. Βέβαια, σπεύδω να σας πω με κάθε ειλικρίνεια κ. Αλαβάνε, ότι ανοίξατε τέτοια θέματα, που στο πεντάλεπτο που έχω για να απαντήσω αδικώ και τα θέματα και εσάς και εμένα. Πολύ γρήγορα, λοιπόν, να αναφερθώ σε όσα θίξατε. Εκτιμώ ότι, η εκάστοτε κυβέρνηση της χώρας, είναι σημαντικό να έχει ανοικτά κανάλια επικοινωνίας με όλες τις κυβερνήσεις, συμπεριλαμβανομένης της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών. Ξεκινώ από αυτή τη διαπίστωση. Μπορεί να διαφωνεί, ή να συμφωνεί κανείς, με επί μέρους πτυχές της πολιτικής, ή του κοινωνικού μοντέλου των Ηνωμένων Πολιτειών. Το βέβαιο όμως είναι – και σ’ αυτό πρέπει να είμαστε όλοι μας πολύ ανοικτοί και σαφείς – ότι έχουν έναν ξεχωριστό ρόλο στη διαμόρφωση των διεθνών πραγμάτων. Μ’ αυτήν την έννοια λοιπόν, οι ανοικτοί δίαυλοι επικοινωνίας και η συχνή επαφή, θεωρώ ότι είναι σημαντικοί και θετικοί. Με ρωτήσατε ποιά είναι η θεματολογία. Τουλάχιστον από τη δική μας πλευρά, θεωρώ ότι τα σημαντικότερα ζητήματα είναι, πρώτον, η Κύπρος και οι προοπτικές για το Κυπριακό, δεύτερον, τα Βαλκανικά θέματα –και θα το συνδέσω αυτό με ένα επόμενο ζήτημα που θίξατε – και, τρίτον, τα διμερή θέματα, στα οποία, κατά την άποψή μου, σημαντικό ρόλο πρέπει να έχουν και οι οικονομικές σχέσεις και κυρίως η προσπάθεια της Ελλάδος να γίνει ένας τόπος προσέλκυσης επενδύσεων.
Ως προς το ζήτημα που θέσατε για την Τουρκία, πράγματι η 3η Οκτωβρίου είναι ένα ορόσημο. Θα σας έλεγα όμως ότι πρέπει κανείς να βλέπει τη συνολική στρατηγική. Εμείς έχουμε πάρει μια συγκεκριμένη απόφαση, στην οποία δεν βλέπω να υπάρχουν στρατηγικές αποκλίσεις. Μπορεί να υπάρχουν τακτικές επιφυλάξεις για επί μέρους χειρισμούς. Στηρίζουμε την Ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, στη λογική ότι αυτή τελικά οδηγεί – αν μου επιτρέπετε το νεολογισμό – στον ουσιαστικό εξευρωπαϊσμό της. Βεβαίως είναι ένας δύσκολος και μακρύς δρόμος.
Αναφερθήκατε στις διερευνητικές συνομιλίες. Θεωρώ ότι είναι σωστό που ξεκίνησαν από την προηγούμενη Κυβέρνηση και είναι σωστό να συνεχίζονται. Βεβαίως είναι σαφές ότι δεν υπάρχει καμία πρόοδος. Αυτή είναι η αλήθεια. Και αν υπήρχε, να είστε βέβαιος, ότι αυτό αμέσως θα ήταν αντικείμενο ενημέρωσης. Στην ουσία οι δύο πλευρές εμμένουν στις πάγιες θέσεις τους. Αυτή είναι η πραγματικότητα.
Έρχομαι στο θέμα του Κοσόβου. Είναι ένα πολύ μεγάλο ζήτημα. Και ίσως είναι και παράλειψη, από τη δική μου πλευρά, που δεν έκανα ενδελεχέστερη αναφορά. Το λέω αυτό διότι, κακά τα ψέματα, μπορεί η κατάσταση στην περιοχή να μοιάζει καλύτερη απ’ ό,τι ήταν πριν 5-6 χρόνια – εννοώ στη διάρκεια του πολέμου ή της ανοιχτής σύγκρουσης – αλλά, οπωσδήποτε, το Κόσοβο εξακολουθεί να είναι μια δυνάμει θρυαλλίδα αποσταθεροποίησης. Εμείς πιστεύουμε ότι η όποια λύση πρέπει να έχει τα χαρακτηριστικά που σας είπα, σε σχέση με τις υφιστάμενες διεθνείς συνθήκες. Έχει όμως και τρία ακόμα: Πρώτον, την πλήρη εφαρμογή των κριτηρίων, που βρίσκονται υπό διαμόρφωση. Δεύτερον, οποιαδήποτε λύση πρέπει να έχει τη συμμετοχή και τη συναίνεση και της Κυβέρνησης Σερβίας – Μαυροβουνίου. Τρίτον και το κυριότερο, πρέπει να είναι ενταγμένη σ’ ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Και δική μας θέση είναι το απαραβίαστο των συνόρων, η μη αλλαγή των συνόρων. Θέλω όμως να είμαι απόλυτα σαφής. Δεν επιβάλλουμε πολιτική σ’ όλο τον κόσμο. Θέλουμε τη σταθερότητα στην περιοχή. Θέλουμε μια ομαλή εξέλιξη. Θέτουμε τις προϋποθέσεις που σας είπα. Αλλά, αυτή είναι η δική μας πολιτική, με τις όποιες δυνάμεις έχουμε να επηρεάσουμε και άλλες κυβερνήσεις. Σ’ ένα βαθμό γίνεται αυτό. Οι θέσεις μας είναι συγγενικές με τις θέσεις πολλών άλλων κρατών. Αλλά, αυτό δεν σημαίνει, εξ’ ορισμού, και επιβολή αυτών που θέλουμε.
Τέλος, ανοίξατε ένα πολύ μεγάλο θέμα κ. Αλαβάνε, το οποίο πράγματι χρειάζεται σοβαρή συζήτηση. Πιστεύω ότι σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα θα είμαστε έτοιμοι για το Δ΄ ΚΠΣ. Όχι τόσο από πλευράς Κυβέρνησης, όσο από πλευράς εξελίξεων και διαπραγματεύσεων στην Ε.Ε. Το ζήτημα έχει πολλές πτυχές, όπως καλά γνωρίζετε. Κατ’ αρχήν μια πολύ σκληρή διαπραγμάτευση, στο πλαίσιο της ίδιας της Ένωσης. Από εκεί και πέρα τίθεται και ένα άλλο μεγάλο ζήτημα. Μετά τις αποτυχίες, ή, εν πάση περιπτώσει, τις πολύ μεγάλες ελλείψεις που εμφανίστηκαν στη διαχείριση και αξιοποίηση στα προηγούμενα ΚΠΣ τίθεται και το μέγα ζήτημα της οργανωτικής και διαχειριστικής ετοιμότητας, για την ορθολογική και πλήρη αξιοποίηση αυτού του ΚΠΣ, που θα μπορούσε κανείς να εικάσει ότι είναι ίσως μια τελευταία μεγάλη ευκαιρία.